Χάρης Οικονομόπουλος: Έλλειψη ανωτέρας βίας ή έλλειψη λογικής;
Σχετικά με τη δικαστική απόφαση που έκρινε πως η εσπευσμένη εισαγωγή δικηγόρου εταιρίας σε μαιευτήριο για πρόωρο τοκετό δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας
EUROKINISSI H ΕφΠειρ 132/2026 που αποκάλυψε το dikastiko.gr με αφορμή την παρέμβαση του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά και της Ένωσης Ποινικολόγων και Μαχομένων Δικηγόρων, δεν είναι άλλο από μία ακόμα κορυφή του ίδιου παγόβουνου. Καθώς ένα ακόμα εφετείο, σε μονομελή σύνθεση, ενδεχομένως αντιγράφοντας το σκεπτικό όμοιας πρωτόδικης, φαίνεται να ερμηνεύει την έννοια της «ανωτέρας βίας» αντίθετα με την κοινή λογική.
Αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρει το σχετικό άρθρο, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δικαστήριο έκρινε πως η εσπευσμένη εισαγωγή δικηγόρου εταιρίας σε μαιευτήριο για πρόωρο τοκετό δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας επειδή, κατά την κρίση του, η δικηγόρος θα έπρεπε να είχε προβλέψει την περίπτωση αδυναμίας παράστασής της από έκτακτο περιστατικό και να είχε ενημερώσει άλλον δικηγόρο για να αναλάβει υπόθεση που χειρίζεται ώστε να μην ερημοδικαστεί η εντολέας της, Δυστυχώς, η απόφαση αυτή δεν είναι η μοναδική αλλά μία από περισσότερες, τέτοιες, των τελευταίων ετών.
Στο πλαίσιο της συζήτησης και των ενεργειών για την επιτάχυνση της δικαιοσύνης, πέραν της ποιότητας που δεν φαίνεται να απασχολεί εξίσου τον νομοθέτη ή τη Σχολή, η δημιουργική φαντασία δικαστών για την απόρριψη αιτημάτων αναβολής που συνιστούν προφανείς λόγους ανωτέρας βίας δεν αντιτίθεται μόνο στη λογική αλλά και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Πέραν του ότι η επιλογή δικηγόρου είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε εντολέα, ο δικηγόρος δεν είναι απλός διεκπεραιωτής υποθέσεων. Η χορήγηση εντολής προς δικηγόρο περιλαμβάνει ένδειξη εμπιστοσύνης και αναγνώριση επάρκειας από πλευράς εντολέα, η δε υποκατάστασή του από «εντεταλμένο» δικηγόρο, είναι, κατ΄ εξαίρεση μόνο, αποδεκτή.
Ο ορισμός εντεταλμένου δικηγόρου προβλέπεται, ρητά και κατ’ εξαίρεση, είτε ως εγγύηση προστασίας σε διαδικασίες ακούσιας νοσηλείας, επιτροπείας/δικαστικής συμπαράστασης ή ευάλωτων προσώπων, είτε από ποινικό δικαστήριο στα πλαίσια της νομικής βοήθειας σε όσους την ζητούν και τη δικαιούνται, είτε όταν προκύπτει κίνδυνος παραγραφής, ιδιαίτερα μετά από αθρόες παραιτήσεις προηγουμένων δικηγόρων που έχει ήδη επιλέξει κατηγορούμενος. Πέρα όμως και από αυτό, οι δικηγόροι, όπως όλοι όσοι εργαζόμενοι συλλειτουργοί δεν εισπράττουν, «βρέξει – χιονίσει», μισθό, εκτός του ότι δεν μπορούν να αποφασίζουν για τον εντολέα τους σχετικά με το ποιος, τυχόν, θα τους αντικαταστήσει σε περίπτωση κωλύματος της τελευταίας στιγμής, δεν νοείται καν να αναμένεται να χρειαστεί να «διαβιβάσουν» μια σχέση επαγγελματικής συνεργασίας, μόνο και μόνο για να αποφύγουν μία παράλογη δικαστική ερμηνεία σχετικά με το τί συνιστά ανωτέρα βία και τί όχι.
Η λογική του «ερήμην», ιδιαίτερα σε πρωτοείσακτες υποθέσεις όπου ένα δικαστήριο μπορεί να προσδιορίσει σύντομο χρόνο για τη μετ’ αναβολή δίκη, με αιτιολογίες όπως η παραπάνω, λογικές που δημιουργούν νέες δίκες που επιβαρύνουν το δικαστικό σύστημα σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πολύ περισσότερο από την «επιβάρυνση» από αναβολές που οφείλονται σε προφανείς λόγους ανωτέρας βίας, καλό θα ήταν να σταματήσει εδώ . Κατά προτίμηση, δε, από εθνικούς δικαστές.
Είτε νωρίτερα, είτε σε κάποια δικάσιμο του Νοεμβρίου 2027, όταν ο Άρειος Πάγος συζητήσει και αποφασίσει εάν η απαγόρευση επιβίβασης τον Οκτώβριο του 2020 σε πτήση επιστροφής από το εξωτερικό δικηγόρου λιγότερο από δύο μέρες πριν την συζήτηση προσωπικής μισθωτικής διαφοράς συνιστά ή όχι λόγο αναβολής που οφείλεται σε ανωτέρα βία και, κατ’ επέκταση, αν η ερημοδικία αυτού και της συζύγου του μετά την απόρριψη σχετικού αιτήματος με το σκεπτικό ότι «ο δικηγόρος θα έπρεπε να είχε προβλέψει μία τέτοια περίπτωση και να είχε ορίσει άλλο δικηγόρο για να δικάσει την (προσωπική) του υπόθεση» συνιστά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και εσφαλμένη εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας της «ανωτέρας βίας» κατ’ άρθρο 501 ΚΠολΔ, όπως και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 6 παρ.1 ΕΣΔΑ (άρθρο 559, αρ,1 ΚΠολΔ) ή όχι.
Δεν σπανίζουν οι φορές που και τα δύο ανώτατα δικαστήρια, από το 2000 και μετά τουλάχιστον, εκπλήττουν τον νομικό κόσμο με αποφάσεις είτε παράλογες, είτε πρόδηλα αντισυνταγματικές. Ένα παράδειγμα, από περισσότερα: ενώ το Σύνταγμα προβλέπει κάτι. που συχνά αναφέρεται ως δημοκρατικό κεκτημένο, δηλαδή το δικαίωμα διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και «από τον τελευταίο ειρηνοδίκη», το ανώτατο ακυρωτικό, θυμίζοντας περισσότερο όργανο της διοίκησης παρά δικαστήριο, δεν δίστασε να κρίνει εαυτό αναρμόδιο να κρίνει επί της συνταγματικότητας ή μη νόμου και της κακής ή μη σύνθεσης διοικητικής αρχής λόγω της συμμετοχής σε αυτήν ανώτατου δικαστικού λειτουργού εν ενεργεία, με το σκεπτικό ότι ο κοινός νομοθέτης ανέθεσε τον έλεγχο του κύρους πράξεων της συγκεκριμένης διοικητικής αρχής στην αρμοδιότητα ποινικού δικαστικού συμβουλίου (ΣτΕ 749/2024 Δ’ Πεντ)…
Η κοινωνία, πολλώ δε μάλλον εμείς, φίλοι συλλειτουργοί, γαλουχηθήκαμε με την ελπίδα του «Es gibt noch Richter in Berlin». Ο κίνδυνος, όμως, για νέες καταδίκες της Ελληνικής Δημοκρατίας από το ΕΔ για την παραβίαση της υποχρέωσης στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη από αποφάσεις και ερμηνείες όπως οι παραπάνω, ταπεινά φρονώ, συνιστά μικρότερο κίνδυνο για το Κράτος Δικαίου από την υπονόμευση που τέτοιες αποφάσεις προκαλούν όχι απλά στο κύρος του θεσμού της Δικαιοσύνης αλλά στην εμπιστοσύνη που πρέπει, πέρα και πάνω από θεσμούς, να υποστηρίζει κάθε τέτοιο κύρος.
Η εμπιστοσύνη, αγαπητοί συλλειτουργοί, δύσκολα κερδίζεται, εύκολα χάνεται. Το κύρος των θεσμών δεν ήταν ποτέ, δεν είναι σίγουρα, αυτονόητο. Θέλει δουλειά, θέλει χρόνο, υπονομεύεται όταν λειτουργοί του επιχειρούν να αιτιολογήσουν τα αναιτιολόγητα, με ερμηνείες που αντιβαίνουν όχι μόνο στο νόμο, εφόσον βέβαια το κρίνει σχετικά ανώτερο δικαστήριο, αλλά στην απλή λογική. Σε μια χώρα που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια την έκβαση μίας δίκης, είτε γνωρίζει πως «έχει δίκιο», είτε γνωρίζει πως «έχει άδικο», το πρόβλημα παύει να είναι του εκάστοτε «χαμένου» και γίνεται πρόβλημα όλων. Καθώς όλοι, ανεξαίρετα, βλαπτόμαστε.
* Χάρης Οικονομόπουλος, Διευθύνων Εταίρος Οικονομόπουλος και Συνεργάτες Δικηγορική Εταιρία
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Δημήτρης Ορφανίδης: Λαμπορατισμός και Οντολογικός Συνταγματισμός Δημήτρης Νεμέτης: Η Judit Polgár και το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά – Χρονόμετρα και κόφτης Γιάννης Πανούσης: Μαύρο χρήμα σε γκρίζο φόντο; Αργύρης Αργυριάδης: Ηλιαχτίδες Δικαιοσύνης Αρχιμανδρίτης Αθηναγόρας Σουπουρτζής: Η παρουσία θρησκευτικών συμβόλων στον χώρο της δικαιοσύνηςΑκολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

