Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Αριστομένης Β. Τζαννετής : Το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» και η (απο)νομιμοποίηση των ποινικών αποφάσεων

Τεκμήριο αθωότητας, προσωπικά δεδομένα και η γενικότερη υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας των κατηγορουμένων επιβάλλουν την κατά το δυνατόν ουδέτερη και αποστασιοποιημένη δημοσιογραφική κάλυψη και το νηφάλιο δημόσιο σχολιασμό των ποινικών υποθέσεων.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Αριστομένης Β. Τζαννετής : Το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» και η (απο)νομιμοποίηση των ποινικών αποφάσεων

Οι ποινικές δίκες σε υποθέσεις μείζονος κοινωνικού ενδιαφέροντος ευρίσκονται συνήθως στην κορυφή της τρέχουσας ειδησεογραφίας, σχολιάζονται εκτενώς και ποικιλοτρόπως από τους πολίτες στα social media, ενίοτε δε μετατρέπονται σε αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.

Τούτο είναι εν πολλοίς αναπόφευκτο σε μια ανοικτή δημοκρατική κοινωνία, όπου το δικαίωμα ενημέρωσης και ελεύθερης έκφρασης των πολιτών αναμφίβολα καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις. Ωστόσο η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών δεν είναι απόλυτη, αλλά ευρίσκει τα όριά της στα δικαιώματα των κατηγορουμένων.

Τεκμήριο αθωότητας, προσωπικά δεδομένα και η γενικότερη υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας των κατηγορουμένων επιβάλλουν την κατά το δυνατόν ουδέτερη και αποστασιοποιημένη δημοσιογραφική κάλυψη και το νηφάλιο δημόσιο σχολιασμό των ποινικών υποθέσεων.

Όμως δυστυχώς όσοι εκφέρουν δημόσιο λόγο σε ποινικές υποθέσεις που απασχολούν την κοινή γνώμη συνήθως δεν επιδεικνύουν τη δέουσα αυτοσυγκράτηση. Όσο μεγαλύτερη δημοσιότητα απολαμβάνει μια ποινική υπόθεση τόσο περισσότερο δεκτική καθίσταται στην αφοριστική και πρόωρη προεξόφληση της ενοχής των κατηγορουμένων με τετριμμένα συνθήματα, όπως «μέγα σκάνδαλο» « δικαιοσύνη εδώ και τώρα».

Η αρνητική δημοσιότητα που σχεδόν πάντοτε συνοδεύει τις δημοσίου ενδιαφέροντος ποινικές υποθέσεις επιβαρύνει δραματικά την ούτως άλλως δυσχερή θέση των κατηγορουμένων και δημιουργεί έναν παράγοντα πιθανού επηρεασμού (έστω και υποσυνείδητου) των δικαστικών οργάνων που αναλαμβάνουν να τις διεκπεραιώσουν.

Οι δικαστές διαβεβαιώνουν ότι σε όλες ανεξαιρέτως τις ποινικές δίκες ενεργούν απερίσπαστα και με αποκλειστικό γνώμονα το νόμο και τη συνείδησή τους.

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο της ΕΝΔΕ κ. Χρ. Σεβαστίδη  «Οι κρατικοί λειτουργοί (βουλευτές, υπουργοί, δικαστές και εισαγγελείς) έχουν τέτοια υψηλή συνταγματική θωράκιση ακριβώς για να μπορούν να ενεργούν σύμφωνα με τη δική τους συνείδηση και να μην επηρεάζονται στην κρίση τους» .

Στον αντίποδα ο αείμνηστος δάσκαλός μας Νικόλαος Ανδρουλάκης προ τετραετίας σε μια de profundis συνέντευξη διαπίστωνε ότι «οι πιέσεις που δέχονται σε εμάς οι ποινικοί δικαστές, η ποινική πράξη από έξω, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, από την πολιτική από όλο αυτό το, πως θα το έλεγε κανείς, το εξωτερικό μόρφωμα, που μπορεί να επηρεάσει την δικαιοσύνη είναι ισχυρές, είναι περισσότερο ισχυρές. Πολύ εύκολα εμφανίζονται άσχετοι άνθρωποι να κρίνουν και να κατακρίνουν τη δικαιοσύνη γι’ αυτό που κάνει και μάλιστα να αξιώνονται πράγματα από τη δικαιοσύνη, που δεν μπορεί να δώσει στη συγκεκριμένη περίπτωση» .

Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις από έγκριτους εκπροσώπους των δύο βασικών παραγόντων του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης.

Ποιος από τους δύο έχει δίκιο;

To ζήτημα του εξωθεσμικού επηρεασμού των οργάνων της δικαιοσύνης δεν επιδέχεται γενικευμένες προσεγγίσεις. Κανείς δεν μπορεί να διεισδύσει στον ψυχικό κόσμο εκάστου δικαστή , ώστε να διαγνώσει τους παράγοντες, που συγκαθορίζουν τη δικανική κρίση του.

Πάντως η καθησυχαστική διαβεβαίωση ότι υψηλή θεσμική θωράκιση των δικαστών εγγυάται ότι αυτοί ενεργούν με αποκλειστικό γνώμονα το νόμο και τις αποδείξεις συνάγει το ον από το δέον. Αν οι δικαστικές αρχές ήταν πράγματι εξ ορισμού ανεπηρέαστες από εξωγενείς παράγοντες, δεν θα ήταν νοητές ούτε η αμφισβήτηση της υποκειμενικής αμεροληψίας τους ούτε η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας από δηλώσεις κρατικών αξιωματούχων.

Η προϊστορία αποκαλύπτει πλήθος προβεβλημένων στα ΜΜΕ ποινικών υποθέσεων στις οποίες οι αρμόδιες δικαστικές αρχές εξάντλησαν, τουλάχιστον στο στάδιο της προδικασίας, τα όρια της αυστηρότητας.

Με πληθωρικές ποινικές διώξεις, προπετείς εκδόσεις ενταλμάτων σύλληψης (και ακολούθως προσωρινές κρατήσεις) και αθρόες παραπομπές κατηγορουμένων στο ακροατήριο εκδηλώθηκε μια υπεραντίδραση της Πολιτείας η οποία σε ουκ ολίγες περιπτώσεις (βλ. λ.χ. τα «σκάνδαλα» των δομημένων ομολόγων ή της Μονής Βατοπεδίου) δεν δικαιώθηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων και δεν μπορεί να ερμηνευθεί παρά μόνο ως (τουλάχιστον υποσυνείδητη) ευθυγράμμιση της δικαστικής εξουσίας με αυτό που συνηθίζεται να αποκαλείται «κοινό περί δικαίου αίσθημα».

Ο τελευταίος αυτός όρος έχει χάσει στην εποχή μας την αυθεντική σημασία του. Ενώ αρχικά αυτός υποδήλωνε τη φυσική αντίληψη των κοινωνών του δικαίου για τους γραπτούς και άγραφους κανόνες που διέπουν την κοινωνική συμβίωση, στην εποχή της πλουραλιστικής διαδικτυακής πληροφόρησης οι περί δικαίου αντιλήψεις των πολιτών δεν είναι πηγαίες, αλλά διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από τις – συνήθως συνθηματολογικού τύπου – δημόσιες τοποθετήσεις για ποινικώς ελεγχόμενες συμπεριφορές.

Το αποτέλεσμα είναι ότι διαμορφώνεται μια κοινή γνώμη, που αξιώνει την «κάθαρση» και «εγκλεισμό στη φυλακή» ακόμη και σε υποθέσεις στις οποίες μια τέτοια συνέπεια είναι υπερβολική, αν όχι αδικαιολόγητη. Η μεταγενέστερη διάψευση των προσδοκιών για εξοντωτική και παραδειγματική τιμώρηση επιδρά διαβρωτικά στο κύρος της ίδιας της δικαιοσύνης.

Στην πρόσφατη δίκη της «Χρυσής Αυγής» της απόφασης του δικαστηρίου προηγήθηκαν δηλώσεις πολιτικών και οργανώθηκε συγκέντρωση πολιτών με κοινό αίτημα την καταδίκη των κατηγορουμένων. Τέτοιου είδους εκδηλώσεις εκφράζουν εμμέσως δυσπιστία ως προς την ορθοκρισία του δικαστηρίου και θα ήταν περιττές και εντελώς ακατανόητες σε ένα Κράτος στο οποίο η δικαστική εξουσία διαθέτει το θεσμικό κύρος και την ανεξαρτησία που απαιτείται, ώστε οι αποφάσεις της να είναι a priori σεβαστές ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους.

Οι προτροπές να συντονισθεί μια επικείμενη ποινική απόφαση με μια ήδη διαμορφωμένη κοινή γνώμη, η οποία ναι μεν μπορεί να είναι κατ’ ουσίαν ορθή, πλην όμως δεν παύει να είναι κατά βάση διαισθητική στο βαθμό που διαμορφώνεται εν αγνοία των πραγματικών και νομικών δεδομένων κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης, δημιουργούν de facto έναν εξωθεσμικό μοχλό πίεσης.

Για την αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου δεν αρκούν οι φορμαλιστικές στενά νομικές προσεγγίσεις, οι οποίες θέτουν υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία του δικαστηρίου ή επικαλούνται την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας.

Το εάν κάθε συγκεκριμένο Δικαστήριο επηρεάζεται από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εκδικαζόμενης ποινικής υπόθεσης θα παραμένει πάντοτε μια αναπόδεικτη εικασία. Όσοι, πάντως, αντιλαμβάνονται την εκφρασθείσα βούληση των συνερχομένων πολιτών ως ενάσκηση συνταγματικού δικαιώματος ή ως παράγοντα νομιμοποίησης των ποινικών αποφάσεων, δέχονται εμμέσως ότι οι τελευταίες απονομιμοποιούνται, όταν το περιεχόμενό τους δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των πολιτών.

Το ότι οι ποινικές αποφάσεις εκδίδονται και εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού (άρθρο 26 παρ. 3 Συντάγματος) δεν σημαίνει ότι χρήζουν πρόσθετης λαϊκής νομιμοποίησης. Μια τέτοια στρεβλή πρόσληψη της σημασίας του «κοινού περί δικαίου αισθήματος» ευθύνεται για πλείστες παθογένειες της ελληνικής ποινικής πραγματικότητας:

Οι ποινικές αποφάσεις άλλοτε εκθειάζονται, διότι «στέκονται στο ύψος των περιστάσεων» και άλλοτε απαξιώνονται, επειδή δήθεν μοιράζουν «συγχωροχάρτια» ή «κουκουλώνουν» τις υποθέσεις, ενώ δεν λείπουν οι περιπτώσεις, που οι υμνητές μετατρέπονται σε σφοδρούς επικριτές της δικαιοσύνης ανάλογα με την σχέση συμπάθειας ή αντιπάθειας με τους εκάστοτε κατηγορουμένους.

Η εξάλειψη τέτοιων φαινομένων προϋποθέτει τη μακρά και σε βάθος διαπαιδαγώγηση όλων των παραγόντων, που μπορούν δυνάμει να επηρεάσουν εξωθεσμικά μια δικαστική απόφαση: Των εκπροσώπων της εκτελεστικής εξουσίας, που οφείλουν να αφήνουν εμπράκτως τη δικαιοσύνη απερίσπαστη και να μην προκαταλαμβάνουν τις αποφάσεις της.

Των εκπροσώπων του τύπου, που καλούνται να καλύπτουν ειδησεογραφικά τις ποινικές δίκες κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μην υποδαυλίζονται τα τιμωρητικά ένστικτα της κοινής γνώμης και να γίνεται σεβαστή η προσωπικότητα των κατηγορουμένων.

Των δικηγόρων (υπεράσπισης και υποστήριξης της κατηγορίας), οι δημόσιες τοποθετήσεις των οποίων δεν πρέπει να αναπαράγουν τα δρώμενα της ποινικής δίκης εκτός αιθούσης ούτε πολύ περισσότερο να εκτείνονται σε ζητήματα, στα οποία δεν αναγνωρίζεται δικαίωμα δικονομικού λόγου.

Και τέλος του κάθε πολίτη χωριστά, ο οποίος θα πρέπει να μην παρασύρεται από την οχλαγωγία και να συναισθάνεται τη δεινή θέση στην οποία κάθε κατηγορούμενος ευρίσκεται ανεξάρτητα από τη βαρύτητα ή την απαξία της πράξης του.

Όσο τα ανωτέρω είναι ζητούμενα και όχι δεδομένα, θα παρέχεται ακόμη και σε εκείνους που ορθώς καταδικάζονται το πρόσχημα να απονομιμοποιούν την καταδίκη τους με την αμφισβήτηση της θεσμικής ακεραιότητας της καταδικαστικής απόφασης.

Ο Αριστομένης Β. Τζαννετής είναι Γενικός Γραμματέας Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων – Επικουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής Παν/μίου ΑΘηνών

Πηγή : To άρθρο δημοσιεύθηκε στο NOVACRIMINALIA ΤΕΥΧΟΣ ΝΟ 11 / ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2020

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ