Αριστομένης Β. Τζαννετής: Ουδέν κρυπτόν; Προβληματισμοί για το νέο άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ

Σοβαρά προβλήματα πρακτικής εφαρμογής δημιουργούνται και από την ελλειπτική μεταφορά του άρθρου 7 της Οδηγίας στο νέο άρθρο 100 παρ.3 ΚΠΔ

NEWSROOM
Αριστομένης Β. Τζαννετής: Ουδέν κρυπτόν; Προβληματισμοί για το νέο άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ

Το κατοχυρωμένο στο άρθρο 100 ΚΠΔ δικαίωμα πρόσβασης του κατηγορουμένου στο αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας αποτελεί ειδικότερη πτυχή του ευρύτερου δικαιώματος προετοιμασίας της υπεράσπισης (άρθρο 6 παρ. 3 περ. β’ ΕΣΔΑ). Με το άρθρο 18 Ν. 5232/2025 (έναρξη ισχύος 22.9.2025) προστέθηκε τρίτη παράγραφος στο άρθρο 100 ΚΠΔ, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Κατά παρέκκλιση από τις παρ. 1 και 2, εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, όπως έχει ερμηνευθεί, ιδίως από την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), οι αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, κατά την ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση αδικημάτων που προσβάλλουν μη προσωποπαγή έννομα αγαθά, δύνανται, με ειδική αιτιολογία, να μην επιτρέψουν, την πρόσβαση σε τμήμα του υλικού, εξαιρουμένου εκείνου στο οποίο στηρίζεται κατά βάση η σύλληψη και η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου, αν η πρόσβαση ενδέχεται να θέσει σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου ή αν τέτοια άρνηση είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος και ιδίως σε περιπτώσεις κατά τις οποίες θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια. Κατά της ανωτέρω άρνησης, ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει το δικαίωμα να υποβάλει αντιρρήσεις ενώπιον του αρμοδίου δικαστικού συμβουλίου, το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα».

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Έλληνας νομοθέτης περιορίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να λαμβάνει γνώση του συνόλου των εγγράφων της ανάκρισης κατά την προδικασία. Προηγήθηκε το άρθρο 12 του Ν. 4236/2014 (με τον οποίον ενσωματώθηκε στην εθνική έννομη τάξη η Οδηγία 2012/13/ΕΕ «σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών»), το οποίο προσέθεσε στο τότε ισχύον άρθρο 101 του παλαιού ΚΠΔ τρίτη παράγραφο με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2, εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, οι αρμόδιες αρχές, κατά την ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, δεν επιτρέπουν την πρόσβαση σε τμήμα του υλικού, αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου ή αν τέτοια άρνηση είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, όπως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσβαση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια». Η ανωτέρω διάταξη καταργήθηκε με το νέο ΚΠΔ για να επανέλθει διαφοροποιημένη με το προαναφερθέν άρθρο 18 Ν. 5232/2025.

Το νέο άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ αναπαράγει εν πολλοίς το άρθρο 7 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ, το οποίο: α) Στην παρ. 1 κατοχυρώνει το δικαίωμα ειδικώς του κατηγορουμένου που συλλαμβάνεται ή κρατείται να λάβει γνώση των εγγράφων, που είναι ουσιώδη για την αποτελεσματική αμφισβήτηση της νομιμότητας της σύλληψης ή της κράτησης, β) Στις παρ. 2 και 3 παρέχει στους λοιπούς κατηγορουμένους (δηλαδή εκείνους που δεν τελούν σε καθεστώς σύλληψης ή κράτησης) το δικαίωμα πρόσβασης στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού (είτε υπέρ είτε κατά του κατηγορουμένου), το οποίο πρέπει να παρέχεται εγκαίρως και πάντως το αργότερο έως την υποβολή της δικογραφίας στην κρίση του δικαστηρίου προκειμένου να διασφαλισθεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και ιδίως η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος υπεράσπισης, γ) Στην παρ. 4 προβλέπει ότι κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 και 3, εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε τμήμα του υλικού αν αυτή ενδέχεται να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη ζωή ή τα θεμελιώδη δικαιώματα άλλου προσώπου ή τέτοια άρνηση είναι απολύτως απαραίτητη για την προστασία σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, όπως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η πρόσβαση θα μπορούσε να διακυβεύσει τη διεξαγωγή έρευνας ή να βλάψει σοβαρά την εθνική ασφάλεια του κράτους μέλους, στο οποίο διεξάγεται η ποινική διαδικασία, επί πλέον δε επιβάλλει η απόφαση για την άρνηση πρόσβασης σε τμήμα του υλικού να λαμβάνεται από δικαστική αρχή ή τουλάχιστον να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.

Το άρθρο 7 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ ευθυγραμμίζεται με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία το δικαίωμα πληροφόρησης για τα στοιχεία της δικογραφίας δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, όταν συντρέχουν λόγοι προστασίας τρίτων προσώπων (π.χ. μαρτύρων) ή δημοσίου συμφέροντος (π.χ. εθνική ασφάλεια), εφόσον ο αποκλεισμός της πρόσβασης του κατηγορουμένου σε τμήμα του αποδεικτικού υλικού κρίνεται κατάλληλος και αναγκαίος για την επίτευξη των σκοπών αυτών (βλ. ενδεικτικά αποφάσεις Jasper κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 16.2.2000, Matanovic κατά Κροατίας της 4.4.2017).

Επομένως το νέο άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ δεν είναι κατ’ αρχήν αντίθετο ούτε στο ενωσιακό δίκαιο όσο και στην ΕΣΔΑ. Ωστόσο, τα Κράτη Μέλη διαθέτουν την ευχέρεια και όχι την υποχρέωση να ενσωματώσουν στις εθνικές έννομες τάξεις τους τις προβλεπόμενες στο ενωσιακό δίκαιο παρεκκλίσεις από το δικαίωμα πλήρους πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας. Επειδή το ενωσιακό δίκαιο καθορίζει το ελάχιστο επίπεδο προστασίας των δικονομικών δικαιωμάτων, το νέο άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ – σε αντίθεση με ό, τι αφήνεται να εννοηθεί στην αιτιολογία της νέας ρύθμισης – δεν αποτελεί επιβεβλημένη προσαρμογή στο ενωσιακό δίκαιο, όπως άλλωστε δεν αντέβαινε σε αυτό η κατάργηση του προγενέστερου άρθρου 12 Ν. 4236/2014 με το νέο ΚΠΔ.

Ομολογουμένως η νέα διάταξη εμφανίζει υψηλότερο βαθμό ανταπόκρισης στα ενωσιακά standards σε σύγκριση με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 12 Ν. 4236/2014. Η τελευταία δεν προέβλεπε ούτε την ειδική αιτιολογία της απόφασης των αρμοδίων αρχών για τον αποκλεισμό της πρόσβασης σε τμήμα του αποδεικτικού υλικού ούτε τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να υποβάλει αντιρρήσεις κατά της απόφασης αυτής. Παρά ταύτα, το νέο άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ εμφανίζει κανονιστικές ατέλειες, που θίγουν όχι μόνο τη δικαιότητα, αλλά και την αποτελεσματικότητα του θεσπιζόμενου περιορισμού. Ειδικότερα:

Ο κατ’ άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ αποκλεισμός της πλήρους πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας περιορίζεται για πρώτη φορά σε εγκλήματα που προσβάλλουν μη προσωποπαγή έννομα αγαθά. Ο περιορισμός αυτός, ο οποίος είναι άγνωστος τόσο στο άρθρο 7 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ όσο στο καταργηθέν άρθρο 12 Ν. 4236/2014, δεν αιτιολογείται επαρκώς, και μόνο ως προσπάθεια άμβλυνσης των δικαιοκρατικών αντιρρήσεων κατά του μέτρου της περιορισμένης πρόσβασης στο υλικό της δικογραφίας μπορεί να γίνει αντιληπτός. Σοβαρές περιπλοκές κατά την εφαρμογή του νέου άρθρου 100 παρ. 3 ΚΠΔ θα ανακύψουν σε πολυπρόσωπες υποθέσεις, στις οποίες η συρροή εγκλημάτων που προσβάλλουν τόσο προσωποπαγή όσο και υπερατομικά έννομα αγαθά (π.χ. εγκληματική οργάνωση που τελεί ληστείες ή ανθρωποκτονίες), θα διαφοροποιεί την έκταση της πρόσβασης των μερών στη δικογραφία ανάλογα προς το είδος του εγκλήματος που αποδίδεται σε έκαστο κατηγορούμενο. Μία περαιτέρω καινοτομία του νέου άρθρου 100 παρ. 3 ΚΠΔ είναι ότι εξαιρείται από την απαγόρευση πρόσβασης εκείνο το τμήμα του υλικού «στο οποίο στηρίζεται κατά βάση η σύλληψη και η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου». Πρόκειται για στρεβλή μεταφορά του άρθρου 7 παρ. 1 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ το οποίο, όπως προεκτέθηκε, επιβάλλει την πλήρη αποκάλυψη εκείνων των στοιχείων της δικογραφίας που είναι σημαντικά για την εκ μέρους του κατηγορουμένου εκ των υστέρων αμφισβήτηση των λόγων στους οποίους στηρίχθηκε η σύλληψη ή η προσωρινή κράτηση. Η ανωτέρω αυτοτελής πρόβλεψη της Οδηγίας μεταφέρθηκε ανεπιτυχώς στο άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται η πεπλανημένη εντύπωση ότι δεν μπορεί εξαρχής η έκδοση εντάλματος σύλληψης ή της προσωρινής κράτησης να στηριχθεί σε αποκρυβέν αποδεικτικό υλικό. Δεδομένου όμως ότι ο ανακριτής δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων (δηλαδή κατά την προσέλευση προς απολογία, οπότε και ενεργοποιείται το δικαίωμα του άρθρου 100 ΚΠΔ) αν θα επιβάλει προσωρινή κράτηση ούτε σε ποια αποδεικτικά στοιχεία θα στηριχθεί αυτή, δεν μπορεί το νόημα του άρθρου 100 παρ. 3 ΚΠΔ να είναι ότι αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία εξαιρούνται από τη δυνατότητα απόκρυψης. Αυτός είναι, άλλωστε, ο λόγος για τον οποίον το άρθρο 7 παρ. 1 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ επιβάλλει την αποκάλυψη του αποδεικτικού υλικού μόνο κατά την επιγενόμενη αμφισβήτηση της σύλληψης ή της προσωρινής κράτησης με την άσκηση των προβλεπομένων στο νόμο ενδίκων βοηθημάτων (βλ. άρθρα 290 παρ. 1, 291 ΚΠΔ).

Σοβαρά προβλήματα πρακτικής εφαρμογής δημιουργούνται και από την ελλειπτική μεταφορά του άρθρου 7 της Οδηγίας στο νέο άρθρο 100 παρ.3 ΚΠΔ και την ατελή αφομοίωση των πορισμάτων της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Ειδικότερα:

Πρώτον δεν προσδιορίζεται το απώτατο χρονικό σημείο, μέχρι το οποίο διαρκεί ο αποκλεισμός της πρόσβασης σε τμήμα της δικογραφίας. Η παράλειψη του Έλληνα νομοθέτη να ενσωματώσει στο άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ τη ρήτρα του άρθρου 7 παρ. 2 Οδηγίας, κατά την οποία η πρόσβαση στο υλικό της δικογραφίας πρέπει να εξασφαλισθεί «το αργότερο έως την υποβολή των στοιχείων της κατηγορίας στην κρίση του δικαστηρίου» δημιουργεί σοβαρό ρυθμιστικό κενό. Και τούτο, διότι παραμένει ασαφές αν η πλήρης πρόσβαση αποκαθίσταται το αργότερο κατά την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο μετά την αμετάκλητη παραπομπή ή νωρίτερα ήδη κατά την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο. Υπέρ της τελευταίας αυτής εκδοχής θα μπορούσε να εισφερθεί το επιχείρημα ότι το δικαστικό συμβούλιο θεωρείται στο δικό μας δικονομικό σύστημα δικαστήριο που κρίνει επί της κατηγορίας με την έννοια του άρθρου 7 παρ. 2 Οδηγίας.

Δεύτερον, το άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ αρκείται στην παράθεση των δύο λόγων που σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο δικαιολογούν τον αποκλεισμό της πλήρους πρόσβασης (προστασία ζωής ή θεμελιωδών δικαιωμάτων τρίτων, σημαντικό δημόσιο συμφέρον) χωρίς να προσδιορίζει με τη δέουσα σαφήνεια τη φύση του αποκρυπτόμενου αποδεικτικού υλικού, αφήνοντας ανοικτή τη δυνατότητα αποκλεισμού της πρόσβασης ακόμη και σε αποδεικτικά στοιχεία που κλονίζουν την κατηγορία. Όμως η απόκρυψη τέτοιου είδους αποδεικτικών στοιχείων θίγει εξ ορισμού το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, στο βαθμό που μπορεί να οδηγήσει σε άδικη καταδίκη. Από την άλλη μεριά, η νομολογία του ΕΔΔΑ δέχεται ότι η απόκρυψη επιβαρυντικών αποδεικτικών στοιχείων, η αντίκρουση των οποίων είναι καθοριστικής σημασίας, θίγει το δικαίωμα σε αποτελεσματική υπεράσπιση, σε βαθμό που δεν αφήνει περιθώριο στάθμισης με το δημόσιο συμφέρον ή δικαιώματα τρίτων (βλ. χαρακτηριστικά απόφαση Mirilashvili κατά Ρωσίας της 5.6.2009).

Τρίτον, η πρακτική εφαρμογή του άρθρου 100 παρ. 3 ΚΠΔ προσκρούει σε σοβαρές δυσχέρειες. Ορισμένα πρακτικής φύσεως ερωτήματα: Θα πρέπει να γνωστοποιείται στον κατηγορούμενο το περιεχόμενο του αποκρυπτόμενου υλικού; Τηρείται αυτό το υλικό σε χωριστό «απόρρητο» φάκελο; Έχει ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας πρόσβαση σε αυτό; Πώς ο κατηγορούμενος θα προσφύγει κατά της ανωτέρω διάταξης χωρίς να γνωρίζει ποιες είναι οι αποδείξεις στις οποίες δεν απέκτησε πρόσβαση; Θεωρείται αποκλεισμός της πρόσβασης η διαβεβαίωση του ανακριτή ότι υπάρχει επιπλέον παντελώς άσχετο με την κατηγορία αποδεικτικό υλικό, του οποίου η γνωστοποίηση είναι περιττή; Η διαχείριση αυτών των αλληλένδετων ζητημάτων θέτει υπό σοβαρή δοκιμασία την πρακτική εφαρμογή του άρθρου 100 παρ. 3 ΚΠΔ και μάλλον εξηγεί γιατί και η προηγούμενη διάταξη του άρθρου 12 Ν. 4236/2014 δεν αξιοποιήθηκε κατά τον πενταετή βίο της.

Την ίδια τύχη μάλλον θα έχει και το νεαρό άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ, το οποίο μάλιστα θεσπίσθηκε χωρίς να έχει ανακύψει στην πράξη περίπτωση στην οποία να κατέστη πράγματι αναγκαίος ο αποκλεισμός της πρόσβασης του κατηγορουμένου σε τμήμα της δικογραφίας. Εκτός αν ο νομοθέτης ήθελε απλώς, για λόγους καθαρά συμβολικούς, να προσθέσει ένα ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των νομοθετικών προβλέψεων που υποβαθμίζουν τη θέση του κατηγορουμένου στο ισχύον δικονομικό σύστημα.

* Γράφει ο Αριστομένης Β. Τζαννετής, Γεν. Γραμματέας ΕΕΠ, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

** Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος (22) Φεβρουαρίου 2026 του περιοδικού της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων «Nova Criminalia»      

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr