Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2020

Όλγα Β. Τσόλκα: «Αποχή από την ποινική δίωξη υπό όρους», κατ’ άρθρα 48 και 49 ΚΠΔ

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Όλγα Β. Τσόλκα: «Αποχή από την ποινική δίωξη υπό όρους», κατ’ άρθρα 48 και 49 ΚΠΔ

Της Όλγας Β. Τσόλκα*

Ι. Γενικές παρατηρήσεις

Με τα άρθρα 48 και 49 ΚΠΔ εισάγεται στο ποινικο δικονομικό μας σύστημα μια εναλλακτική διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Οι εν λόγω ρυθμίσεις θέτουν τις ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις για την περάτωση της ποινικής δίκης τόσο σε πρώιμο στάδιο, δια της δυνητικής αποχής από την ποινική δίωξη (παρ. 1-6 του ά. 48 και παρ. 1-3 του ά. 49), όσο και σε μεταγενέστερο στάδιο, δια της δυνητικής παύσεως της ποινικής διώξεως (παρ. 7 του ά. 48 και παρ. 4 του ά. 49). Κατά τη δογματική σύλληψή τους, το δημόσιο συμφέρον για την ποινική δίωξη ορισμένων πλημμελημάτων και κακουργημάτων ουσιαστικά αντισταθμίζεται από την εκπλήρωση συγκεκριμένων όρων που δέχεται να αναλάβει ο ύποπτος (ή ο κατηγορούμενος). Επί της αρχής, η συναίνεση αυτή δεν συνιστά εν ταυτώ και ομολογία ενοχής, αλλά μια πράξη αυτοδέσμευσης του καθ’ ου προς εκπλήρωση των εκάστοτε όρων, από την τήρηση των οποίων εξαρτάται η οριστική ανάλωση της ποινικής αξιώσεως της Πολιτείας. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, η εν λόγω εναλλακτική διαδικασία κατατείνει στην -υπό όρους- «αποσυμφόρηση της δικαστικής ύλης», «υπηρετεί την αρχή της σκοπιμότητας» ή άλλως «σχετικοποιεί την αρχή της νομιμότητας» και «συνάμα» υλοποιεί κάποιες άλλες αρχές, «όπως της οικονομίας της δίκης και της επιτάχυνσης της διαδικασίας». Οι αναφορές αυτές έχουν πρακτική σημασία, καθόσον η πραγμάτωση των αρχών που διέπουν την οικεία διαδικασία συγκαθορίζει την πρακτική της εφαρμογή, νοηματοδοτώντας το περιεχόμενο της «εξουσιοδότησης» για την περάτωση της ποινικής δίκης και ακολούθως της οικείας εισαγγελικής διάταξης ή δικαστικής αποφάσεως.

Στο πλαίσιο αυτό, αξιοπρόσεκτη είναι η παρατήρηση του Ν. Ανδρουλάκη (Επιτάχυνση της προδικασίας στην ποινική δίκη – με κάθε κόστος; ΠΧρ 2011, σελ. 163) ότι κατά τη θέσπιση τέτοιου είδους θεσμών αυτό που «πρυτανεύει» είναι «η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 δ’ Συντάγματος) με τα τρία συστατικά της, την προσφορότητα, την αναγκαιότητα (προπάντων αυτήν) και την stricto sensu αναλογικότητα». Η αποδοχή και εκπλήρωση συγκεκριμένων όρων αίρει δηλαδή την αναγκαιότητα τιμώρησης κι ως εκ τούτου -σε επίπεδο δικονομικού δικαίου- την αναγκαιότητα δίωξης των οικείων πράξεων.

Συναφώς, υποστηρίζεται στη γερμανική θεωρία (Veßlau, σε: SK-StPO, εισαγ. των ά. 151 επ., πλαγ. 14, 15, ά. 153a πλαγ. 16) ότι η εν μέρει ανάλογη διάταξη του άρθρου 153a γερμΚΠΔ δεν μετουσιώνει -σε πρώτη γραμμή- εξαιρέσεις από τον κανόνα της αρχής της νομιμότητας. Στην πραγματικότητα, εισάγει ένα «novum» στο ποινικοδικονομικό σύστημα, ένα «κατά φύση διαφορετικό διαχειριστικό μοντέλο ανάμεσα στην εξατομικεύουσα απονομή της δικαιοσύνης και στην συστημική αποτελεσματικότητα». Κατά τούτο, θεωρώ ότι η παραδοσιακή αντίληψη περί «υποχώρησης» της αρχής της νομιμότητας έναντι εκείνης της σκοπιμότητας δεν επαρκεί εν προκειμένω για την κατανόηση των νέων διατάξεων.

ΙΙ. Επί των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 48 ΚΠΔ
1. Στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 48 εμπίπτουν τα μικρής και μεσαίας βαρύτητας πλημμελήματα. Ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έναρξη της διαδικασίας είναι: α) Η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής, αφού βεβαίως έχει προηγηθεί η διερεύνηση της υπόθεσης. β) Η συναίνεση του υπόπτου να εκπληρώσει έναν ή περισσότερους όρους εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος. Όπως προκύπτει από την ενδεικτική απαρίθμησή τους, η επιλογή του «κατάλληλου» όρου συναρτάται με το είδος του εγκλήματος.
2. Οι αυτές προϋποθέσεις ισχύουν και για τα πλημμελήματα (ανεξαρτήτως απειλουμένης ποινής), τα οποία περιοριστικώς αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 48. Εδώ προσδιορίζεται, ως (μοναδικός) ενδεδειγμένος όρος, η πλήρης αποκατάσταση της προκληθείσας από το έγκλημα ζημίας, δια της καταβολής του κεφαλαίου και των τόκων. Σχετικώς αρκεί και η δήλωση του παθόντος.

Με την συμπερίληψη των ανωτέρω πλημμελημάτων στο άρθρο 48, ο νομοθέτης προέταξε την περιουσιακή διάσταση της αξιόποινης συμπεριφοράς κι έλαβε υπόψη, ως εμπειρικό δεδομένο, τη «σχέση κοινής αναφοράς» μεταξύ λ.χ. της απιστίας και της ψευδούς βεβαιώσεως (κατά την αιτιολογική έκθεση).Έτσι, ζητήματα συρροής επιλύονται στο πλαίσιο του δικονομικού δικαίου. Η αποκατάσταση της μίας και αυτής ζημίας που προκλήθηκε από την τέλεση των δύο εγκλημάτων –φαίνεται να- αντισταθμίζει το δημόσιο συμφέρον για την δίωξη, ή άλλως καθιστά πλέον μη αναγκαία την κίνηση ή ακόμη και τη συνέχιση της ποινικής διώξεως για τα δύο -αληθώς συρρέονταεγκλήματα. Αναλόγως, το ίδιο παρατηρείται και στο έγκλημα της νομιμοποίησης εσόδων. Λαμβάνοντας υπόψη τη συναφή ρύθμιση της παρ. 3 του άρθρου 39 του ν. 4557/2018, η προς αποκατάσταση «ζημία» είναι καθ’ ύψος εκείνη του βασικού αδικήματος.

3. Επιγραμματικά, η εν λόγω εναλλακτική διαδικασία χωρίζεται σε δύο μέρη: α) Στην «προσωρινή» αποχή από την ποινική δίωξη ή «προσωρινή» παύση της ήδη κινηθείσας διώξεως, αφού έχει προηγηθεί μια προπαρασκευαστική διαδικασία, κατά τα γενικώς οριζόμενα στις παρ. 1-3 του ά. 48. Η προβλεπόμενη στην παρ. 4 δυνατότητα αντικατάστασης ή μερικής άρσης των σχετικών όρων αφορά προδήλως μόνον τα πλημμελήματα της παρ. 1 του άρθρου 48. β) Στην «οριστική» ανάλωση της ποινικής αξιώσεως της Πολιτείας, εφόσον ο καθ’ ου έχει εκπληρώσει τους όρους εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Στην αντίθετη περίπτωση, συνεχίζεται η τακτική ποινική διαδικασία, η δε αρχική συναίνεση του εν λόγω προσώπου δεν μπορεί να αξιοποιηθεί μετέπειτα σε βάρος του. Για τη διασφάλισή του σκόπιμη θα ήταν η αναλογική εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 301 ΚΠΔ. Ρητώς αποκλείεται η κίνηση της εναλλακτικής διαδικασίας, όταν το ίδιο πρόσωπο τελέσει (στο μέλλον) ομοειδές έγκλημα.

ΙΙΙ. Επί των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 49 ΚΠΔ
Με το άρθρο 49 ΚΠΔ διευρύνονται οι ανωτέρω δυνατότητες στα κακουργήματα του καταλόγου της παρ. 2 του άρθρου 48. Μάλιστα, δια της δυνητικής παύσεως της ποινικής διώξεως, παρέχεται μια «χρυσή ευκαιρία» στον κατηγορούμενο που δεν υπέβαλε αίτημα ποινικής συνδιαλλαγής κατ’ άρθρο 301 ΚΠΔ. Και τούτο διότι, εφόσον μεταγενέστερα κριθεί από το δικαστήριο (κατ’ ά. 49 παρ. 4) ότι υφίστανται οι σχετικές προϋποθέσεις, η εκ μέρους του αποδοχή και εκπλήρωση των οικείων όρων συνεπάγεται την ματαίωση της ποινικής αξιώσεως της Πολιτείας, χωρίς την επιβολή ποινής. Επιπρόσθετα, ο νομοθέτης συμπεριέλαβε εδώ τις ακόλουθες ρυθμίσεις: α) Στις περιπτώσεις «απόπειρας», ως «αποκατάσταση νοείται η χρηματική ικανοποίηση του ζημιωθέντος λόγω ηθικής βλάβης», για το ύψος της οποίας ορίζεται ένα ανώτατο όριο. Περαιτέρω, ειδική πρόνοια λαμβάνεται για τους συμμετόχους, καθώς και για την μη επέκταση της διαδικασίας στα -εκτός του καταλόγου- συρρέοντα εγκλήματα. Ευκταίες θα ήταν ανάλογες προβλέψεις για τα αντίστοιχα πλημμελήματα του άρθρου 48. β) Η οριστική αποχή από την ποινική δίωξη (και η οριστική παύση αυτής) εξαρτάται από την εκπλήρωση κι ενός δεύτερου όρου: Την μη τέλεση από τον ύποπτο (ή κατηγορούμενο) ομοειδούς κακουργήματος ή πλημμελήματος εντός τριετίας από την αποδεδειγμένη αποκατάσταση του ζημιωθέντος. Σε περίπτωση παραβίασης του όρου αυτού, η ποινική αξίωση της Πολιτείας αναβιώνει μετά την αμετάκλητη καταδίκη του εν λόγω προσώπου για την δεύτερη χρονικά αξιόποινη συμπεριφορά, με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί ποινικής συνδιαλλαγής. Έτσι, η συναίνεσή του φαίνεται να λειτουργεί εδώ ως ομολογία ενοχής.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί μια ιδιαίτερη παράμετρος για τα κακουργήματα και πλημμελήματα του ν. 2803/2000 (απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ): Η επικείμενη έναρξη της λειτουργικής αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα έχει επιπτώσεις στην εφαρμογή των εναλλακτικών διαδικασιών, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 40 του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου.

*Μέλος ΔΣ ΕΕΠ, Eπίκ. Καθηγήτρια Τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου

**Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο novacriminalia,Περιοδική Έκδοση τηςΈνωσης Ελλήνων Ποινικολόγων, ΕΙΔΙΚΟ ΤΕΥΧΟΣ ΝΕΟΣ ΚΠΔ,Νο 7,Οκτώβριος 2019.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ