Παρασκευή 04 Δεκεμβρίου 2020

Δημήτρης Μπόλης: Ότι την εμήν (δικαιοσύνη) ηξίουν μηδ’ υπονοηθήναι…

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Δημήτρης Μπόλης: Ότι την εμήν (δικαιοσύνη) ηξίουν μηδ’ υπονοηθήναι…

Τέλη της δεκατίας ΄80, αρχές δεκαετίας ΄90. Εποχή έντονης πολιτικής-κομματικής αντιπαράθεσης. Στα αμφιθέατρα της νομικής σχολής Αθηνών οι αίθουσες γεμάτες από φοιτητές οι οποίοι προσδοκούν στη μύησή τους στη γοητευτική νομική επιστήμη από ιδιαίτατα ευρυμαθείς και χαρισματικούς Καθηγητές-Δασκάλους, πολλοί από αυτούς αργότερα κατέλαβαν τα ανώτατα των αξιωμάτων.  

Μεταξύ αυτών, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Π. Παυλόπουλος, ο π. υπουργός Δικαιοσύνης Μ. Σταθόπουλος και πολλοί άλλοι. Το ερώτημα επιστημονικό μεν, με πλείστες όσες όμως πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Αποτελεί τον ενδεδειγμένο τρόπο να γίνεται από την εκάστοτε κυβέρνηση η επιλογή των Προέδρων και αντιπροέδρων του Αρείου Πάγου, του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου;

Ο δικηγόρος

  Δημήτρης

  Ν. Μπόλης

Κορυφαίος καθηγητής, προκειμένου να δηλώσει με εμφατικό τρόπο στο αμφιθέατρο τη διαφωνία του, ανέφερε κάτι που συνήθιζε να λέει ο Ντε Γκώλ. «Ο εισαχθείς στη στρατιωτική σχολή Ευελπίδων Εύελπις, προσδοκά όχι να φτάσει στο βαθμό του Λοχαγού, αλλά εις αυτόν του Αρχιστρατήγου». Στην αντιστοίχιση λοιπόν στην Δικαστική ιεραρχία, ο πρωτοδιοριζόμενος πάρεδρος στα Δικαστήρια της Ευελπίδων, προσδοκά να φτάσει στο Βαθμό του Προέδρου του Αρείου Πάγου, η οποία γίνεται με επιλογή της εκάστοτε Κυβέρνησης.   

Έκτοτε, όταν ιδιαίτατα πλησιάζει ο χρόνος της επιλογής των Προέδρων και Αντιπροέδρων των ανωτάτων Δικαστηρίων από την εκάστοτε Κυβέρνηση (συνολικά επιλέγονται 3 Πρόεδροι και 28 Αντιπρόεδροι!), η συζήτηση ξαναφουντώνει, τελικά δε το πόσο διαρκεί η συζήτηση αυτή, εξαρτάται από τα πρόσωπα που επιλέγονται. Άλλοτε οι επιλογές είναι πέραν πάσης αμφιβολίας αξιοκρατικές, άλλοτε όχι.

Ο τρόπος επιλογής περιγράφεται απολύτως περιοριστικά για τον κοινό νομοθέτη στο άρθρο 90 παρ. 5 του Συντάγματος. Μόνη αρμόδια για την επιλογή, η Κυβέρνηση. Άρα, μόνον με συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να αλλάξει ο τρόπος επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Το 1997 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ κατέθεσαν πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος, προτάθηκε δε η προεπιλογή των προσώπων εκ των οποίων το Υπουργικό Συμβούλιο θα έκανε την επιλογή των Προέδρων και των Αντιπροέδρων, να ανατεθεί στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Παρόμοια πρόταση είχε κάνει και η ΝΔ, αλλά υπήρξαν και πολλές άλλες προτάσεις που ουσιαστικά είχαν ως κοινό παρανομαστή την προεπιλογή των προσώπων από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, ένα αμιγώς Δικαστικό Σώμα δηλαδή.

Τελικά, με το νόμο 3841/2010, το μόνο που άλλαξε ήταν ότι παρεμβαίνει η διάσκεψη των προέδρων της Βουλής και από τους αρχικά έξι που επιλέγει το υπουργικό Συμβούλιο, η διάσκεψη των προέδρων προκρίνει τρεις, χωρίς η άποψή της να είναι δεσμευτική. Ήδη, η σχετική τροποποίηση, έχει κριθεί από τη Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας ως αντισυνταγματική (με ψήφους 31-10), αφού πέραν της εκτελεστικής εξουσίας φαίνεται να καθιερώνεται (σύμφωνα με τον καθηγητή Α. Μανιτάκη,): «μία χαλαρή μορφή διασταύρωσης των εξουσιών-νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας-χωρίς αυτή να προβλέπεται ή να υπονοείται από το Σύνταγμα». Ήδη δε, υπάρχει διασταύρωση άμεση της εκτελεστικής με τη δικαστική εξουσία.

Η αναγκαιότητα της περιχαράκωσης των προεδρείων των ανωτάτων Δικαστηρίων με το περίβλημα της απόλυτης αξιοκρατίας και διαφάνειας στη διαδικασία επιλογής τους, είναι κομβικό σημείο για τη λειτουργία συνολικά της Δικαιοσύνης, αφού π.χ. ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και δύο Αντεισαγγελείς συμμετέχουν ex officio στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, που είναι αρμόδιο για τις τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των Δικαστών της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης. Αντίστοιχα ισχύουν και για τη Διοικητική Δικαιοσύνη και για το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο του Στρασβούργου (Ζολώτας κατά Ελλάδας 30-11-2005 παρ.24) ο τρόπος επιλογής των Προεδρείων των Ανωτάτων Δικαστηρίων δεν προσβάλλει από μόνος του την Αρχή της ανεξαρτησίας, εφ’ όσον μετά την επιλογή τους οι επιλεγόμενοι ασκούν τα καθήκοντά τους εν πλήρει ανεξαρτησία.

Δεδομένο είναι όμως ότι επανειλημμένως, σε δημόσιο βήμα, στηλιτεύθηκαν ως κατευθυνόμενες, ενέργειες Ανώτατων Δικαστικών λειτουργών. Ενδεικτικά, ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Κ. Χρυσόγονος, σε άρθρο του στο Νομικό περιοδικό Ποινική Δικαιοσύνη (2011 σελ.602-603), ανέφερε: «..ο επιλεγμένος από την Κυβέρνηση εισαγγελέας του Αρείου Πάγου φρόντισε να προκαταλάβει την εισαγγελική έρευνα της υπόθεσης, αθωώνοντας προκαταβολικά τους εμπλεκόμενους υπουργούς και υφυπουργούς… Ο επιλεγμένος από τον Άρειο Πάγο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών, παραβαίνοντας τα καθήκοντά του, αρνήθηκε να προωθήσει στη Βουλή το σχετικό με ποινικές ευθύνες υφυπουργών πόρισμα των δύο αντιεισαγγελέων…».

Εν κατακλείδι, δοθέντος μάλιστα του γεγονότος ότι οι Έλληνες φαίνεται να θεωρούν αξιόπιστη την Ελληνική δικαιοσύνη όσο αντίστοιχα και οι πολίτες των υπόλοιπων Ευρωπαϊκών χωρών (Ευρωβαρόμετρο 2017)  με θετικές γνώμες περί το 55%, με τάση μάλιστα αυξητική, εν τοις πράγμασι, αποδεικνύεται ότι η Ελληνική Δικαιοσύνη λειτουργεί αποτελεσματικά.

Δύσκολα όμως θα βρει κάποιος επιχείρημα να αντιλέξει στο πάγιο αίτημα του νομικού κόσμου, η επιλογή των προεδρείων των ανωτάτων δικαστηρίων να μην γίνεται από την κυβέρνηση, αλλά από ένα ανεξάρτητο όργανο, αποτελούμενο για παράδειγμα από Δικαστές, Δικηγόρους, καθηγητές της Νομικής σχολής, ώστε ελλείψουν πλήρως υποψίες τυχόν «εξαρτήσεων».

Γιατί τελικά, κατά παράφραση του Ιουλίου Καίσαρα: Ότι την εμήν (δικαιοσύνη) ηξίουν μηδ’ υπονοηθήναι… ήτοι: αξιώνω (από τη δικαιοσύνη) να είναι υπεράνω υποψίας… 

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ