Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020

Πάνος Λαζαράτος: Έξι απλές σκέψεις για την πρόθεση «συμφωνίας» Κράτους-Εκκλησίας

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Πάνος Λαζαράτος: Έξι απλές σκέψεις για την πρόθεση «συμφωνίας» Κράτους-Εκκλησίας

1. Τα 15 άρθρα της εν λόγω «συμφωνίας» δεν έχουν καμία νομική σημασία. Χαρακτηρίστηκαν ήδη από τον Αρχιεπίσκοπο «πρόθεση συμφωνίας», δηλαδή νομικώς τίποτα. Δεν είναι προσύμφωνο, δεν είναι καν προσύμφωνο προσυμφώνου. Πρόκειται, όμως, για μια «συμφωνία» με πολιτική σημασία, πράγμα το οποίο ενδεικνύεται από τις δημόσιες πολυποίκιλες αντιδράσεις.

 

2. Η πανηγυρική διακήρυξη της θρησκευτικής ουδετερότητας της πολιτείας είναι αυτονόητη για κάθε σύγχρονη χώρα (βλ. Ι. Δρόσο, Καθημερινή, 10.11.2018, σελ. 5). Βέβαια, το Σύνταγμα του ουδετερόθρησκου κράτους θα ξεκινά και πάλι με το προοίμιο «εις το όνομα της Αγίας και Ομοούσιου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Επίσης, το άρθρο 13§1 Συντ. ήδη ορίζει ότι η απόλαυση τω ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων καθενός δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του. Επικρατούσα θρησκεία παρέμεινε η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (προσέξτε τις γλωσσικές ατέλειες της προτεινόμενης νέας ρυθμίσεως του άρθρου 3 Συντ.: «Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία» (sic) Μα η Εκκλησία δεν είναι θρησκεία). Αν τα πράγματα είναι έτσι, η νομική σημασία της πανηγυρικής διατυπώσεως έχει συμβολική αξία, αλλά ελάχιστη νομική και πρακτική σημασία.

Γράφει
ο Πάνος
Λαζαράτος*

3. Τόσο η Εκκλησία της Ελλάδος όσο και η Πολιτεία θα έπρεπε να διαβουλευθούν πρώτα και με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο ανήκουν οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών (‘Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη, νησιά του Β. Αιγαίου) (βλ. Κτιστάκη, Καθημερινή, 6.11.2018). Το άρθρο 3 Συντ. που κατοχυρώνει συνταγματικά την θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανήκει στον ύψιστο πολιτειακό Νόμο. Άρα και η Πολιτεία έχει τις ευθύνες της. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν περιλαμβάνει μόνο το Αυτοκέφαλο τμήμα της αλλά και τις Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου που της έχουν δοθεί προς διοίκηση.

4. Το ακροτελεύτιο άρθρο είναι αντιφατικό και πρόωρο. Αναφέρει ότι «οι παραπάνω δεσμεύσεις των μερών θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση τηρήσεως της συμφωνίας στο σύνολό της» (όλα ή τίποτα!). Όμως, ούτε «δεσμεύσεις» ούτε «συμφωνίες» υπάρχουν ακόμα. Ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Και όλα αυτά θα έπρεπε να έχουν εγκριθεί εκ των προτέρων από την Ιεραρχία και το Υπουργικό Συμβούλιο. Όταν εγκριθούν θα είναι διαφορετικά. Και όταν έρθουν οι ειδικοί νόμοι, αν ποτέ έρθουν, θα είναι ακόμα διαφορετικότερα. Όπως προσφυώς ελέχθη, δεν πρόκειται ακόμη για συμφωνία, είναι adreferendum (Ι. Κονιδάρης).

5. Η «συμφωνία» προβλέπει ότι «το Ελληνικό Δημόσιο αναγνωρίζει ότι ανέλαβε την μισθοδοσία του κλήρου, ως με ευρεία έννοια αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε». Τούτο είναι ψευδές και ανιστόρητο όπως αποδεικνύει η απλή ανάγνωση του α.ν. 536/1945 (το Δημόσιο εισέπραττε από το 1945 υποχρεωτικώς το 25% των εισπράξεων των ενοριακών ναών προς μισθοδοσία των κληρικών).
Η νομική αξία του κειμένου είναι μηδαμινή. Αναγνωρίζει ότι αυτό συνέβη τότε (ex tunc) και το κατανοεί τώρα; Και πόσο αξίζει αυτή η εκκλησιαστική περιουσία ώστε να δούμε για πόσες δεκαετίες αναλαμβάνεται αυτή η υποχρέωση από όλους τους Έλληνες; Μέτρημα κανένα. Ούτε ένας αριθμός. Άρα νομικώς το κείμενο δεν λέει τίποτε. Πολιτικώς, θα δείξει το μέλλον. Προς το παρόν όλοι μας, πιστοί, αλλόθρησκοι και άθεοι θα πληρώνουμε 200 εκατομμύρια, τουλάχιστον, ετησίως χωρίς καν να έχουμε ερωτηθεί.

6. Αν όλα αυτά γίνουν πράξη η Εκκλησία θα κυριαρχήσει νομικώς και οικονομικώς απολύτως στον κλήρο της. Θα συνάψει ό,τι συμβάσεις θελήσει, με όσους θελήσει, για όσο χρόνο θελήσει, ασκώντας απόλυτη εποπτεία κα εξουσία απέναντι στον απλό κληρικό. Ελπίζω ότι τα πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια και ιδίως το Συμβούλιο της Επικρατείας θα παραμείνουν αρμόδια για τον έλεγχο των νέων αυτών ειδικών σχέσεων εξουσίας και οι σχετικές πράξεις των εκκλησιαστικών οργάνων θα συνεχίσουν να θεωρούνται δικαστικώς ελεγκτές. Γιατί διαφορετικά ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας είναι μέγιστος. Στην πραγματικότητα (έστω και δια του αναγκαίου δικαστικού ελέγχου των σχέσεων Εκκλησίας και κληρικών) ο υποτιθέμενος διαχωρισμός προς το παρόν μου φαίνεται μάλλον ψευδεπίγραφος.

*Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ