Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2020

Κώστας Κοσμάτος: Ποινική καταστολή στην Ελλάδα – Μύθοι, πραγματικότητα και επίκαιρες προκλήσεις

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Κώστας Κοσμάτος: Ποινική καταστολή στην Ελλάδα – Μύθοι, πραγματικότητα και επίκαιρες προκλήσεις
  • Του Κώστα Κοσμάτου*

Σταθερά εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια παρατηρείται μια έντονη προβολή του χώρου του εγκλήματος. Η καλλιέργεια και η αναπαραγωγή του φόβου του εγκλήματος στην κοινή γνώμη από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, οδήγησε τους πολίτες στην παγίωση της θέσης ότι «η εγκληματικότητα αυξάνεται διαρκώς», δημιούργησε ένα αίσθημα ανασφάλειας, με αποτέλεσμα να  απαιτούνται τιμωρητικές πρακτικές και να υιοθετείται το «δόγμα της μηδενικής ανοχής».

Ως δέκτης του παραπάνω «μηνύματος από την κοινωνία», η Πολιτεία «έλαβε τα μέτρα» της: στο πεδίο της ποινικής καταστολής, το χρονικό διάστημα από το 2000 μέχρι τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης χαρακτηρίστηκε από μια τάση σταθερής αύξησης των προβλεπόμενων ποινών που οδήγησε σε «κακουργηματοποίηση» των περισσότερων εγκλημάτων, η οποία είχε ουσιαστική επίδραση στην ποινική δικαστηριακή πρακτική.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι παραπάνω νομοθετικές μεταβολές υλοποιούνταν σε περιπτώσεις όπου υπερπροβάλλονταν μορφές εγκληματικότητας από τα ΜΜΕ και είχαν ως βασικό άξονα την «επικοινωνιακή» διαχείριση της εγκληματικότητας από την εκάστοτε πολιτική ηγεσία, προκειμένου να δειχθεί ότι το κράτος – τιμωρός είναι παρόν.  Οι πολιτικές ασφάλειας κυριάρχησαν, το κοινωνικό κράτος στο πεδίο της αντεγκληματικής πολιτικής υποχώρησε και η τιμωρητική λογική ήρθε να αποτελέσει την «λύση» των κοινωνικών προβλημάτων.

Με τον τρόπο αυτό διπλασιάστηκαν στα χρόνια αυτά οι περιπτώσεις επιβολής προσωρινής κράτησης, τριπλασιάστηκαν οι επιβαλλόμενες ποινές κάθειρξης (ιδίως σε ποινές άνω των 15 ετών), αυξήθηκε ραγδαία ο αριθμός των κρατουμένων και παγιώθηκε ποσοστό άνω του 10% του συνόλου των κρατουμένων που εκτίουν ποινή ισόβιας κάθειρξης.

Αντιφατικό παράλληλο αποτέλεσμα των παραπάνω επιλογών ήταν η περιοδική (με έναρξη το Ν 3346/2005) θεσμοθέτηση μέτρων «αποσυμφόρησης» των σωφρονιστικών καταστημάτων: η αντιφατικότητα στο μεγαλείο της, καθώς οι δρακόντειες ποινές που προβλέπονται και επιβάλλονται «μειώνονται» λόγω του υπερπληθυσμού των κρατουμένων στα καταστήματα κράτησης, υπό το βάρος των καταδικών της χώρας μας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η χώρα μας εμφανίζεται να έχει το διπλάσιο ύψος των εκτιόμενων ποινών άνω των πέντε ετών και το πενταπλάσιο περίπου των εκτιόμενων ποινών από δέκα έως είκοσι έτη ανάμεσα σε όλες τις χώρες του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενώ οι εκτιόμενες ποινές ισόβιας κάθειρξης αποτελούν στην Ελλάδα το 13,1% έναντι του 1,7% του μέσου όρου του συνόλου των χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης (:κρατούμενοι με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης στην Πορτογαλία, την Τσεχία, την Αυστρία και τη Σουηδία δεν υπερβαίνουν τους 40, ενώ στη Γερμανία αγγίζουν τους 140, όταν στη χώρα μας ξεπερνούν τους 1.000 κρατουμένους).

Είναι όμως ακριβής και αληθινή η παραπάνω θέση για αύξηση της εγκληματικότητας στην χώρα μας; Η απάντηση που δίνουν οι επίσημες Στατιστικές της Αστυνομίας φαίνεται να είναι αρνητική. Στα ετήσια Δελτία Τύπου του Αρχηγείου της Ελληνικής Αστυνομίας των τελευταίων ετών διαπιστώνεται η μείωση που καταγράφεται στους βασικούς δείκτες εγκληματικότητας τα τελευταία έτη. Χαρακτηριστικά για τον απολογισμό του έτους 2016, σημειώνονται τα εξής:

«Το έτος 2016 καταγράφεται μείωση σε κατηγορίες αδικημάτων που επηρεάζουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και συγκεκριμένα μειώθηκαν οι ανθρωποκτονίες σε ποσοστό 5,8%, οι ληστείες εντός οικιών σε ποσοστό 12,5%, οι ληστείες εντός καταστημάτων σε ποσοστό 12,3 % και οι κλοπές-διαρρήξεις οικιών σε ποσοστό 2,5%», στον απολογισμό του έτους 2017 σημειώνονται τα εξής «Το έτος 2017, σε σύγκριση με το 2016, μειώθηκαν οι ανθρωποκτονίες σε ποσοστό 3,7%, οι ληστείες σε ποσοστό 9,6%,ενώ ανεπαίσθητη αύξηση της τάξης του 0,8 %, καταγράφεται στις κλοπές-διαρρήξεις.

Στις άλλες κατηγορίες αδικημάτων, μείωση εμφανίζουν οι υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας κατά 49%, παράβασης της νομοθεσίας για την πνευματική ιδιοκτησία κατά 39,7%, οι ζωοκλοπές κατά 36,9%, οι υποθέσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης κατά 26,3%, οι υποθέσεις απατών κατά 14,2% και οι υποθέσεις νομοθεσίας περί όπλων κατά 4,8%.», ενώ στον απολογισμό του έτους 2018 σημειώνονται τα εξής: «Το έτος 2018, σε σύγκριση με το 2017, μειώθηκαν οι κλοπές – διαρρήξεις και οι κλοπές τροχοφόρων, ενώ στα ίδια επίπεδα, με ανεπαίσθητη διακύμανση καταγράφονται οι ληστείες.

Στις άλλες κατηγορίες αδικημάτων, μείωση εμφανίζουν οι υποθέσεις παραχάραξης κατά 66,97%, οι υποθέσεις παράβασης της νομοθεσίας για την πνευματική ιδιοκτησία κατά 32,32%, οι υποθέσεις κυκλοφορίας παραχαραγμένων κατά 20,61%, υποθέσεις απατών κατά 2,12% και οι υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας κατά 1,27%».

Οι παραπάνω διαπιστώσεις υποδηλώνουν την αποκλειστικά επικοινωνιακή διαχείριση της εγκληματικότητας και δείχνουν ότι η αλλαγή παραδείγματος στο πεδίο της ποινικής καταστολής είναι απολύτως επιβεβλημένη. Η συνολική αναμόρφωση του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης απαιτεί ορθολογισμό ως προς τις προβλεπόμενες ποινές, με βασικό κριτήριο την αρχή της αναλογικότητας.

Στο πλαίσιο αυτό οι διατάξεις των νέων Ποινικών Κωδίκων μπορούν να αποτελέσουν ένα αρχικό οδηγό. Επιχειρείται λοιπόν με  το νέο Ποινικό Κώδικα ένα νέο ποινολογικό σύστημα, με δραστική μείωση των μέχρι σήμερα προβλεπόμενων ποινών, με έκτιση των ποινών άνω των τριών ετών, σε αντιστοιχία με ευρωπαϊκές νομοθεσίες ως προς την πρόβλεψη και την εκτέλεσής τους, ενώ τις προβλέψεις αυτές συμπληρώνουν, στην κατεύθυνση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, οι ρυθμίσεις για την ποινική διαπραγμάτευση και την ποινική συνδιαλλαγή που εισάγονται με τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Τα νομοθετήματα αυτά, για τα οποία εργάστηκαν για πάνω από μια δεκαετία οι ικανότεροι νομικοί της χώρας. θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με νηφαλιότητα, χωρίς κραυγές και «κορώνες» και με την αφετηρία ότι έχουν θεσπιστεί για το μέλλον και δεν είναι δυνατόν να προτάσσονται μόνο οι παρούσες δικαστικές εκκρεμότητες.

Ασφαλώς και κάποιες από τις διατάξεις των Ποινικών Κωδίκων χρειάζονται βελτίωση, άλλωστε ως ανθρώπινο έργο σίγουρα μπορεί να έχει λάθη και αβλεψίες. Στο πλαίσιο αυτό, η κριτική ανάγνωσή τους είναι αναγκαία και επιβεβλημένη. Άλλωστε ο επιστημονικός διάλογος με ουσιαστικά επιχειρήματα αποτελεί το αναγκαίο μέσο που μπορεί να προωθήσει τη νομική σκέψη. Η πρόκληση λοιπόν είναι ορατή, αρκεί η αντιμετώπισή της να βρίσκεται μακριά από αποπροσανατολισμούς και φοβίες που δεν συνάδουν στο νομικό μας πολιτισμό.

*Επ. Καθηγητής Νομικής ΔΠΘ – Δικηγόρος

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ