Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

Χρήστος Πλιάτσικας: Επιβολή προσωρινής κράτησης  -“προφυλάκισης”

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Χρήστος Πλιάτσικας: Επιβολή προσωρινής κράτησης  -“προφυλάκισης”

Ο Νομικός κόσμος αλλά και η κοινωνία συζητά και προβληματίζεται σχετικώς με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την προσωρινή κράτηση  και τους περιοριστικούς  όρους, που επιβάλλονται από τα ανακριτικά γραφεία της χώρας, αλλά και του “κοινού περί δικαίου αισθήματος” αυτών, παρακολουθώντας τις  εξελίξεις σε δικαστικές υποθέσεις, με έντονο δημοσιογραφικό και κοινωνικό ενδιαφέρον (υπόθεση «Παπαντωνίου», «Ριχαρδου»,  «μαφίας των φυλακών», «Ηριάννα» κλπ).

Γράφει

 

ο δικηγόρος

  Χρήστος

  Πλιάτσικας

Υποθέσεις που οδηγούνται στα ανακριτικά γραφεία της χώρας  μονοπωλώντας  το  ενδιαφέρον και  καθιστώντας αδιάκριτα  σε αρκετές περιπτώσεις το δίκαιο με το άδικο,  το Νόμιμο με το Ηθικό.   

Η προσωρινή κράτηση, γνωστή εις το ευρύ κοινό με τον όρο “προφυλάκιση” απαγγέλλεται εκ του εκάστου Ανακριτού μετά την σύμφωνη γνώμη της Εισαγγελικής Αρχής, κατ’ άρθρο 282 ΚΠοινΔ . Ειδικότερα σύμφωνα με την παράγραφο 1 και 2 του άρθρου 282 Κ.Π.Δ. ορίζει ότι όσο διαρκεί η προδικασία, αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών είναι δυνατό να διαταχθούν περιοριστικοί όροι, εφόσον αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη των αναφερόμενων στο άρθρο 296 σκοπών.

Περιοριστικοί όροι είναι ιδίως α) η παροχή εγγύησης, β) η υποχρέωση του κατηγορουμένου να εμφανίζεται κατά διαστήματα στον ανακριτή ή σε άλλη αρχή, γ) η απαγόρευση να μεταβαίνει ή να διαμένει σε ορισμένο τόπο ή στο εξωτερικό, δ) η απαγόρευση να συναναστρέφεται ή να συναντάται με ορισμένα πρόσωπα και ε) ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση.

Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής. Μόνο η κατά το νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή προσωρινής κράτησης.

Στο άρθρο 296 ΚΠΔ ο νομοθέτης εκφράστηκε στενότερα, καθορίζοντας τον σκοπό επιβολής των περιοριστικών όρων ως αμιγώς δικονομικό (εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου κατά την προδικασία, ακροαματική διαδικασία και εκτέλεση αποφάσεως), που απειλείται όταν καταφάσκεται ο κίνδυνος φυγής του κατηγορουμένου, ενώ στο άρθρο 282 παρ. 4 ΚΠΔ,  όσον αφορά στην προσωρινή κράτηση, επιπλέον του ως άνω σκοπού καθόρισε και έτερον, το προληπτικόν, προβλέποντας επιβολή αυτής όχι μόνο όταν υπάρχει κίνδυνος φυγής του, αλλά και κίνδυνος διαπράξεως νέων εγκλημάτων.

Η επιλογή επιβολής στον κατηγορούμενο κάποιου ή κάποιων από τα άνω δικονομικά μέτρα καταναγκασμού, εφόσον προκύπτουν σε βάρος του σοβαρές ενδείξεις ενοχής άλλως αποχρώσες ενδείξεις, μπορεί να επιτευχθεί λυσιτελώς βάσει της αρχής της αναλογικότητας (βλ. άρθρο 25 παρ. 1 Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το ψήφισμα της 6.4.2011 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής) και των ειδικότερων εκφάνσεων αυτής.

Δηλαδή επιλέγεται μόνο εκείνο ή εκείνα τα μέτρα που είναι κατάλληλα για την επίτευξη των άνω σκοπών (αρχή προσφορότητας), αλλά και αναγκαία «απολύτως» κατ’ άρθρο 282 παρ. 1 ΚΠΔ, είτε γιατί είναι τα μοναδικά προς επίτευξη τους, είτε γιατί είναι τα ηπιότερα από τα διατιθέμενα προς τούτο, απαγορευμένης της επιλογής του επαχθέστερου υπέρμετρου (αρχή της αναγκαιότητας) και εν τέλει ευρίσκονται σε μια παραδεκτή λογική σχέση αναλογίας με την βαρύτητα της διωκόμενης αξιόποινης πράξης (αρχή της υπό στενή έννοια αναλογικότητας- βλ. Πλημ Πειρ 130/2005 δημ. στη Nomos, ΠλημΡοδ 22/2003 Ποιν Δ/νη 2004, 543, ΠλημΧαλκιδ 319/2002 ΠοινΔ/νη 2002, 1285, Μάνεση, «Ατομικές Ελευθερίες», τ. Α\ 1982, σελ. 77, Δαγτόγλου, «Ατομικά Δικαιώματα», τ. Α’, 1991, σελ. 177, του ιδίου, «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο», 1984, σελ. 134, Ανδρουλάκη, ό.π., 18, Καρρά, ό.π., 97, 98).

Παράλληλα στο άρθρο 296 Κ.Π.Δ. ορίζεται  ως σκοπός των περιοριστικών όρων να αποτραπεί ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων και να εξασφαλιστεί ότι εκείνος στον οποίο επιβλήθηκαν θα παραστεί οποτεδήποτε στην ανάκριση ή στο δικαστήριο και θα υποβληθεί στην εκτέλεση της απόφασης. Μάλιστα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3811/09 αναφέρεται ότι: «προσωρινή κράτηση μπορεί να διατάσσεται -βεβαίως, συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις επιβολής της- μόνον εφόσον οι περιοριστικοί όροι κρίνονται ρητά ως ανεπαρκείς για την προώθηση των σκοπώ της ποινικής προδικασίας.

Η σχέση προτεραιότητας των περιοριστικών όρων έναντι της προσωρινήνς κρατήσεως παραμένει αναλλοίωτη και στο πλαίσιο του σημερινού νομοθετικού καθεστώτος και εισάγεται ρητά ανάγκη διπλής αιτιολόγησης της επιλογής του επαχθέστερου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού».

Για την επιβολή προσωρινής κράτησης ισχύουν τα εξής κριτήρια:

  • α) Ο κίνδυνος φυγής. Αυτή η προϋπόθεση πληρείται εφόσον ο κίνδυνος φυγής προκύπτει από το γεγονός ότι ο δράστης δεν έχει μόνιμη ή γνωστή διαμονή ή υπήρξε φυγόποινος ή έστω φυγόδικος στο παρελθόν ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής.

      Ειδικότερα στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος έχει σταθερή εργασία, οικογένεια, σταθερή κατοικία ακίνητη περιουσία και γενικότερα σταθερούς δεσμούς με το κοινωνικό περιβάλλον πρέπει να αφήνεται ελεύθερος και απαγορεύεται η προσωρινή κράτηση.Η ανάγκη ρητής αιτιολόγησης του σκοπού φυγής του κατηγορουμένου το μεν υποδηλώνει ότι δεν αρκεί μόνο η διαπίστωση των λοιπών προϋποθέσεων για την επιβολή προσωρινής κράτησης, το δε είναι εναρμονισμένη με τους σκοπούς του άρθρου 296 ΚΠΔ.

  • β) Ο κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων αντικαταστάθηκε από μια σαφέστερη και ευχερώς αποδείξιμη προϋπόθεση, δηλαδή την διαπίστωση προηγούμενων αμετάκλητων καταδικών για ομοειδές κακούργημα.

      Έτσι, ως πραγματικά περιστατικά της προηγούμενης ζωής του δράστη δεν επιτρέπεται να αξιολογούνται συμπεριφορές αποκλίνουσες ή συγκλίνουσες σε κοινωνικά μοντέλα, ή συμπεριφορές προκύπτουσες έμμεσα από δελτία εγκληματικότητας ή άδηλα από αόριστες πληροφορίες, αλλά μόνο ειδικά περιστατικά που έχουν ποινική απαξία και είναι πραγματικά (υπαρκτά στον εμπειρικό κόσμο), αφού αποτυπώνονται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου.

  • γ) Απαιτείται η συνδρομή συγκεκριμένων στοιχείων που να προσδίδουν ιδιαιτερότητα στην πράξη, η οποία απειλείται αφηρημένα στο νόμο με ποινή ισόβιας κάθειρξης ή κάθειρξης μέχρι είκοσι έτη.

      Έτσι, το εύρος εφαρμογής του συγκεκριμένου κριτηρίου περιορίζεται πλέον μόνο στα πολύ σοβαρά κακουργήματα, δηλαδή εκείνα για τα οποία απειλείται στο νόμο ποινή ισόβιας κάθειρξης, πρόσκαιρης κάθειρξης (5-20 έτη) ή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα ετών (10-20 έτη), ενώ ρητά αποκλείονται από τα κακουργήματα τα ηπιότερα, δηλαδή τα απειλούμενα με ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης μέχρι δέκα ετών (5- 10 έτη) ή με πλαίσιο ποινής Φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών ή κάθειρξη έως δώδεκα ετών.

Η νομολογία  έχει υιοθετήσει τις αναλυτικές αρχές που διέπουν το θεσμό της προσωρινής κρατήσεως και σταθερά κρίνει ότι το σχετικό δικονομικό μέτρο είναι ένα εξαιρετικό μέτρο δικονομικού καταναγκασμού, το οποίο πρέπει να επιβάλλεται με ιδιαίτερη φειδώ και μόνο όταν κρίνεται απολύτως αναγκαίο.

Η προσωρινή κράτηση επαγόμενη, ως κατά κανόνα και η ποινή, στέρησιν της ελευθερίας του κατηγορουμένου κατά την εισηγητικήν έκθεσιν του νόμου 1128/81 αποτελεί πεποίθησιν πλέον εις τους ασχολούμενους με την επιστήμην και την εφαρμογήν του Νόμου, ότι κατά το πλείστον είναι ανώφελος, και αδικαιολόγητως δυναμένη να καταστεί ενίοτε και καταστροφική,  αποτελούσα βαρείαν προσβολήν της ατομικής ελευθερίας ενός προσώπου, το οποίον κατά τεκμήριον θεωρείται αθώον μέχρις της υπό του αρμοδίου Δικαστηρίου κηρύξεως της ενοχής και της καταδίκης του αμετακλήτως , προσομοιάζει κατά τούτο προς την ποινήν, όμως δεν αποβλέπει εις σωφρονισμόν του δράστου, ως η ποινή, και επομένως δεν δύναται να συνιστά κατ’ ουδέν, μίαν «προκαταβολήν» ούτως ειπείν, ή προέκτασιν της επιβληθησομένης, έστω και μετά πλήρους βεβαιότητας, ποινής.

Αποτελεί εξαιρετικόν δικονομικόν μέτρον και επιβάλλεται τότε μόνον, όταν κρίνεται απολύτως αναγκαίον, κατά τα ως άνω. Δεν δύναται με κανένα τρόπον να έχει εκδικητικόν χαρακτήρα δια τον κατηγορούμενον, ακόμη και αν έχει τελέσει βαρύ αδίκημα το οποίον έστω ότι πυροδότησε  την κοινήν γνώμην, ενδεχομένως δε προκάλεσε αγανάκτηση ή και σκάνδαλον. (βλ. ΣυμΕφετών Αθηνών 1118/89 ΠΧ ΛΘ’ 992).

Η προσωρινή κράτηση έπαυσε να αποτελεί το μοναδικό μέτρο δικονομικού καταναγκασμού, ως άμεση, εν είδει αντιποίνου, συνοπτική απάντηση στο έγκλημα. Το κέντρο βάρους δόθηκε στους περιοριστικούς όρους, στους οποίους μάλιστα δόθηκε απόλυτη χρονική προτεραιότητα, εισαγομένης πλέον της αρχής της αναγκαίας αναλογίας μέσου και σκοπού, η οποία εγγυάται την λογική ανταπόδοση (Ανδρουλάκη Θεμελιώδεις έννοιες ποινικής δίκης σελ. 25, ΣυμΠλημΘεσ 24/1 994, 358).

Ο Δικαστής-Ανακριτής πρέπει να θεωρεί αυτονόητο ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος, εκτός εάν προκύπτουν ειδικά και συγκεκριμένα, ουσιώδη και αναμφισβήτητα στοιχεία, που υποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν θα εμφανισθεί στο Δικαστήριο και δεν θα υποβληθεί στην εκτέλεση της ποινής. Μόνον εάν υφίστανται ειδικά και συγκεκριμένα τέτοια στοιχεία μπορεί να τεθεί θέμα επιβολής του ποσοτικά και ποιοτικά λιγότερο επαχθούς για τον κατηγορούμενο περιοριστικού όρου.

Επομένως αν ο κατηγορούμενος έχει σταθερή εργασία, οικογένεια, σταθερή κατοικία, ακίνητη περιουσία και γενικότερα σταθερούς δεσμούς με το κοινωνικό περιβάλλον πρέπει να αφήνεται ελεύθερος ή να επιβάλλεται ο ασθενέστερος περιοριστικός όρος (Βλ. Βούλευμα ΣυμΠλημ Αθηνών 4265/92 και υπ’ αυτό παρατηρήσεις, ΣυμΠλημ Πειραιώς 415/94 ΠΧ ΜΔ1 1304 και σχετική εισαγγελική πρόταση).

Κύριος σκοπός της προσωρινής κράτησης είναι , ως έχει διατυπωθεί ανωτέρω , μόνο η εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου κατά την προσεχή του δίκη και η πρόληψη τελέσεως άλλων αξιοποίνων πράξεων από αυτόν αντ’ αυτής  είναι δυνατόν να επιβληθούν στον κατηγορούμενο περιοριστικοί όροι (ΣυμΕφΑθηνών 444/96 Υπεράσπιση 1996, 1304, Διάταξη Ειδικού Ανακριτού Αθηνών 276/95 ΠΧ ΜΕ1 850).

Περαιτέρω σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, το τεκμήριο της αθωότητας (άρθρο 6§2 της ΕΣΔΑ ) παραβιάζεται αν, χωρίς να έχει προηγουμένως αποδειχθεί η ενοχή του κατηγορουμένου σύμφωνα με το νόμο, και, κυρίως, χωρίς να του έχει δοθεί η ευκαιρία να ασκήσει τα δικαιώματα υπεράσπισής του, μία δικαστική απόφαση που τον αφορά αντανακλά την άποψη ότι είναι ένοχος. Το ίδιο ισχύει ακόμα και αν δεν υπάρχει επίσημη παραδοχή. Αρκεί να διαφαίνεται από το ίδιο σκεπτικό του δικαστηρίου ότι θεωρεί τον κατηγορούμενο ένοχο ( κατά Ελβετίας, 25 Μαρτίου 1983, § 37, Series A no.62).

Στην υπόθεση Βαφειάδης κατά Ελλάδας, 24981/07, απόφαση της 02.07.2009, το Δικαστήριο τονίζει ότι: «Από την άποψη αυτή το Δικαστήριο Θεωρεί ότι η προσωρινή κράτησις πρέπει να είναι η έσχατη λύση που δικαιολογείται μόνον όταν όλες οι άλλες διαθέσιμες επιλογές αποδεικνΰονται ανεπαρκείς. Ως προς το θέμα αυτό, το Δικαστήριο παραπέμπει στις τελευταίες λέξεις του άρθρου 5 § 3 της Σύμβασης απ’ όπου προκύπτει ότι η προσωρινή απόλυση του κατηγορούμενου πρέπει να διαταχτεί αν συνοδεύεται από εγγύησιν εξασφαλίζουσαν την παράστασιν του ενδιαφερομένου εις την δικάσιμον όταν η προσωρινή κράτηση δεν δικαιολογείται πλέον, εκτός από μόνον τον κίνδυνο να φυγοδικήσει ο κατηγορούμενος.

Όταν καλούνται να αποφανθούν ως προς τον εύλογο χαρακτήρα της κράτησης σύμφωνα με το άρθρο 5 § 1 , οι αρμόδιες αρχές έχουν την υποχρέωση να αναζητήσουν αν υπάρχουν εναλλακτικά μέτρα αντί της εξακολούθησης της κράτησης» (Khudoyorov κατά Γαλλίας, αρ. 6847/02, §183,CEDH 2005-X; Sulaoja κατά Εστονίας, αρ. 55939/00,15 Φεβρουάριου 2005, § 64 infirte; Jablonski κατά Πολωνίας•} αρ. 33492/96, 21 Δεκεμβρίου 2000, §83 και κατά Βελγίου, αρ. 11287/03, 8 Νοεμβρίου 2007, § 97).

Συμπερασματικά, εμφαίνεται μία κοινή κατεύθυνση του εγχώριου και Ευρωπαίου Νομοθέτη. Ήτοι, η προσωρινή κράτηση κρίνεται ως το επαχθέστερο μέτρο προς εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου ενώπιον του αρμοδίου Ποινικού Δικαστηρίου και για την επιβολή της πρέπει πρωτίστως να εξετάζονται τα έτερα δικονομικά μέσα που διαθέτουν οι δικαστικές αρχές και να λαμβάνεται υπ’ όψιν η επάρκειά των.    

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ