Δημήτρης Τσιακανίκας: Η αντιμετώπιση του άσεμνου υλικού και της πορνογραφίας από το ΕΔΔΑ
Ο ρόλος του ΕΔΔΑ σε σχέση με την αντιμετώπιση του άσεμνου υλικού και της πορνογραφίας είναι κρίσιμος.

Η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες σε ότι αφορά το άσεμνο υλικό και την πορνογραφία είναι σύνθετη και πολυπρόσωπη. Καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς, η πρόσβαση σε περιεχόμενο που θεωρείται ανήθικο ή επιζήμιο για την κοινωνία έχει γίνει πιο εύκολη και διαδεδομένη από ποτέ. Σε αυτό το πλαίσιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΔΔΑ) αναδεικνύεται ως ένας σημαντικός φορέας που ασχολείται με την αξιολόγηση των πρακτικών και των νομοθετικών προσεγγίσεων που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της πορνογραφίας και του άσεμνου υλικού. Το αν η ιδιωτική ζωή δύναται να θέτει όρια στην ελευθερία της έκφρασης αποτελεί κλασικό ερώτημα δικαίου και εντάσσεται στα πλαίσια της σύγκρουσης του δημοσίου με το ιδιωτικό δίκαιο[1]. Μπορούμε να επισημάνουμε άρα ότι ο ρόλος του ΕΔΔΑ σε σχέση με την αντιμετώπιση του άσεμνου υλικού και της πορνογραφίας είναι κρίσιμος. Μέσω των αποφάσεών του, το ΕΔΔΑ διαμορφώνει και επιβεβαιώνει τα θεμέλια του νομικού πλαισίου που ρυθμίζει την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων του ατόμου σε σχέση με την πορνογραφία. Επίσης, αναδεικνύεται ως ένας φορέας που παρακολουθεί τη συμμόρφωση των κρατών μελών προς τις αποφάσεις του και αναπτύσσει νομολογία που επηρεάζει την ερμηνεία και την εφαρμογή της νομοθεσίας τους. Μέσα από αποφάσεις που αφορούν διάφορες χώρες μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, το ΕΔΔΑ έχει διαμορφώσει ένα πλαίσιο αναφοράς για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίζεται η πορνογραφία και το άσεμνο υλικό από τα κράτη μέλη. Αντλώντας από αυτές τις αποφάσεις και τις αρχές που προβάλλονται, είναι δυνατό να εξετάσει κανείς το ρόλο του ΕΔΔΑ στη διαμόρφωση της νομοθεσίας και της πρακτικής που αφορούν την πορνογραφία και το άσεμνο υλικό, καθώς και την επίδρασή του στα δικαστήρια και τις νομολογίες των κρατών μελών.
Πριν αναφερθούμε στην εξέλιξη της αντιμετώπισης του ζητήματος από το ίδιο το ΕΔΔΑ θα πρέπει κατά πρώτον να αξιολογήσουμε το ακριβές περιεχόμενο της ελευθερίας της έκφρασης και να ερμηνεύσουμε το κατά πόσο αυτό θα μπορούσε πράγματι να περιλαμβάνει άσεμνο υλικό. Η ελευθερία έκφρασης αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που προστατεύεται τόσο στο ελληνικό όσο και στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Στο επίπεδο του ευρωπαϊκού δικαίου, η ελευθερία έκφρασης προστατεύεται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ). Σύμφωνα με αυτό το άρθρο, “Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης”. Εντός της διάταξης επεξηγείται ότι το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία των απόψεων και την ελευθερία της πληροφόρησης ή της αναζήτησης πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρεμπόδιση από τις αρχές και χωρίς παρεμβάσεις από οποιοδήποτε δημόσιο φορέα[2]. Ωστόσο, αυτό το δικαίωμα εγκυμονεί κινδύνους σε μία κοινωνία μαζικής πληροφόρησης και πλουραλισμού καθώς και μεγάλου αριθμού ερεθισμάτων. Κατέστη λοιπόν αναγκαίο να υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι πρέπει να είναι προβλεπόμενοι από τον νόμο και να αναγνωρίζονται ως αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία για την προστασία σημαντικών συμφερόντων, όπως η εθνική ασφάλεια, η δημόσια ασφάλεια, η πρόληψη των εγκλημάτων καθώς και η προστασία της υγείας ή της δικαιοσύνης. Στο δε ελληνικό Σύνταγμα, η ελευθερία έκφρασης είναι εγγυημένη στο άρθρο 14 και θεωρείται ένα από τα θεμέλια του δημοκρατικού κράτους. Επιπλέον, οι τυχόν λογικοί περιορισμοί στην άσκηση αυτού του δικαιώματος θα πρέπει να είναι προβλεπόμενοι από το νόμο και να αναγνωρίζονται ως απαραίτητοι για την προστασία της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας υγείας, ή για την προστασία των δικαιωμάτων άλλων ατόμων.
Εύλογα φτάνουμε επομένως στο κρίσιμο ερώτημα της ακριβούς τοποθέτησης του άσεμνου υλικού και της πορνογραφίας μέσα σε αυτό το φάσμα και κατά πόσον δύναται ο περιορισμός τους. Το ερώτημα αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ηθική αντιμετώπιση της πορνογραφίας και αν αυτή την εντάσσει ή όχι στην ελευθερία της έκφρασης. Το δικαίωμα στην πορνογραφία αρχικά υπερασπίστηκε ο αμερικανός φιλόσοφος Ronald Dworkin[3], εστιάζοντας στην δέσμευση αποχής του κράτους ως δικαίωμα στην ηθική αυτονομία (a right to moral independence). Ο Dworkin θεωρεί ότι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να μην υπόκεινται σε επιβαρύνσεις κατά την απόλαυση των κοινωνικών αγαθών εξαιτίας του ότι οι ηγέτες ή οι συμπατριώτες τους θεωρούν την άποψή τους, ταπεινή ή εσφαλμένη. Αυτό το δικαίωμα διασφαλίζει την κρατική ανοχή στην ιδιωτική κατανάλωση πορνογραφίας. Μια ολική καταστολή της πορνογραφίας επομένως θα ήταν ανελεύθερη. Την άποψη αυτή φαίνεται να υποστηρίζει το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Dudgeon κατά Ηνωμένου Βασιλείου[4] όπου επέλεξε να δικαιολογήσει την απόφαση του διαπιστώνοντας ότι το δίκαιο και ο εσωτερικός του θετικισμός δεν θα πρέπει να ασχολείται με την ατομική ηθική όπως εκφράζεται στην ιδιωτική σφαίρα. Αποδέχεται ότι αυτή είναι καλύτερα να αφεθεί στην ατομική συνείδηση, και να την μεταχειρίζεται παρόμοια με την ελευθερία της σκέψης ή της πίστης. Το Δικαστήριο δηλαδή, διαχωρίζοντας την ιδιωτική από τη δημόσια σφαίρα του ατόμου αρνείται να ασχοληθεί με την πρώτη και επιβάλει περιορισμούς. Το ΕΔΔΑ υιοθέτησε επομένως την άποψη ότι η πλειοψηφία δε δημιουργεί κατ’ ανάγκη δίκαιο[5]. Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι η πορνογραφία και το άσεμνο περιεχόμενο για ιδιωτική χρήση δεν θα πρέπει να αποκλείονται από την ελευθερία της έκφρασης απλά και μόνο επειδή βρίσκονται σε αντίθεση με την αντίληψη περί ηθικής της κοινωνίας αλλά θα πρέπει τυχόν περιορισμός τους να ανταποκρίνεται σε ελάχιστες προδιαγραφές καταστολής που να αποσκοπούν στην προστασία υπαρκτών εννόμων αγαθών, όπως πχ η δημόσια τάξη[6].
Παρά το φιλοσοφικό αυτό υπόβαθρο, η νομολογία του ΕΔΔΑ αναδεικνύει μια ποικιλία προσεγγίσεων όσον αφορά την αντιμετώπιση του άσεμνου υλικού και της πορνογραφίας. Από τη μία πλευρά, έχει επιβεβαιώσει τη σημασία της προστασίας της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης, καθώς και της ιδιωτικής ζωής, απορρίπτοντας περιοριστικά μέτρα που θεωρούνται υπερβολικά ή αυθαίρετα. Από την άλλη πλευρά, αναγνωρίζει την ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της δημόσιας ηθικής, ειδικά όταν το υλικό είναι επιβλαβές για τα συμφέροντα των ανηλίκων ή εμποδίζει την αποφυγή της εκμετάλλευσης ή της βίας κατά των γυναικών.
Η πρώτη υπόθεση στην οποία θα ήθελα να αναφερθώ είναι η Ι.Α. κατά Τουρκίας[7], η οποία αναφέρεται σε ένα περιστατικό που εξετάστηκε από το ΕΔΔΑ το 2005. Στην υπόθεση αυτή, ο καταγγέλλων, ένας Τούρκος πολίτης, ισχυρίστηκε ότι η ποινική δίωξη που αντιμετώπισε στην Τουρκία για τη δημιουργία και διακίνηση πορνογραφικού υλικού παραβίασε το δικαίωμά του στην ελευθερία έκφρασης, όπως εκείνο προβλέπεται από το άρθρο 10 ΕΣΔΑ. Στην μετέπειτα απόφασή του, το ΕΔΔΑ έλαβε υπόψη του τις διάφορες πτυχές της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων του περιεχομένου του πορνογραφικού υλικού που δημιουργήθηκε και διακινήθηκε, της ευαισθησίας των πληροφοριών αυτών, και του περιορισμένου χρόνου διακίνησης του. Το ΕΔΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίπληξη του καταγγέλλοντα από τις τουρκικές αρχές ήταν πράγματι αναλογική και δεν αποτελούσε επομένως παραβίαση του δικαιώματος του στην ελευθερία έκφρασης, καθώς οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν ήταν απαραίτητοι για την προστασία της δημόσιας ηθικής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η υπόθεση αυτή αποτελεί ένα παράδειγμα του πώς το ΕΔΔΑ εξετάζει προσεκτικά και ισορροπημένα τα δικαιώματα των ατόμων και τα συμφέροντα της κοινωνίας όταν αντιμετωπίζει περιπτώσεις που αφορούν πορνογραφικό υλικό και άλλες εκφάνσεις της ελευθερίας έκφρασης.
Η προαναφερόμενη υπόθεση δεν είναι σε καμία περίπτωση η μοναδική προσέγγιση όμως. Ένα άλλο σημαντικό παράδειγμα είναι η παλαιότερη υπόθεση Müller και άλλων κατά Ελβετίας[8]. Οι ελβετικές αρχές επέβαλαν πρόστιμο σε μια ομάδα καλλιτεχνών για άσεμνα έργα τέχνης. Ο Müller και άλλοι 9 καλλιτέχνες εξέθεσαν τα έργα τους (τα οποία απεικόνιζαν σεξουαλικές πράξεις αλλά και διαστροφές) στο πρώην Μεγάλο Σεμινάριο του Φρίμπουργκ. Το εν λόγω υλικό ήταν προορισμένο να κυκλοφορήσει σε ένα γενικότερο κοινωνικό ή εκπαιδευτικό περιβάλλον. Οι εναγόμενοι από τους καλλιτέχνες για την καταπάτηση των δικαιωμάτων τους, δηλαδή η ελβετική κυβέρνηση, υποστήριξαν ότι η περιοριστική διάταξη ήταν αναγκαία για την προστασία της κοινής αισθητικής και της κοινωνικής μόρφωσης των νέων ανθρώπων στην περιοχή. Το Δικαστήριο εξέτασε το επίμαχο άρθρο 204 του ελβετικού πανικού κώδικα και ανέλυσε το πως γίνεται αντιληπτός ο ολοένα και πιο εξελισσόμενος χαρακτήρας του άσεμνου περιεχομένου. Η Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η καταγγελθείσα παρέμβαση αποσκοπούσε στην προστασία των ηθών και των δικαιωμάτων των άλλων. Επομένως, επιδιώκει πράγματι έναν θεμιτό στόχο. Τέλος, το δικαστήριο εξέτασε εάν μια τέτοια ρύθμιση ήταν απαραίτητη σε μια δημοκρατική κοινωνία[9]. Το δικαστήριο επανέλαβε ότι το απαραίτητο σήμαινε ότι υπήρχε μια επιτακτική κοινωνική ανάγκη. Ως εκ τούτου, το κράτος έχει ένα περιθώριο εκτίμησης. Ωστόσο, το περιθώριο συνδυάζεται με την ευρωπαϊκή εποπτεία, προκειμένου να αποφασιστεί εάν η εφαρμογή του περιθωρίου φαινόταν ανάλογη με την παρέμβαση. Το ΕΔΔΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιβολή περιορισμών στη διανομή πορνογραφικού υλικού στη συγκεκριμένη περιοχή ήταν απαραίτητη και αναλογική προκειμένου να προστατευθεί η κοινωνική μόρφωση και αισθητική σε αυτήν την περιοχή. Συνεπώς, η εν λόγω απαγόρευση δεν αντιβαίνει στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.
Παρόμοια ήταν και η αντιμετώπιση που δόθηκε και στην υπόθεση Handyside εναντίον Ηνωμένου Βασιλείου[10]. Ο εκδότης Richard Handyside διέθετε τα δικαιώματα για την αγγλική έκδοση ενός βιβλίου με τίτλο “The Little Red Schoolbook”, το οποίο είχε προκαλέσει ανησυχίες στις βρετανικές αρχές λόγω του άσεμνου και πορνογραφικού (όπως χαρακτηρίστηκε) περιεχομένου του. Αντικείμενο συζήτησης, συγκεκριμένα, ήταν ένα κεφάλαιο 26 σελίδων με θέμα την συνουσία. Ως αποτέλεσμα, ο κ. Handyside κατηγορήθηκε σύμφωνα με την πράξη “Obscene Publications Act” του Ηνωμένου Βασιλείου. Η υπόθεση έφτασε τελικά στο ΕΔΔΑ, όπου εξετάστηκε εάν η καταδίκη του Handyside αποτελούσε παραβίαση του δικαιώματος του στην ελευθερία του λόγου, σύμφωνα με το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ.Η υπόθεση αυτή είναι ουσιαστικής σημασίας λόγω του ρόλου της ως πρώτης εμπεριέχουσας το ζήτημα αυτό και επομένως θέτουσας ενός πρώτου πλαισίου[11]. Παρά το γεγονός ότι πρακτικά καθιέρωσε την αρχή ότι «η ελευθερία της έκφρασης ισχύει όχι μόνο για «πληροφορίες» ή «ιδέες» που γίνονται δεκτές ευνοϊκά ή θεωρούνται ως απαράδεκτες ή αδιάφορες, αλλά και σε εκείνες που προσβάλλουν, συγκλονίζουν ή ενοχλούν το κράτος ή οποιοδήποτε τμήμα του πληθυσμού», το ΕΔΔΑ αποφάσισε εναντίον του ενάγοντος. Αν και αναγνώρισε τη σημασία της ελευθερίας του λόγου, το δικαστήριο θεώρησε ότι η καταδίκη του εκδότη Handyside ήταν δικαιολογημένη, δεδομένου του περιεχομένου του βιβλίου και της σημασίας των κοινωνικών αξιών και νομικών προτύπων.
Όπως γίνεται κατανοητό από την σύνοψη όλων των ανωτέρω υποθέσεων το ΕΔΔΑ ξεκίνησε την πορεία του στο υπό εξέταση ζήτημα αναγνωρίζοντας στα κράτη καταρχήν το δικαίωμα να αποφασίσουν τι προσβάλλει το κοινό αίσθημα και κατά πόσο αυτό καθιστά σκόπιμη την παρέμβαση. Το Δικαστήριο διατήρησε για τον εαυτό του την διακριτική ευχέρεια του να αποφασίσει αν τα προς επιβολή μέτρα υπακούουν στο κριτήριο της αναλογικότητας. Συχνότατα όμως (και μάλιστα όλο και πιο συχνά στην νομολογία) η αρχική και αυστηρή οπτική του ΕΔΔΑ μοιάζει να χαλαρώνει, σπεύδοντας να διευρύνει το πεδίο του αποδεκτού στην ελευθερία της έκφρασης. Η μεταστροφή αυτή είναι ευπαρατήρητη σε ένα σημαντικό αριθμό πρόσφατων παραδειγμάτων όπως η υπόθεση Vereinigung Bildender Künstler (Ένωση Καλλιτεχνών Εικαστικών) εναντίον Αυστρίας[12]. Η Ένωση υπέβαλε αίτηση για άδεια παράστασης μιας έκθεσης τέχνης στη Βιέννη, η οποία περιελάμβανε έργα με σεξουαλικό περιεχόμενο και ανατρεπτικές προκλήσεις προς την κοινή καλαισθησία. Συγκεκριμένα, περιείχε ένα πίνακα του Otto Mull που απεικόνιζε πολιτικά πρόσωπα της επικαιρότητας και μη να συμμετέχουν σε όργια, μεταξύ αυτών του εν ενεργεία τότε βουλευτή Meischberger. Μετά από διαφωνίες τα αυστριακά δικαστήρια έκριναν ότι το έργο τέχνης αγγίζει την συκοφαντία και ξεπερνά τα όρια της ελεύθερης έκφρασης, απαιτώντας να κατέβει ο πίνακας και να καταβληθεί ένα πρόστιμο. Η υπόθεση έφτασε στο ΕΔΔΑ. Το δικαστήριο τόνισε την σημασία της ελευθερίας της έκφρασης για μια δημοκρατική κοινωνία ακόμα και όταν η έκφραση αυτή σοκάρει. Έκρινε ότι τα δικαστήρια μπορούσαν να κινηθούν όχι κατά του συνόλου του έργου αλλά να στελεχώσουν το αίτημα τους πάνω στην προστασία του το συγκεκριμένου έννομου αγαθού του Meischberger, ο οποίος και είχε απευθυνθεί στις αρχές. Επιπλέον, εξέτασε την ανάγκη επέμβασης και έκρινε ότι η παρουσίασει των στοιχείων και προσώπων ήταν αδιαμφισβήτητα σατιρική, δίχως βάση στην πραγματικότητα ή την ιδιωτική ζωή του κυρίου Meischberger. Το ΕΔΔΑ έκρινε την παρέμβαση δυσανάλογη και ανάξια μιας δημοκρατικής κοινωνίας. Η αναγνώριση της επέκτασης της ελευθερίας της έκφρασης στο άσεμνο και risqué γυμνό με σατιρικούς τόνους είναι σημαντικός σταθμός για το 10 ΕΣΔΑ.
Οι δικαστικές αποφάσεις που αναφέρθηκαν προηγουμένως, όπως η υπόθεση “Handyside v. United Kingdom”, παρέχουν σημαντικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το ΕΔΔΑ αντιμετωπίζει την πορνογραφία και το άσεμνο υλικό. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων από το ΕΔΔΑ σε αυτά τα θέματα είναι σύνθετη και συνήθως βασίζεται σε μια ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας έκφρασης και της προστασίας από τον παράνομο ή επιβλαβή χαρακτήρα του περιεχομένου. Κάθε υπόθεση οφείλει άρα εκ των πραγμάτων να εξετάζεται μεμονωμένα, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες πτυχές της. Έχοντας, όμως, υπόψη την εξέλιξη της τεχνολογίας και την αυξανόμενη διαθεσιμότητα του πορνογραφικού υλικού μέσω του Διαδικτύου, το ΕΔΔΑ αντιμετωπίζει συνεχώς νέες προκλήσεις σε αυτό το πεδίο. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου συχνά έχουν ευρύτερες επιπτώσεις στην πολιτική και νομοθεσία των κρατών μελών δεδομένης της εξέλιξης των οπτικοακουστικών μέσων και της ψηφιακής εποχής. Σε κάθε περίπτωση, η διατήρηση μιας ισορροπίας μεταξύ της προστασίας του δημόσιου συμφέροντος και των ατομικών ελευθεριών αποτελεί πρόκληση για το ΕΔΔΑ.
*Δημήτριος Τσιακανίκας, Δικηγόρος Αθηνών
[1] Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (GDPR)
[2] Άρθρο 10 ΕΣΔΑ
[3] Is there a right to pornography, Ronald Dworkin, Oxford Journal of Legal Studies, Vol. 1, 1981, σελ. 212
[4] Dungeon v. United Kingdom, 1981
[5] Η Έννοια της Ηθικής στη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, , Ι. Κτιστάκι, Δίκη, Τόμος 2000, σελ. 195
[6] Δίκαιο και Ιδεολογία, Μανωλεδάκης, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2011 σελ.33
[7] Case of İ.A. v. Turkey, ECHR 2005
[8] Case of Müller and Others v. Switzerland, ECHR 1988
[9] https://globalfreedomofexpression.columbia.edu/cases/muller-v-switzerland/
[10] Handyside v. United Kingdom, 1976
[11] https://globalfreedomofexpression.columbia.edu/cases/handyside-v-uk/
[12] Case of Vereinigung Bildender Künstler v. Austria (2007)
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Χαράλαμπος Τσιλιώτης: Η απόφαση του ΔΕΕ της 18.12.2025 C‑448/23 (Επιτροπή κατά Πολωνίας). Άλλη μία επιβεβαίωση της υπεροχής του Δικαίου της ΕΕ έναντι των Συνταγμάτων των κρατών μελών Συνάντηση Γ. Φλωρίδη με την ηγεσία του ΕΔΔΑ: Σταθερή η στήριξη της Ελλάδας στο διεθνές δίκαιο ΕΔΔΑ: «Καμπάνα» στην Ελλάδα για τις συνθήκες διαβίωσης ανηλίκων στη Σάμο Δικαστικό ρεπορτάζ: Το «Paris Match» έχασε τη μάχη στο Στρασβούργο για τη δημοσίευση εικόνων από δικαστική αίθουσα Ηχηρό «ράπισμα» από το Στρασβούργο για το τεκμήριο αθωότητας: Η απόφαση-σταθμός που δικαιώνει Έλληνα πολίτηΑκολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr