Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

Κωνσταντίνος Γώγος: Η υπόθεση χρυσού και η λαθρεμπορία

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Κωνσταντίνος Γώγος: Η υπόθεση χρυσού και η λαθρεμπορία

Το πανελλήνιο έχει συγκλονίσει τις τελευταίες ημέρες η υπόθεση στην οποία φέρεται να εμπλέκεται και επιχειρηματίας γνωστός για τις τηλεοπτικές του εμφανίσεις, ιδιοκτήτης αλυσίδας με δεκάδες ενεχυροδανειστήρια σε όλη την επικράτεια.

Γράφει
ο δικηγόρος
Κ. Γώγος

Η έκταση που έχει λάβει η υπόθεση από τα μέσα, η υπερπληθώρα σχολίων από απλούς πολίτες, η παρέμβαση ακόμα και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό έχει σαν αποτέλεσμα την ευαισθητοποίηση του συντάκτη προκειμένου να αναλύσει νομικά την υπόθεση με βάση τουλάχιστον τα όσα δικογραφικά στοιχεία έχουν διαρρεύσει έως τώρα.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα η άσκηση της ποινικής δίωξης αφορούσα τις εξής κατηγορίες:

Σε βαθμό κακουργήματος:

  • α) Εγκληματική οργάνωση
  • β) Λαθρεμπορία
  • γ) Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες
  • δ) Τοκογλυφία
  • Σε βαθμό Πλημμελήματος:
  • α) παράβαση του νόμου ναρκωτικών
  • β) παράβαση του νόμου περί όπλων
  • γ) αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος
  • δ) πλαστογραφία μετά χρήσεως

Το κρίσιμο επομένως αδίκημα στην εν λόγω δικογραφία είναι το αδίκημα της λαθρεμπορίας.

Σύμφωνα με το νόμο 2960/2001 (Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας) άρθρο 155 ορίζεται:

Λαθρεμπορία είναι:

  • α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ΄ αυτής τόπο ή χρόνο,
  • β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ΄ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος.

Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας».

Παράλληλα, το ίδιο το Υπουργείο Οικονομικών διά μέσου της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων & Ε.Φ.Κ. με την υπ’ αριθμ. Πρωτ. ΔΤΔ Α 1068392 ΕΞ 2016/26.04.2016 διάταξη εξειδικεύει τη διαδικασία εξαγωγής προϊόντων.

Συγκεκριμένα, η διαδικασία εξαγωγής προβλέπει δυο στάδια:

Κατ’ αρχήν ο εξαγωγέας/διασαφιστής προσκομίζει τα εμπορεύματα, τη διασάφηση εξαγωγής και, όπου απαιτείται την άδεια εξαγωγής στο αρμόδιο τελωνείο. Η αρμοδιότητα καθορίζεται βάσει του τόπου εγκατάστασης του εξαγωγέα ή του τόπου συσκευασίας των εμπορευμάτων ή φόρτωσης αυτών προς εξαγωγή.

Το τελωνείο στο οποίο προσκομίζονται τα εμπορεύματα και η άδεια εξαγωγής χορηγεί άδεια παραλαβής προς εξαγωγή υπό τον όρο ότι εγκαταλείπουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στην ίδια κατάσταση στην οποία βρίσκονται κατά τον χρόνο της αποδοχής της διασάφησης.

Κατόπιν η διασάφηση εξαγωγής και τα εμπορεύματα προσκομίζονται στο τελωνείο εξόδου, το οποίο ικανοποιείται ότι τα εμπορεύματα που έχουν προσκομιστεί ανταποκρίνονται στα εμπορεύματα που καλύπτει η διασάφηση και επιβλέπει τη φυσική έξοδο των εμπορευμάτων.

Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της διαδικασίας εξαγωγής:

Γίνεται διάκριση μεταξύτου διασαφιστή, δηλαδή του προσώπου που προσκομίζει τα εμπορεύματα στο τελωνείο και υποβάλλει τη διασάφηση εξαγωγής και το οποίο δύναται να εκπροσωπηθεί από άλλο πρόσωπο· και

του εξαγωγέα, δηλαδή του προσώπου για λογαριασμό του οποίου υποβάλλεται διασάφηση εξαγωγής και που είναι ο ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων κατά το χρόνο αποδοχής της διασάφησης. Στις περιπτώσεις όπου η ιδιοκτησία ή το παρεμφερές δικαίωμα διάθεσης ανήκει σε πρόσωπο εγκατεστημένο εκτός της Κοινότητας, το συμβαλλόμενο μέρος που είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα θεωρείται ότι είναι ο εξαγωγέας

Η υπαγωγή εμπορευμάτων σε καθεστώς εξαγωγής αρχίζει με την υποβολή διασάφησης εξαγωγής στο τελωνείο του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για την εποπτεία του εξαγωγέα ή στο τελωνείο όπου τα εμπορεύματα συσκευάζονται ή φορτώνονται στο μέσο μεταφοράς με το οποίο θα πραγματοποιηθεί η εξαγωγή.

Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της λαθρεμπορίας αρκεί η απλή εξαγωγή εμπορευμάτων χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις. Για να έχουμε όμως στοιχειοθέτηση του αδικήματος σε μορφή κακουργήματος κρίσιμο είναι το ποσό των δασμών, ειδικών φόρων, ΦΠΑ που δεν καταβλήθηκαν στο ελληνικό δημόσιο ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αυτό άλλωστε ξεκαθαρίζει και το άρθρο 157 του Ν. 2960/2001:

Η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται:

  • α) Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Εάν όμως το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαίτιου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο.
  • β) Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους στις εξής περιπτώσεις:

– εάν διαπράχθηκε καθ΄ υποτροπήν,
– εάν διαπράχθηκε ενόπλως ή υπό τριών ή περισσοτέρων μαζί,
– εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω και
– εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα.

  • γ) Με κάθειρξη, εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ».

Άρα για να μπορέσουν να υπάρχουν οι επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση της ποινικής δίωξης θα πρέπει να υπάρχει εντός της δικογραφίας αντίστοιχη τελωνειακή έκθεση από την οποία να προκύπτει το ποσό των φόρων που δεν καταβλήθηκαν. Δεν αρκεί επομένως μόνον η πεποίθηση οιουδήποτε προανακριτικού υπαλλήλου αλλά συγκεκριμένα έκθεση της τελωνειακής υπηρεσίας, αφού αυτή είναι και η μόνη που μπορεί να προσδιορίσει τους δασμούς, φόρους κτλ που μπορεί να χάθηκαν για το Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εν προκειμένω όπως προκύπτει από τα δημοσιεύματα δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο εντός της δικογραφίας με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ερωτήματα για την ορθότητα της έως τώρα ποινικής διαδικασίας. Δηλαδή από ποιο επίσημο έγγραφο ποιου τελωνείου προσδιορίστηκε το ύψος των δασμών που «χάθηκαν» για το ελληνικό Δημόσιο με αποτέλεσμα να θεωρούμε δεδομένη την άσκηση για κακουργηματική λαθρεμπορία;;

Εν κατακλείδι, ζητήματα τίθενται και με την εφαρμογή του άρθρου 158 του Ν. 2960/2001 το οποίο αναφέρει:

  • Όταν οι στο αντικείμενο της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις δεν υπερβαίνουν στο σύνολο τα εβδομήντα χιλιάδες (70.000) ευρώ δεν ασκείται ποινική δίωξη ή η αρξάμενη, εφόσον δεν εξεδόθη οριστική απόφαση καταργείται, εφόσον οι υπόχρεοι, παραιτούμενοι των, κατά το άρθρο 152 του παρόντα Κώδικα, καθοριζομένων ενδίκων μέσων, καταβάλλουν άμεσα το καταλογιζόμενο σ΄ αυτούς, κατά τις διατάξεις του άρθρου 150 του παρόντα Κώδικα, πολλαπλό τέλος, το οποίο καθορίζεται στο διπλάσιο των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων με την επιφύλαξη των ελαχίστων ορίων του τετάρτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 150 του παρόντος Κώδικα».

Σύμφωνα, με το ανωτέρω άρθρο δίνεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να καταβάλλει τους δασμούς που οφείλει και να παύσει  ποινική του δίωξη. Αν όμως δεν υπάρχουν βεβαιωμένοι δασμοί από την τελωνειακή αρχή που απωλέσθηκαν πως ο κατηγορούμενος θα μπορέσει να κάνει χρήση των ευνοϊκών διατάξεων του νόμου; Ακόμα δε και αν οι δασμοί ξεπερνούν τις 70.000 ευρώ που προβλέπει ο νόμος, πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα της καταβολής των οφειλόμενων αφού πάντοτε έχει ο κατηγορούμενος το δικαίωμα της ανθρώπινης δυνατότητας για συμμόρφωση (λόγω άρσης του καταλογισμού ή έστω μειωμένη επιμέτρηση ποινής).

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ