Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021

Ευάγγελος Καντιάνης: «Το απαράδεκτο των εισαγγελικών εφέσεων και το αδίκημα της αντίστασης – O “μαϊντανός” των ποινικών διώξεων»

Κατά της ως άνω αθωωτικής απόφασης η Εισαγγελέας Πρωτοδικών άσκησε την κρινόμενη έφεση, με την οποία προβάλλεται ως λόγος έφεσης η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που τέθηκαν υπόψη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Ευάγγελος Καντιάνης: «Το απαράδεκτο των εισαγγελικών εφέσεων και το αδίκημα της αντίστασης – O “μαϊντανός” των ποινικών διώξεων»

1.- Είναι, αρκετές φορές, έκδηλη η αδυναμία του υπερασπιστή να αντιμετωπίσει την αποδιδόμενη κατηγορία της βίας κατά υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων [:το αδίκημα της αντίστασης κατά της αρχής με την παλαιότερη διατύπωση] οσάκις η έλλειψη μαρτύρων [:σύνηθες], καθιστούν τους αστυνομικούς μοναδικούς «αυτόπτες» και «αξιόπιστους» μάρτυρες. Δεν είναι άλλωστε λίγες οι φορές που εκφέρεται η ερώτηση: «έχει κάτι ο αστυνομικός εναντίον σου; Σε ήξερε από παλιά; Γιατί να καταθέτει αυτά;» ανάγοντας κατ αυτόν τον τρόπο a priori το περιεχόμενο της καταθέσεώς του σε θέσφατο, μη επιδεχόμενο αμφισβητήσεως. Από τα νομολογιακά δεδομένα άλλωστε, προκύπτει ότι, κυρίως προς τους αστυνομικούς εκδηλώνονται οι πράξεις αντίστασης, είτε κατά τη σύλληψη του δράστη προς αποφυγή αυτής, είτε κατά τον έλεγχο προς διαπίστωση παράνομης πράξης, και ίσως κάποιες φορές προς τους δικαστικούς επιμελητές, κατά την εκτέλεση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης.

Απαραίτητη όμως προϋπόθεση προκειμένου να αναχθεί σε αξιόποινη η αντίσταση, αποτελεί, η πράξη της πολιτείας να κείται μέσα στα όρια της νομιμότητας, καθόσον «δεν είναι νοητή ως σύννομη, η διενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής πράξεως από προανακριτικό υπάλληλο, δίχως να έχει προηγηθεί η διάπραξη εγκλήματος» [ΔιατΕισΠρωτ ΕΓ2-05/313/2005 Δικογρ 2006,15].-

Οι Εισαγγελικοί Λειτουργοί που επιλαμβάνονται της άσκησης ποινικής δίωξης για το αδίκημα της βίας κατά των υπαλλήλων και δικαστικών προσώπων [:αντίστασης κατά της Αρχής] θα έδει να είναι περισσότερο φειδωλοί και να μην υιοθετούν ακρίτως το περιεχόμενο των διαβιβαστικών των Τμημάτων Ασφαλείας. Ιδιαίτερα δε σε περιπτώσεις τυχαίων γενόμενων ελέγχων, δε θα πρέπει η δημιουργούμενη ένταση μεταξύ πολίτη-αστυνομικού κατά τη διάρκεια αυτών, να αποκτά τον μανδύα της αντίστασης κατά της Αρχής και ο πολίτης να οδηγείται στα πλαίσια του αυτοφώρου σιδεροδέσμιος ενώπιον των εισαγγελικών αρχών. Την ίδια δε στιγμή που ο αστυνομικός, εις βάρος του οποίου επιθυμεί να στραφεί με την κατάθεση εγκλήσεως ο πολίτης, δεν δύναται να κρατηθεί στα πλαίσια της αυτόφωρης διαδικασίας, καθόσον το αδίκημα που τέλεσε, έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του.

Θα πρέπει δε απαραιτήτως να προκύπτει α) αν η πράξη του κατηγορουμένου κατέτεινε σε παράλειψη νόμιμης ενέργειας των υπαλλήλων της αστυνομικής αρχής, ανήκουσας στον κύκλο των αρμοδιοτήτων τους, και συνέτρεχαν οι ουσιώδεις τύποι που τάσσονται γι’ αυτήν και β) το είδος και το αντικείμενο του συγκεκριμένου ελέγχου, ώστε να διακριβωθεί, αν οι αστυνομικοί του είχαν καθ’ ύλη αρμοδιότητα προς τούτο, αφού δεν αρκεί η αόριστη αναφορά ότι εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία ή νόμιμο έλεγχο (ΑΠ 46/2018).-

2.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 487 ΚΠοινΔ «η άσκηση έφεσης από τον Εισαγγελέα κατά το προηγούμενο άρθρο πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη».

Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η αξιούμενη αιτιολογία της ασκηθείσας από τον Εισαγγελέα εφέσεως κατά αθωωτικής αποφάσεως, αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου μέσου, γι’ αυτό και απαιτείται η αιτιολογία να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη. Θα πρέπει, δηλαδή, να εκτίθενται στην σχετική έκθεση, με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς λογικά κενά, οι συγκεκριμένες πραγματικές ή νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση. Δεν αρκεί μόνο η στείρα αναφορά των αποδεικτικών μέσων στην έκθεση εφέσεως από τα οποία, κατά την έφεση, προκύπτει η ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά απαιτείται, περαιτέρω, υποχρεωτικώς και η διατύπωση συλλογισμών, που να αντικρούουν, σε συνδυασμό με τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, την απαλλακτική κρίση, αφού μόνη η τυπική αναφορά στην έκθεση εφέσεως των αποδεικτικών μέσων και δη των καταθέσεων των ενόρκως στο ακροατήριο εξετασθέντων μαρτύρων και του λοιπού αποδεικτικού υλικού της προανακριτικής διαδικασίας, από τα οποία προκύπτει, κατά τον λόγο της εφέσεως, η, από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εντεύθεν, η ενοχή του κατηγορουμένου, δεν αρκεί κατά τον νόμο για την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της εφέσεως του Εισαγγελέως κατά της αθωωτικής αποφάσεως, αφού δεν αντικρούει με συλλογισμούς και σε συνδυασμό με τα ως άνω αποδεικτικά μέσα την εξανεχθείσα από το ως άνω δικαστήριο κρίση του περί της αθωότητας (παγία, διαχρονικώς, η νομολογία: ΑΠ 121/17, ΑΠ 169/17, ΑΠ 566/17, ΑΠ 36/15, ΑΠ 340/13, ΑΠ 671/10, ΑΠ 936/10, ΑΠ 1329/10 και ΑΠ 2378/07 όλες σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 2602/2008 σε Αρμενόπουλο 2009/264).-

Μόλις, τέλος, που χρειάζεται να επισημανθεί ότι, [αυτονοήτως], δεν μπορεί να γίνει λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων και ειδικότερα εγγράφων που δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι προσκομίστηκαν και αναγνώστηκαν, ώστε να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (ΑΠ 2040/2010 ΠΧρ0 2011,180).-

3.- Τα ανωτέρω εδέχθη το Τριμελές Εφετείο Πλημ/των Αθηνών, υιοθετώντας πλήρως τους ισχυρισμούς του γράφοντος, με την με αρ. 5945/2019 απόφαση του, απορρίπτοντας την έφεση της κ.Εισαγγελέως Πρωτοδικών κατά της υπ.αρ.2957/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, με την οποία είχε κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος για το αδίκημα της αντίστασης κατά της Αρχής. Ειδικότερα το Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι:

«Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο αθώο της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης της αντίστασης. Κατά της ως άνω αθωωτικής απόφασης η Εισαγγελέας Πρωτοδικών άσκησε την κρινόμενη έφεση, με την οποία προβάλλεται ως λόγος έφεσης η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που τέθηκαν υπόψη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ζητείται η καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη της αντίστασης. Προκειμένου, όμως η εκκαλούσα Εισαγγελέας, να σχηματίσει τη γνώμη ότι συντρέχει λόγος άσκησης έφεσης κατά της ως άνω αθωωτικής απόφασης έλαβε υπόψη της, εκτός των αναφερόμενων αποδείξεων που είχαν τεθεί ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και έγγραφα………τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου εκείνου και δεν είχαν αναγνωστεί….. Επομένως……καθιστούν την έφεση της Εισαγγελέως μη ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως απαιτεί το άρθρο 486παρ.3ΚΠΔ, και πρέπει αυτή (έφεση) να απορριφθεί ως απαράδεκτη»

Καντιάνης Ευάγγελος

Μέλος της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ