Δημήτρης Μπόλης: Εγκληματική οργάνωση και διαφωνίες για τις νέες διατάξεις

Δε χρειάζεται να αναμένουμε την φυλάκιση συμπολίτη μας που θα αποδειχτεί αθώος στην κατ’ έφεση Δίκη, για να αποδειχτεί η αστοχία της διάταξης του 187 παρ. 6 ΠΚ.  Κάλλιον το προλαμβάνειν ή το θεραπεύειν.

NEWSROOM
Δημήτρης Μπόλης: Εγκληματική οργάνωση και διαφωνίες για τις νέες διατάξεις

Έντονες είναι οι αντιδράσεις του Δικηγορικού κόσμου της χώρας, η οποία εκφράστηκε από την Oλομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων, για την τροποποίηση του άρθρου 187 ΠΚ (περί εγκληματικής οργάνωσης) αφού η ποινή που επιβάλλεται δεν αναστέλλεται, δεν μετατρέπεται, ενώ ούτε η έφεση έχει αναστέλλουσα δύναμη. Δηλαδή ο πρωτοδίκως καταδικασθείς, είτε καταδικάζεται για πλημμέλημα, είτε για κακούργημα, μετά την πρωτόδικη ποινή οδηγείται υποχρεωτικά στη φυλακή.

Πέραν της έντονης κριτικής που ασκήθηκε για την όλως αιφνιδιαστική αυτή διάταξη, χωρίς καμία διαβούλευση, κατά παράβαση των κανόνων της καλής νομοθέτησης, η οποία είναι πραγματικά αποσπασματική, είναι προφανές ότι προσκρούει:

  1. στο άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος, αφού το ανασταλτικό αποτέλεσμα θεωρείται ως σύμφυτο με το δικαίωμα άσκησης ένδικου μέσου. Μάλιστα, η ερμηνεία τους άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με το Δ. Συμεωνίδη, απαγορεύει την χρησιμοποίηση του κατηγορουμένου ως μέσου άσκησης γενικοπροληπτικής ή αντεγκληματικής πολιτικής.
  2. Παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί Δίκαιης Δίκης, αφού η μη δυνατότητα για το δικαστή να χορηγήσει στον κατηγορούμενο αναστολή και άρα να οδηγηθεί στη φυλακή, ουσιαστικά αποστερεί από τον πρωτοδίκως καταδικασθέντα το ένδικο μέσο της εφέσεως, αφού , ιδία στις πλημμεληματικές ποινές, το Εφετείο θα είναι άνευ αντικειμένου, αφού θα έχει ήδη εκτίσει την ποινή.
  3. Προσκρούει στο τεκμήριο Αθωότητας του κατηγορουμένου, άρθρο 71 ΚΠΔ και άρθρο 6 παρ.2 ΕΣΔΑ, αφού η ισχύς του τεκμηρίου αθωότητας επεκτείνεται σε όλη της διάρκεια της ποινικής διαδικασίας και μέχρι το αμετάκλητο
  4. Παραβιάζεται η Συνταγματικά κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 αρχή της αναλογικότητας. Ενώ ένας κατηγορούμενος που δικάστηκε για ανθρωποκτονία σε ποινή 15 ετών, δυνητικά μπορεί να αφεθεί ελεύθερος έως την εκδίκαση της εφέσεως, ο κατηγορούμενος για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, με ποινή 20 μηνών, θα οδηγηθεί στη φυλακή.

Διάταξη ειδικά για την ρητή απαγόρευση χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση, είχε τελευταία φορά θεσπιστεί προ 20ετίας περίπου. Μέχρι το 1996, υπήρχε σχετική απαγορευτική πρόβλεψη για αδικήματα όπως για τη ζωοκλοπή, τον εμπρησμό σε δάσος, την παραβίαση του τότε νόμου περί ναρκωτικών κ.α. Με τον Ν. 2408/1996 καταργήθηκαν συλλήβδην οι σχετικοί περιορισμοί, αφού όπως προέβλεπε: «από τη δημοσίευση του παρόντος καταργούνται όλες οι διατάξεις του ΚΠΔ που αποκλείουν την ανασταλτική δύναμη της έφεσης».

Μετά το 1996, δύο νόμοι ήταν αυτοί που προέβλεπαν την απαγόρευση χορήγησης ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση: Ο ν. 2910/2001 περί Μεταφοράς αλλοδαπών από το εξωτερικό και ο ν. 2725/1999 περί αθλητισμού. Έντονη και τότε ήταν αντίδραση από τον επιστημονικό χώρο, αφού και τότε δυνατότητα αναστολής μπορούσε να δοθεί στα σοβαρότερα κακουργήματα, ενώ αποκλείονταν σε ήσσονος απαξίας πράξεις (Δ. Συμεωνίδης.) Ο Λ. Μαργαρίτης είχε χαρακτηρίσει την ως άνω διάταξη σε σχετικό άρθρο στην Ποινική Δικαιοσύνη ως νομοθετικό πισωγύρισμα, «…δικαιοπολιτικά απαράδεκτη, δογματικά μετέωρη, νομοτεχνικά διάτρητη, και ιστορικά αναχρονιστική». Με τον ν.3904/2010 καταργήθηκε η σχετική απαγόρευση περί αναστολής της ποινής μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, η οποία αποδείχτηκε εν τοις πράγμασι αποτυχημένη.

Ιδιαίτερα επίσης προβληματικό είναι το καθεστώς πλέον και για αυτούς που κατηγορήθηκαν για ένταξη σε εγκληματική ομάδα προ της νομοθετικής ως άνω αλλαγής, που αφορά χιλιάδες, πραγματικά, ανθρώπους.

Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας, όπως δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιανουαρίου του Crime Times, για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση κατηγορήθηκαν:

3.652 άτομα το 2016, 2.797 άτομα το 2017, 2.688 άτομα το 2018.

Ανάλογα προφανώς είναι τα νούμερα σχετικά με τους κατηγορουμένους ως μέλη εγκληματικών οργανώσεων και κατά τα προηγούμενα και τα επόμενα έτη, χιλιάδες λοιπόν αναμένουν να δικαστούν.

Για την εξέλιξη όλων λοιπόν των παλαιότερων υποθέσεων, προ της 11-3-2022 (ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του νέου, δυσμενέστερου, Νόμου), το κρίσιμο είναι το αν η διάταξη αυτή θεωρείται ουσιαστική ή δικονομική. Αν τα Δικαστήρια τη θεωρήσουν ως ουσιαστική ποινική διάταξη, τότε δε θα εφαρμοστεί ως δυσμενέστερη (άρθρο 2 ΠΚ). Αν όμως θεωρηθεί ως δικονομική, τότε αυτή, υπό προϋποθέσεις, έχει και αναδρομική ισχύ, άρα θα ισχύει και για τις ήδη εκκρεμούσες την 11-3-2022 υποθέσεις.

Ως προαναφέρθηκε, η συγκεκριμένη διάταξη φαίνεται να θίγει συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα. Στη θεωρία και τη σχετική βιβλιογραφία, η επικρατούσα άποψη είναι ότι η απαγόρευση της αναδρομικότητας πρέπει να επεκταθεί και στις διατάξεις του ποινικού δικονομικού δικαίου, όταν θίγονται ουσιώδη συμφέροντα και δικαιώματα του κατηγορουμένου (ενδεικτικά Ανδρουλάκης, Μαργαρίτης, Μυλωνόπουλος, Παπαδαμάκης, Χαραλαμπάκης κ.α.) .

Κατά τον τότε Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ν. Παντελή (Εγκύκλιος Εισαγγελέως ΑΠ 3/2013) «απαγορεύεται γενικώς η αναδρομική εφαρμογή δικονομικών κανόνων όταν αυτοί περιέχουν προβλέψεις οι οποίες θίγουν εν τέλει ουσιώδη συμφέροντα του κατηγορουμένου…», ιδία όταν δεν υφίσταται ρητή πρόβλεψη ότι η σχετική δικονομική διάταξη ισχύει αναδρομικά.

Επακολούθησε η 1/2014 απόφαση του ΑΠ (Ολομ) που έκρινε, για συγκεκριμένη βέβαια διάταξη, ότι είναι δικονομική και άρα δύναται να έχει αναδρομική εφαρμογή.

Εν προκειμένω, η διάταξη του 187 παρ. 6 του ΠΚ, περί μη δυνατότητας αναστολής, μετατροπής και ανασταλτικού αποτελέσματος της εφέσεως, εντάσσεται στην ουσιαστική ποινική διάταξη, γεγονός που δημιουργεί πεποίθηση ότι πρόκειται περί ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, άρα δεν έχει αναδρομική εφαρμογή. Υπάρχει βέβαια επιστημονικός αντίλογος.

Πάντως, είναι γενική αρχή του Δικαίου ότι «nulla poena sine lege». Ο λόγος ψήφισης της διάταξης του άρθρου 187 παρ.6 ΠΚ φαίνεται να είναι η γενική πρόληψη και η αντεγκληματική πολιτική, δηλαδή προκειμένου να αποτραπούν εν γένει οι πολίτες να συμμετάσχουν σε εγκληματική οργάνωση υπό το φόβο ότι ουσιαστικά ήδη από την πρωτόδικη Δίκη, σε περίπτωση καταδίκης, οδηγούνται άμεσα στη φυλακή, αφού η ποινή ούτε αναστέλλεται ούτε μετατρέπεται. Προφανώς όμως ο συμμετέχων σε μία εγκληματική οργάνωση, έστω για να τελέσει πλημμέλημα,  προ της θεσπίσεως της ως άνω διάταξης, δεν ήτο δυνατόν να υπολάβει ως ενδεχόμενο σε περίπτωση συλλήψεώς του αυτό το ενδεχόμενο, άρα θα τιμωρηθεί με ένα νόμο που δεν υπήρχε όταν τέλεσε την πράξη του.

Είναι δεδομένο ότι τα Δικαστήρια είναι αυτά τα οποία θα κληθούν να λύσουν τον νέο αυτό νομικό «γόρδιο δεσμό». Γεγονός που μπορεί να αποφευχθεί με τη νομοθέτηση τουλάχιστον της μη αναδρομικής ισχύος της ως άνω διατάξεως.

Γιατί σε περίπτωση που προκριθεί η άποψη ότι πρόκειται περί δικονομικής διατάξεως για την οποία επιτρέπεται η αναδρομική εφαρμογή, χιλιάδες κατά εκτίμηση κατηγορούμενοι θα βρεθούν υπό το φάσμα της φυλακίσεώς τους ήδη από το πρωτόδικο Δικαστήριο, στερούμενοι ουσιαστικά της δυνατότητας να διεκδικήσουν την αθωώτητά τους προ της αμετάκλητης εκδικάσεως της υποθέσεώς τους. Άπαντες γνωρίζουν ότι είναι πολλές οι περιπτώσεις που πρωτοδίκως καταδικασθέντες, αθωώνονται στην κατ’ έφεση Δίκη.

Είναι απορίας άξιον, γιατί η νομοθετική εξουσία να δείχνει ουσιαστικά έλλειψη εμπιστοσύνης στον Έλληνα Δικαστή, ο οποίος σε όλες τις ποινικές υποθέσεις που δικάζει, πλην της εγκληματικής οργάνωσης, έχει το δικαίωμα να σταθμίσει την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης του καθώς και πλήθος άλλων παραμέτρων, ώστε να κρίνει τη χορήγηση ή μη ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση και μόνον για την εγκληματική οργάνωση να στερείται αυτής της δυνατότητας.

Είναι απορίας άξιον το αν η περί ης ο λόγος διάταξη κριθεί ως δικονομική και ως αναδρομικώς εφαρμοζόμενη, πού θα εγκλειστούν οι χιλιάδες των ήδη κατηγορουμένων για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, ενώ οι φυλακές της χώρας είναι ήδη – επιεικώς – υπερπλήρεις.

Είναι απορίας άξιον ότι τη νομοθετική εξουσία ουδόλως φαίνεται να απασχόλησε το γεγονός ότι πρωτοδίκως καταδικασθέντες θα αθωωθούν στην κατ’ έφεση Δίκη, αλλά ήδη, αθώοι συμπολίτες μας εντωμεταξύ θα έχουν οδηγηθεί στη φυλακή.

Η νομοθετική ιστορία της χώρας, έχει αποδείξει ότι τοιαύτης σκληρότητας διατάξεις, αποδεικνυόμενες και αναποτελεσματικές, είχαν σύντομο βίο. Η προσμονή της κατάργησης και αυτής της διατάξεως, είναι βέβαιον ότι θα δημιουργήσει δυσλειτουργίες στην απονομή της Δικαιοσύνης στη χώρα.

Δε χρειάζεται να αναμένουμε την φυλάκιση συμπολίτη μας που θα αποδειχτεί αθώος στην κατ’ έφεση Δίκη, για να αποδειχτεί η αστοχία της διάταξης του 187 παρ. 6 ΠΚ.  Κάλλιον το προλαμβάνειν ή το θεραπεύειν.

*Ο Δημήτρης Νικ. Μπόλης είναι Δικηγόρος

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ