Παντ. Μποροδήμος: Ζητήματα από την επιβολή χρηματικής ποινής στον Ποινικό Κώδικα

Μέχρι την ψήφιση του ν.4619/2019 που έθεσε σε ισχύ τον νέο ΠΚ, ο ρόλος των χρηματικών ποινών είχε περιορισμένη εμβέλεια και σαφώς παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τις στερητικές της ελευθερίας ποινές. Με το νέο ΠΚ αλλάζει πλέον πλήρως η φιλοσοφία της επιβολής χρηματικών ποινών σε σαφή κατεύθυνση ενίσχυσής τους. Αναλύει ο Πρωτοδίκης Παντελής Μποροδήμος* […]

NEWSROOM

Μέχρι την ψήφιση του ν.4619/2019 που έθεσε σε ισχύ τον νέο ΠΚ, ο ρόλος των χρηματικών ποινών είχε περιορισμένη εμβέλεια και σαφώς παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τις στερητικές της ελευθερίας ποινές. Με το νέο ΠΚ αλλάζει πλέον πλήρως η φιλοσοφία της επιβολής χρηματικών ποινών σε σαφή κατεύθυνση ενίσχυσής τους.

Αναλύει ο Πρωτοδίκης Παντελής Μποροδήμος*

Η επιλογή αυτή φιλόδοξα στοχεύει αφενός στην ειδική πρόληψη και την εξατομίκευση των ποινών και αφετέρου στην σταδιακή απαγκίστρωση του συστήματος από την πρωτοκαθεδρία των στερητικών της ελευθερίας ποινών. Ταυτόχρονα όμως συνεπάγεται νέες ερμηνευτικές προκλήσεις τόσο κατά την επιμέτρηση όσο και κατά το σχηματισμό συνολικής ποινής.

Α. Επιμέτρηση χρηματικής ποινής:

Επισκοπώντας επιγραμματικά τις κατηγορίες των χρηματικών ποινών διακρίνουμε τα εξής:

α) Στα εγκλήματα που η χρηματική ποινή απειλείται αυτοτελώς ή διαζευκτικά με την επιβολή κοινωφελούς εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 90 ημερήσιες μονάδες,

β) Στα εγκλήματα που απειλείται διαζευκτικά με ποινή φυλάκισης, ανέρχεται έως τις 180 ημερήσιες μονάδες. γ) Και στα εγκλήματα για τα οποία απειλείται σωρευτικά με φυλάκιση ή κάθειρξη, δεν ξεπερνά καταρχήν τις 360 ημερήσιες μονάδες. Ειδική πρόβλεψη υπάρχει για μια σειρά κακουργημάτων, που σχετίζονται στο μεγαλύτερο μέρος τους με την περιουσία του ελληνικού δημοσίου, όπου ο μέγιστος αριθμός των σωρευτικά με την κάθειρξη απειλούμενων ημερήσιων μονάδων μπορεί να ανέλθει στις 1000. Τέλος, κατά το άρθρο 68 ΠΚ η χρηματική ποινή, λαμβάνει και ρόλο αναπληρωματικού μέτρου δήμευσης, όπου η τελευταία είναι πολύ επαχθής ή εντελώς αδύνατη. Σε αυτή την περίπτωση επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους έως την αξία των αντικειμένων που δεν δύναται να δημευθούν.

Περαιτέρω, τα σχετικά με τη διαδικασία επιμέτρησης της χρηματικής ποινής ορίζονται στο άρθρο 80 ΠΚ. Σύμφωνα με αυτό, κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής το δικαστήριο ορίζει στην απόφαση τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων και το ύψος τους. Με την επιμέτρηση του αριθμού των ημερήσιων μονάδων αξιολογείται η βαρύτητα της πράξης και της ενοχής του δράστη. Με τον καθορισμό του ύψους της αξίας κάθε μονάδας αξιολογείται η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος. Σε κάθε περίπτωση η χρηματική ποινή είναι το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού αυτών των δύο μεγεθών, ήτοι οι ημερήσιες μονάδες επί το οριζόμενο ύψος τους το οποίο κυμαίνεται από 1 έως 100 ευρώ (άρθρο 57παρ.3 ΠΚ).

Π.χ. Καταδίκη για κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε π.φ. δύο ετών και χρηματική ποινή 300 ημερησίων μονάδων. Απαγγέλλεται χρηματική ποινή 300 ημερησίων μονάδων (που αντιστοιχεί στη βαρύτητα της κλοπής και της ενοχής του δράστη), ύψους 5 ευρώ καθ΄ έκαστη (που αντιστοιχεί στην αποδεικνυόμενη οικονομική του κατάσταση), ήτοι ΧΠ ίση με 1500 ευρώ.

Β. Μη καταβολή της χρηματικής ποινής και τροπή της σε στερητική της ελευθερίας:

Η ενίσχυση της θέσης της χρηματικής ποινής στον νέο ΠΚ αποδεικνύεται σαφώς από τις συνέπειες που προβλέπονται για την περίπτωση μη καταβολής της. Το άρθρο 80 ΠΚ προβλέπει μία σειρά από ευνοϊκά μέτρα μεταχείρισης του καταδικασθέντος που βρίσκεται σε αδυναμία καταβολής της χρηματικής ποινής, μεταξύ των οποίων είναι

α) ο καθορισμός προθεσμίας έως 3 έτη για καταβολή σε δόσεις (80παρ.4) και σε περίπτωση ουσιώδους μεταβολής της προσωπικής και οικονομικής κατάστασης

β) η διεύρυνση της προθεσμίας έως τα 5 έτη,

γ) η μείωση του ύψους της ημερήσιας μονάδας και

δ) η αντικατάσταση της χρηματικής ποινής με παροχή κοινωφελούς εργασίας (80παρ.5) με αίτηση που υποβάλλεται μία φορά. Κατά την εκτίμησή μας, σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στην αιτιολογική έκθεση, η άπαξ υποβολή, αφορά κάθε ένα από τα τρία αιτήματα, μπορεί να γίνει όμως και διαζευκτικά ή σωρευτικά. Η λειτουργία των μέτρων αυτών μας είναι ήδη γνωστή, από το προηγούμενο σύστημα της μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική.

Ουσιώδη καινοτομία εισάγει το άρθρο 80παρ.6, που ορίζει ότι κατά την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής, θα πρέπει να ορισθεί και η στερητική της ελευθερίας ποινή, που θα πρέπει να εκτίσει ο καταδικασθείς αν δεν καταβάλει, με διάρκεια που να μην υπερβαίνει τον αριθμό των ημερήσιων μονάδων της χρηματικής ποινής.

Π.χ. Καταδίκη για κλοπή ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Απαγγέλλεται χρηματική ποινή 300 ημερησίων μονάδων, ύψους 5 ευρώ καθ΄ έκαστη, ήτοι ΧΠ ίση με 1500 ευρώ και ταυτόχρονα ορίζεται ότι σε περίπτωση μη καταβολής, ο καταδικασθείς θα εκτίσει ποινή φυλάκισης (έως) 300 ημερών.

i) Ζήτημα δημιουργείται από το τελευταίο εδάφιο το 80παρ.6 ΠΚ, όπου ρητά αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 99ΠΚ στην περίπτωση της τροπής της χρηματικής ποινής σε στερητική της ελευθερίας. Η διάταξη αυτή καλείται σε εφαρμογή, αφού εξαντληθεί ολόκληρο το οπλοστάσιο επιείκειας, που θεσπίζεται στις διατάξεις των άρθρων 80παρ.4 και 5, προκειμένου να αποτρέψει τον κακόπιστο κατάδικο, που αρνείται να καταβάλει ή να εκτίσει εναλλακτικά τη χρηματική ποινή του.

Όμως, παρόλο που η τελεολογία της διάταξης, θα οδηγούσε σε γενικό αποκλεισμό όλων των μορφών αναστολής και εναλλακτικής έκτισης, από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης δεν αποκλείεται εξ αντιδιαστολής η αξιοποίηση των άρθρων 100 ΠΚ -που αφορά την μερική αναστολή στερητικής της ελευθερίας που δεν ξεπερνά τα τρία έτη- ή του άρθρου 104Β για την παροχή κοινωφελούς εργασίας, καθώς η διάταξη του άρθρου 80 παρ. 6 ρητά αποκλείει την εφαρμογή μόνο του άρθρου 99 ΠΚ και όχι τον λοιπών διατάξεων περί την αναστολή και την έκτιση των ποινών.

ii) Επιπλέον, ζήτημα δημιουργείται ως προς το ποιος είναι ο χαρακτήρας της νέας αυτής στερητικής της ελευθερίας ποινής. Μόνο φυλάκιση ή δυνητικά και κάθειρξη; Η διάταξη του άρθρου 80παρ.6 μιλά γενικά για στερητική της ελευθερίας ποινή, όμως από τη συστηματική ερμηνεία ενός πλέγματος διατάξεων προκύπτει ότι η απειλούμενη ποινή θα είναι πάντα φυλάκιση. Συγκεκριμένα, εφόσον ο μέγιστος απειλούμενος αριθμός ημερησίων μονάδων είναι οι 1000, πάντα η στερητική της ελευθερίας ποινή θα φτάνει έως τις χίλιες ημέρες και θα είναι μικρότερη των 5 ετών (5 έτη = 1825 ημέρες). Ακόμη, ο ρητός αποκλεισμός της αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτής κατά το άρθρο 80παρ.6 ΠΚ, υποδεικνύει το χαρακτήρα της ως φυλάκισης, καθώς μόνο η τελευταία θα ήταν δυνατό να ανασταλεί κατά το άρθρο 99 ΠΚ. Σημειωτέον, ότι στο άρθρο 81παρ.4 ΠΚ, μία ημερήσια μονάδα χρηματικής ποινής, αντιστοιχείται με μία ημέρα φυλάκισης και τέσσερις ώρες κοινωφελούς εργασίας. Τα παραπάνω ενισχύει και το επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατό ένα πλημμελειοδικείο να επιβάλει, έστω και δευτερογενώς, ποινή κάθειρξης, καθώς αυτή η αρμοδιότητα έχει ανατεθεί με τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 97 στα κακουργιοδικεία (Εφετεία ή Μικτά Ορκτωτά).

Γ. Σχέση 80παρ6 ΠΚ και 553 ΚΠΔ Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να αναφερθούμε στην διαφαινόμενη αντινομία μεταξύ των διατάξεων του άρθρου 80παρ.6 ΠΚ και του άρθρου 553 ΚΠΔ, ως ισχύουν. Η μία ορίζει ότι σε περίπτωση μη καταβολής της χρηματικής ποινής, αυτή τρέπεται σε στερητική της ελευθερίας ποινή, που δεν αναστέλλεται κατά το άρθρο 99 ΠΚ και η άλλη ότι οι χρηματικές ποινές βεβαιώνονται στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. εντός ενός μήνα από τότε που έγιναν αμετάκλητες. Ήδη έχει επισημανθεί από διάφορες πλευρές, ότι μεταξύ των δύο διατάξεων διαφαίνεται μια σχέση αλληλοαποκλεισμού, ενόψει της μέχρι πρότινος λειτουργίας της χρηματικής ποινής, οπότε η βεβαίωση στη Δ.Ο.Υ. θεωρούνταν ουσιαστικά τρόπος έκτισης της ποινής. Η θέση όμως αυτή δεν είναι πλέον απροσμάχητη, ενόψει ιδίως του αποκλεισμού συνοπολογισμού των χρηματικών ποινών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών στο Δημόσιο κατά το άρθρο 469ΠΚ.

Οι νέες διατάξεις για τη χρηματική ποινή και ιδίως οι διατάξεις του άρθρου 80παρ.4,5 και 6 ΠΚ, εντάσσονται σε μια εντελώς διαφορετική λογική για τον τρόπο έκτισής της και προβλέπουν πολύ διαφορετικές συνέπειες για τη μη καταβολή της. Ως εκ τούτου, η άποψη ότι η βεβαίωση στη Δ.Ο.Υ. μπορεί να θεωρείται έκτιση, θα ακύρωνε de facto το νέο οικοδόμημα της επιβολής χρηματικής ποινής του νέου ΠΚ. Αξίζει να σημειωθεί πως και στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι «η μη εκπλήρωση της υποχρέωσης καταβολής της χρηματικής ποινής ή εκτέλεσης της κοινωφελούς εργασίας, που την υποκαθιστά, συνεπάγεται τη βεβαίωση του ποσού της χρηματικής ποινής υπέρ του Δημοσίου».

Από αυτό, συνάγεται ότι θεωρήθηκε αυτονόητη και παράλληλη η δυνατότητα βεβαίωσης της χρηματικής ποινής και της τροπής της σε στερητική της ελευθερίας. Από την άλλη, έτσι οδηγούμαστε στην διπλή έκτιση της ίδιας ποινής, αφενός με την είσπραξη μέσω της διαδικασίας βεβαίωσης στη Δ.Ο.Υ. ως χρέος προς το δημόσιο και αφετέρου με την εκτέλεση της αναπληρωματικής στερητικής της ελευθερίας ποινής, προσκρούοντας στην αρχή ne bis in idem.

Ως ερμηνευτική εναρμόνιση, που διατηρεί το κύρος και των δύο διατάξεων ανέπαφο, προτείνεται εδώ η αξιοποίηση των άρθρων 556 και 562 ΚΠΔ περί δυνητικής αναβολής της εκτέλεσης της αναπληρωματικής στερητικής της ελευθερίας ποινής και περί αμφιβολιών για είδος ή τη διάρκεια της ποινής αντίστοιχα. Μάλιστα το άρθρο 556 ΚΠ περιλαμβάνει ρητά στην εμβέλειά του το άρθρο 80παρ.6 ΠΚ. Έτσι, είτε ο Εισαγγελέας προφορικά (556παρ.1εδ. τελ) ή με αιτιολογημένη διάταξη (άρθ. 556παρ.2 ΚΠΔ) ή το δικαστήριο των πλημμελειοδικών μετά από αμφιβολία του Εισαγγελέα ή αντιρρήσεις του καταδικασθέντος (άρθρο 562 ΚΠΔ) θα μπορούν να εκτιμήσουν αν έχει εισπραχθεί η χρηματική ποινή μέσω της διαδικασίας βεβαίωσης ή αν είναι δυνατή η είσπραξή της, ώστε να αναβληθεί η εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής και να αποφευχθεί ο κίνδυνος να εκτιθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους ή ίδια ποινή.

Δ. Σχηματισμός συνολικής χρηματικής ποινής:

Ο τρόπος σχηματισμού συνολικής ποινής, καθορίζεται στο άρθρο 96 ΠΚ. Ως ποινή βάσης λαμβάνεται υπόψιν εκείνη που είναι η μεγαλύτερη εκτιμώμενη σε ευρώ, ως αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού των ημερήσιων μονάδων επί το ύψος της αξίας έκαστης. Η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος εκτιμάται στον τρόπο επαύξησης κατά το άρθρο 96παρ.1 ΠΚ. Ως προς τον προσδιορισμό της επαύξησης της ποινής βάσης ο νόμος διαχωρίζει ανάμεσα στην περίπτωση της πραγματικής και της κατ΄ ιδέα συρροής:

i) Στην περίπτωση που περισσότερα εγκλήματα τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις (αληθινή πραγματική συρροή) η βαρύτερη χρηματική ποινή επαυξάνεται ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος όχι όμως περισσότερο από το μισό του αθροίσματος των λοιπών συντρεχουσών (96παρ.1 ΠΚ).

Παράδειγμα: Συνάντηση τριών χρηματικών ποινών: 5.000 ευρώ + 1800 + 90 ευρώ. Ποινή βάσης τα 5.000 ευρώ και η επαύξηση από τις συντρέχουσες ύψους ως το όριο του ½ του αθροίσματος τους (1800+90), δηλαδή 1890:2= 945 ευρώ. Επομένως ΣΧΠ μπορεί να ανέλθει από τα 5.001 ευρώ έως τα 5.945 ευρώ, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος.

ii) Στην περίπτωση που περισσότερα εγκλήματα τελέστηκαν με μία πράξη (αληθινή κατ΄ ιδέα συρροή) το άρθρο 96παρ.2 ΠΚ με ρητή παραπομπή στα οριζόμενα στο άρθρο 94παρ.2 ΠΚ, ορίζει ότι η επαύξηση γίνεται ελεύθερα, όχι όμως πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής. Εδώ ανακύπτει ερμηνευτικό ζήτημα για το ποιο είναι το ανώτατο όριο της χρηματικής ποινής. Από τη συνδυαστική εκτίμηση των άρθρων 57 και 80παρ.1 ΠΚ, συνάγεται ότι κατά κανόνα το ανώτατο όριο προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο των ημερήσιων μονάδων, επί το ανώτατο όριο του προβλεπόμενου ύψους, ήτοι 360 μονάδες Χ 100 ευρώ έκαστη μονάδα. Επομένως κατά κανόνα το ανώτατο όριο της ΧΠ ανέρχεται στο ποσό των 36.000 ευρώ.

Κατ΄εξαίρεση, στις περιπτώσεις των κακουργημάτων, όπου επιβάλλεται σωρευτικά με την κάθειρξη και χρηματική ποινή έως 1000 ημερήσιες μονάδες, το ανώτατο όριο του είδους της ποινής ανέρχεται στις 1000 μονάδες Χ 100 ευρώ έκαστη= 100.000 ευρώ, όταν η χρηματική ποινή αυτή είναι η ποινή βάση για το σχηματισμό της συνολικής ποινής. Αναγκαίο η ελεύθερη επαύξηση να μην υπερβαίνει το ύψος ΧΠ που θα προέκυπτε σε περίπτωση πραγματικής συρροής.

Παράδειγμα: Συνάντηση τριών χρηματικών ποινών 28.800 + 18.000 + 9.000 ευρώ. Ποινή βάση τα 28.800 ευρώ και επαύξηση ελεύθερα από τις λοιπές των 18.000 ευρώ και 9.000 ευρώ αντίστοιχα, έως τις 36.000 ευρώ (αφού το ½ του αθροίσματος των συντρεχουσών 27.000:2 =13.500 ευρώ, που υπερβαίνει το ανώτατο όριο του είδους της ποινής).

Ε. Σχέση σχηματισμού συνολικής ποινής στον ΠΚ και στους ειδικούς ποινικούς νόμους: 

Η περίπτωση του σχηματισμού συνολικής ποινής μεταξύ χρηματικών ποινών του νέου ΠΚ, όταν αυτές συναντώνται με χρηματικές ποινές ειδικών ποινικών νόμων, ήδη έχει αμφισβητηθεί έντονα, στη λογική ότι πρόκειται για χρηματικές ποινές που διέπονται από εντελώς διαφορετικά συστήματα. Μάλιστα, είναι ακριβές ότι ενόψει της έλλειψης ημερήσιων μονάδων, στην περίπτωση των ειδικών ποινικών νόμων, αλλά και των χρηματικών ποινών του παλαιού ΠΚ, δε φαίνεται δυνατή de lege lata η τροπή της χρηματικής ποινής σε στερητική της ελευθερίας, όπως προβλέπει πλέον το άρθρο 80παρ.6 ΠΚ.

Αντίστοιχο πρόβλημα διαφαίνεται ενόψει της κατ΄ ιδέα τέλεσης εγκλημάτων, αφού δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο κανόνας της ελεύθερης επαύξησης της ποινής βάσης μέχρι το ανώτατο όριο του είδους της ποινής (άρθρο 96παρ.2 και 94παρ.2 ΠΚ), καθώς στους ειδικούς ποινικούς νόμους υφίστανται διατάξεις με χρηματικές ποινές που συχνά υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια του νέου ΠΚ. (π.χ. ιδιαίτερα διακεκριμένα εγκλήματα ναρκωτικών που η ΧΠ φτάνει το ένα εκατομμύριο).

Παρά τους προβληματισμούς, όμως και με άξονα την ανάγκη να αντιμετωπισθούν και πρακτικά, τα ανακύπτοντα ζητήματα σχηματισμού συνολικής ποινής, θα πρέπει σε περίπτωση συνάντησης χρηματικών ποινών διαφορετικής προέλευσης να ισχύσουν οι ίδιοι ως άνω κανόνες. Έτσι ως ποινή βάσης θα τεθεί η αριθμητικά μεγαλύτερη σε ευρώ, προσαυξανόμενη κατά το άρθρο 96 ΠΚ, από τα ποσά των συντρεχουσών, έστω και αν προέρχονται από ειδικό ποινικό νόμο.

Π.χ. Συνάντηση καταδικαστικών αποφάσεων για διακίνηση ναρκωτικών με απόφαση για ληστεία και κακουργηματική κλοπή : κάθειρξη 8 ετών και ΧΠ 300.000 ευρώ (μέγιστη) + κάθειρξη 5 ετών και ΧΠ 36.000 ευρώ(μέγιστη) + κάθειρξη 5 ετών και ΧΠ 36.000 ευρώ (μέγιστη). Η ΣΧΠ έχει ποινή βάση τις 300.000 ευρώ με προσαύξηση από τις λοιπές ύψους 36.000 έκαστη, όχι περισσότερο από το ½ του αθροίσματος (ήτοι 36.000ευρώ) επομένως ΣΧΠ 336.000 ευρώ. 

Όσο, για τις ποινές που επιβλήθηκαν προ της 01.07.2019 θα θεωρούνται ότι εκτίθηκαν μόνο με τη βεβαίωση στη Δ.Ο.Υ., εφόσον για αυτές δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται το δυσμενέστερο καθεστώς του άρθρου 80παρ.6 ΠΚ. Οι νέες των ειδικών ποινικών νόμων θα συντρέχουν κανονικά στο σχηματισμό νέας συνολικής ποινής με τις νέες χρηματικές του ΠΚ, χωρίς όμως και αυτές ποτέ να τρέπονται σε στερητικές της ελευθερίας, τουλάχιστον μέχρι να υπάρξει σχετική νομοθετική παρέμβαση.

* Πρωτοδίκης Θεσσαλονίκης

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο ende.gr

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ