Γιάννης Πανούσης: Η δημοκρατία και οι εχθροί της: Ήταν πολιτικό έγκλημα η δολοφονία του Καποδίστρια;
Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια δεν ήταν απλά και μόνο μια «πολιτική» δολοφονία αλλά και μια «δολοφονία της πολιτικής» στα πρώτα της βήματα στη νεώτερη Ελληνική ιστορία.
(EUROKINISSI) Α. Εισαγωγικά
Η διαδρομή του Καποδίστρια από τη θέση του Κυβερνήτη της Ιονίου Πολιτείας, στην Ρωσική αυλή του Τσάρου ως ανώτερος διπλωμάτης σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες και αργότερα του Υπουργού Εξωτερικών της τσαρικής Ρωσίας, μέχρι την ανακήρυξή του ως πρώτου Κυβερνήτη του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους στις 14 Απριλίου του 1827, είναι λίγο έως πολύ ιστορικά γνωστή[1]. «Γνωστή» στο βαθμό που κάτι τέτοιο είναι δυνατόν, γιατί στην πραγματικότητα η πολιτική διαδρομή του Ιωάννη Καποδίστρια εξελίχθηκε σε μια εξαιρετικά ταραγμένη εποχή αλλαγών για την Ευρώπη – εποχή κατά την οποία, η «μυστική διπλωματία» έφθασε στην αποθέωσή της, οι «συμμαχίες» και οι πολιτικές ισορροπίες άλλαζαν με ανεξέλεγκτους και απρόβλεπτους ρυθμούς ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντα και οι προσωπικές στρατηγικές και επιλογές των ηγετών, εμπλέκονταν και επηρέαζαν άμεσα τις ιστορικές μοίρες των Ευρωπαϊκών εθνών. Μέσα σε αυτό το περίπλοκο, ιδιαίτερα επικίνδυνο και «σκοτεινό» περιβάλλον, ο Καποδίστριας αποδείχθηκε πραγματική ιδιοφυία στους διπλωματικούς χειρισμούς και ελιγμούς.
Όμως, αν και η βιογραφία του Καποδίστρια έχει να επιδείξει εντυπωσιακά αριστοτεχνικούς χειρισμούς στο Ευρωπαϊκό πεδίο, στο εσωτερικό πεδίο του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους, δεν κατάφερε να διαχειρισθεί με την ίδια επιδεξιότητα τις πολύπλοκες ισορροπίες που είχαν προκύψει μετά την απελευθέρωση, ούτε να κατανοήσει αποτελεσματικά το μετ-επαναστατικό περιβάλλον που είχε κυριαρχήσει στο νεοπαγές Ελληνικό κράτος[2].
Β. Ιστορικά
Η ίδρυση ενός κράτους από έναν μόνο άνθρωπο, και μάλιστα μέσα σε συνθήκες εσωτερικού χάους και εξωτερικών παρεμβάσεων, δεν μπορεί να έχει ούτε απόλυτη αποδοχή ούτε απόλυτη συνέπεια.
Η πορεία από την Ψωροκώσταινα στο εθνικό κράτος δυτικού τύπου, η πίεση όλων να ικανοποιηθούν «εδώ και τώρα» (σε γη, αξιώματα, δικαιώματα), η ταυτόχρονη άνθιση της «κλεφτουριάς» και της «πειρατείας», οι φόβοι και τόσα άλλα πίεζαν τον Καποδίστρια από όλες τις πλευρές της πολιτικής, της οικονομικής, της κοινωνικής πραγματικότητας της μετεπαναστατικής Ελλάδας[3].
Τα όργανα του κράτους δεν υπηρετούσαν τον κυβερνήτη ή το δημόσιο συμφέρον αλλά τους ισχυρούς (Έλληνες και ξένους), οι οποίοι συνωμοτούσαν εναντίον οποιουδήποτε έθιγε τα κεκτημένα τους ενώ χωρίς χρήμα, στρατό, διοίκηση και εκπαιδευτικό σύστημα δεν μπορούσε να στηθεί ανεξάρτητο και βιώσιμο κράτος αφού κανείς δεν ήθελε να συμμορφωθεί στους επιβαλλόμενους κανόνες δικαίου, προτιμώντας την αταξία ή την ατομική χρήση βίας και καταναγκασμού. Πολλοί εκλάμβαναν την οργάνωση του κράτους σαν «δεύτερη δουλεία».
Ο έλεγχος του Τύπου, η πάταξη της αναρχίας και της ασυδοσίας, ο περιορισμός της αυτονομίας ορισμένων περιοχών και των κοτζαμπάσηδων, προσέκρουαν στις αντιλήψεις και στις πρακτικές πολλών «ηρωικών οικογενειών» του αγώνα για την απελευθέρωση (όπως αυτή των Μαυρομιχαλαίων).
Οι τοπικές συνήθειες περί τιμής και καθήκοντος όπλισε τελικά τα χέρια των δολοφόνων του Καποδίστρια, ο δε Γιώργης Μαυρομιχάλης την ώρα που τον εκτελούσαν για την αποτρόπαια πράξη του φώναξε «πεθαίνω γενναίως και αδίκως».
Μανιάτικες συνήθειες, τουρκικό δίκαιο και εθιμικό δίκαιο συνυπήρχαν με το δίκαιο του ισχυρότερου (και οπλισμένου).
Αξίες, νοήματα και σύμβολα αντί να συνενώσουν στην πραγματικότητα διάβρωναν τη διαδικασία οργάνωσης της κοινωνίας. Βολικές ερμηνείες και παρερμηνείες μεταρρυθμιστικών ενεργειών θόλωναν κίνητρα και αποτελέσματα.
Οι αντιφατικές ιδεολογικές θέσεις του Καποδίστρια δεν δικαιώνουν τις συγκρούσεις συμφερόντων στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας και την αναζήτηση εθνικής ταυτότητας χωρίς απεμπόληση των μέχρι τότε «κεκτημένων».
Ο Καποδίστριας κατηγορείτο για «αντεθνικόν δεσποτισμόν» καθώς δεν πίστευε στις επαναστατικές και ανατρεπτικές λογικές, ότι καθιέρωσε την αστυνομοκρατία, ότι θεωρούσε την πατρίδα εισέτι «απολίτιστον» και ανώριμον, αλλά και διότι επιχείρησε να αλλάξει τη διάρθρωση της αναπτυξιακής διαδικασίας και τις παραγωγικές σχέσεις (με αναδιανομή της γης).
Ο Καποδίστριας ήθελε να επιβάλει την έννομη τάξη και ν’ απαλλάξει τον τόπο από τους πάσης φύσεως οπλοφόρους. Εφοβείτο περισσότερο τον εμφύλιο, την αναρχία, τον διχασμό, τα φιλαρχικά πάθη και τη διαφθορά από τις επιπτώσεις ενός συγκεντρωτικού κράτους. Ήθελε να βρει λύσεις και όχι πολιτικάντικες ισορροπίες. Είχε μαζί του τον λαό αλλά όχι τους προύχοντες[4].
Γ. Εγκληματο-ποινικά[5]
Η τυραννοκτονία διαφέρει της εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων αφού τη χρωματίζει η τάση για ελευθερία του λαού και όχι το προσωπικό μίσος ή ο φόβος μπροστά στις μεταρρυθμίσεις ή φιλοδοξίες επενδεδυμένες δημοκρατικά ιδεώδη.
Η «οργή του Έθνους» και η δίκαιη τιμωρία του τυράννου όταν τελείται χωρίς λαϊκή συναίνεση μεταστρέφεται σε θυσία και καθιστά το θύμα μάρτυρα» ή και «μύθο».
Γι’ αυτό και ο Αδ. Κοραής πίστευε πως οι τυραννιδοκτόνοι που απαλλάσσουν το λαό από το αυταρχικό πολίτευμα αξίζουν θαυμασμού και όχι οι τυραννοκτόνοι που δολοφονούν (συχνά και με προσωπικά κίνητρα) τον όποιον «τύραννο»6.
Η έννοια και το περιεχόμενο του πολιτικού εγκλήματος συζητείται συνήθως σε περιόδους πολιτικών κρίσεων, καθώς σε τέτοιες περιόδους αναδιατάσσονται οι σχέσεις Δικαίου και Πολιτικής. Αντιθέτως η θεωρία για τον πολιτικό εγκληματία αναδεικνύεται μόνο σε περιόδους πολιτικής ομαλότητας.
Σε κάθε περίπτωση το ποιοι ορίζονται πολιτικοί εγκληματίες και για ποια εγκλήματα συναρτάται απόλυτα από το ποιοι ορίζουν και με ποια κριτήρια (διακριτική ευχέρεια πολιτικής εξουσίας).
Υπενθυμίζω δε ότι πολιτικός εγκληματίας δεν είναι μόνον αυτός που θέλει να ανατρέψει το καθεστώς, αλλά και αυτός που υπερασπίζεται το καθεστώς. Άρα το ζητούμενο δεν είναι με «ποιανού το μέρος είσαι», αλλά αν το διακύβευμα είναι πολιτικό.
Οι πολιτικές αντιλήψεις και η κρατούσα έννομη τάξη του χρόνου και του χώρου τέλεσης ενός «πολιτικού εγκλήματος» παίζουν τον πλέον κρίσιμο ρόλο (και όχι μόνο η αντικειμενικο-υποκειμενική του φύση).
Ο πολιτικός εγκληματίας αρνείται τη συγκεκριμένη πολιτική και ιστορική πραγματικότητα, καθώς έχει την πεποίθηση ότι μπορεί και οφείλει να επιβάλλει ένα νέο, δικαιότερο σύστημα. Και αυτή του η πεποίθηση γίνεται το κίνητρο των πράξεών του, διαμόρφωσε δηλαδή ηθικά τη βούλησή του.
Ο βαθμός της έντασης ως προς την πολιτική του ένταξη αποτελεί ένα γνώρισμα όχι μόνο του παρτιζάνου αλλά και του πολιτικού εγκληματία ή του πολιτικού τρομοκράτη, οι οποίοι δεν αμφισβητούν καθόλου την «επαναστατική τους πίστη».
Η πεποίθηση ως συνείδηση αλήθειας και δικαίου πρέπει να είναι ειλικρινής και στέρεη, ώστε να βιώνεται ως εσωτερικό καθήκον και ν’ αποτελεί το ηθικό/συνειδητό κίνητρο της πράξης.
Η γνησιότητα του πολιτικού εγκλήματος (από υποκειμενική σκοπιά) αναδεικνύεται (ίσως και ν’ αποδεικνύεται) από την εχθρότητα προς το πολίτευμα σε βαθμό που να μην αφήνει περιθώρια για αισθήματα ενοχής (ίσως λόγω και του ταξικού μίσους).
Η παθογένεια μιας ομάδας που θεωρεί ότι η επιβολή της βίας είναι η μόνη διέξοδος (πολλές φορές και από τα δικά της αδιέξοδα) για την έκρηξη/επανάσταση του αδρανούντος λαού και ότι η προσήλωση των αμέριμνων (και αθώων;) πολιτών σε ένα απάνθρωπο σύστημα αξιών συνιστά παραβίαση ηθικού νόμου δεν αναιρεί τον πολιτικό σκοπό της χρήσης βίας.
Πώς άλλωστε να ξεχωρίσεις τον πολιτικό εγκληματία από το πολιτικό έγκλημα που διαπράττει; Η πολιτικότητα της οργάνωσης στην οποία ανήκει ο δράστης χρωματίζει και την πολιτικότητα του ίδιου και την πολιτικότητα της πράξης του;
Αν όμως η έκπτωση της πολιτικής επιφέρει και συρρίκνωση του πολιτικού εγκλήματος και περαιτέρω απαξίωση του πολιτικού εγκληματία, γιατί ο πολιτικός εγκληματίας πιστεύει ότι η άσκηση πολιτικής μέσα από την κάννη του όπλου μπορεί να επαναφέρει τον λαό ή τους καταπιεσμένους ή το δίκιο στο προσκήνιο;
Οι καταστάσεις εξέγερσης, η εξέγερση ή οι εξεγερμένοι άνθρωποι (και πόσοι;) είναι το κρίσιμο κριτήριο για να αξιολογηθεί μια δράση ως πολιτική;
Αντικειμενικά ή υποκειμενικά, λογικά ή βιωματικά στοιχεία συνυπάρχουν και διαμορφώνουν «αυθεντικές καταστάσεις ανθρώπινης εξέγερσης». Οι εσωτερικοί αυτοί «πόλεμοι» έχουν ως πολιτικό υποκείμενο, ως πρωταγωνιστές, ολιγάριθμες ομάδες προσώπων που διαμεσολαβούν ανάμεσα στον λαό και στην εξουσία (αρνούμενοι το παρόν χωρίς υποχρεωτικά να έχουν σχέδιο για το μέλλον). Η αναγκαία πολιτική αντι-βία προσδιορίζεται συχνά από τις μορφές διεξαγωγής και την ηθική της δικαίωση (που συχνά εξαρτάται και από την ηθική των μέσων της πολιτικής πάλης ή και από το στρατηγικό νόημα που δίνουν στην πράξη τους).
Μέσα από τα μάτια των εχθρών (through our enemies’ eyes) και όχι μέσα από ψευδεπίγραφες «κοινές αξίες» επιβεβαιώνεται η ορθότητα της πεποίθησης των αντιφρονούντων (κατά τους ίδιους, βέβαια).
Αναρωτιώνται πολλοί σε τί διαφέρει η υποκειμενική θεωρία για το πολιτικό έγκλημα από τη θεωρία για τον πολιτικό εγκληματία.
Βούληση εναντίον πεποίθησης; Μοναχική πράξη κατά οργανωμένης ομάδας; Πάθος «τιμωρίας» απέναντι σε πολιτικό πρόγραμμα; Ανομικό κλίμα διαμόρφωσης θέσης ή ιδεοληπτικοί παράφρονες;
Αναρωτιούνται, τέλος, αν το πολιτικό έγκλημα πρέπει να είναι συλλογικό, ως, π. χ. η Γαλλική Επανάσταση. Να αφορά μόνο στην εσωτερική τάξη/ασφάλεια του κράτους ή και τη θεμελιακή πολιτική κατάσταση;
Η πολιτική πεποίθηση ή ο πολιτικός σκοπός χαρακτηρίζουν το πολιτικό έγκλημα; Υπάρχει τρομοκρατία εξ ιδεολογίας ή όλα εντάσσονται σε μια στρατηγική εγκληματικής πολιτικής δράσης; Μήπως οι τρομοκράτες είναι ιδεολόγοι της βίας ως τυφλά φανατικοί ή μήπως επιταχύνουν την Ιστορία με τις πράξεις τους;
Η εγκληματολογική θεωρία και το ποινικό δόγμα δεν έχουν δώσει ακόμα οριστικές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα.
Δ. Ιστορικά Συμπεράσματα
Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ανήκε στην κατηγορία εκείνων, που πίστευαν ότι ο χρόνος και οι συνθήκες ήταν ώριμες για την εκδήλωση της επανάστασης του 18217. Αντιθέτως, πίστευε ότι απαιτείτο περισσότερος χρόνος για προετοιμασία του διπλωματικού πεδίου και εξασφάλιση ακόμα μεγαλύτερης υποστήριξης από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Παρ’ όλ’ αυτά, ποτέ δεν έπραξε κάτι ενάντια στην πρόοδο και την εξέλιξη του αγώνα αλλά από τις όποιες υψηλές θέσεις κατείχε, πάντοτε ενίσχυε με έμμεσο ή/και άμεσο τρόπο τα συμφέροντα των επαναστατημένων Ελλήνων8.
Βασικό μέλημα του Καποδίστρια ήταν ο έλεγχος της κατάστασης και η επιβολή ενός στοιχειώδους πλαισίου νομιμότητας. Όμως, αφ’ ενός το γεγονός ότι γινόταν αντιληπτός ως «ξένος» και αφ’ ετέρου ότι στη συγκεκριμένη περίοδο, όλες οι πρωτοστατούντες στην επανάσταση οικογενειακές φατρίες, διεκδικούσαν με κάθε κόστος κυρίαρχο ρόλο στην υπό διαμόρφωση κατάσταση, μετέτρεψαν σχετικά γρήγορα τον Καποδίστρια σε «αποδιοπομπαίο τράγο» και σε παράγοντα που έπρεπε να «εκλείψει» το συντομότερο δυνατόν. Η φυλάκιση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ήταν απλά και μόνον η αφορμή για την – μάλλον από καιρό σχεδιασμένη – δολοφονία του. Οι φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας, ο αδελφός και ο γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, έδωσαν στην πράξη το χαρακτήρα της «βεντέτας» και της «οικογενειακής εκδίκησης», θολώνοντας με τον τρόπο αυτό τα πραγματικά αίτια και τους συσχετισμούς που οδήγησαν σε αυτή.
Πλήθος είναι οι υποθέσεις, οι οποίες έχουν εκφρασθεί δημόσια κατά καιρούς για την εμπλοκή άλλων παραγόντων στη δολοφονία του Καποδίστρια. Η εμπλοκή τόσο της Γαλλίας, όσο και της Αγγλίας, μάλλον θα πρέπει να θεωρείται βέβαιη.
Υπό αυτή την έννοια, η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας αμιγούς «πολιτικής δολοφονίας», δεδομένου ότι το έγκλημα δεν έχει μόνο τα χαρακτηριστικά μιας «βεντέτας» της οικογένειας Μαυρομιχάλη εναντίον του αλλά υπάρχει σωρεία στοιχείων και ενδείξεων, που καταδεικνύουν ότι η συγκεκριμένη πράξη είχε σχεδιασθεί, οργανωθεί και υποστηριχθεί από διαφόρων ειδών εσωτερικά και εξωτερικά συμφέροντα.
Ε. Εγκληματολογικά Συμπεράσματα
Ο κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας δολοφονήθηκε τρεις τουλάχιστον φορές:
- Μια από τους «προσβληθέντες» Μαυρομιχαλαίους (σε συνεργασία ή μη με ξένες δυνάμεις)
- Μια από την ιδεολογική σύγχυση για το τί είναι τύραννος, τί τυραννοκτονία, τί πολιτική δολοφονία, τί εσωτερικός εχθρός και
- Μια από την πολιτική εκμετάλλευση Αριστεράς – Δεξιάς (ως προς την αγιογράφηση ή αποκαθήλωση της εικόνας του).
Ας μην ξεχνάμε ότι ο Γ. Κορδάτος αναφέρεται σε «Καποδιστριακή δικτατορία» και σε Καποδίστρια που φερόταν «σαν Τσάρος»9 ή για άλλους ως πεφωτισμένος δεσπότης, ο Γ. Ζεύγος και το ΚΚΕ μιλάει (ακόμα) για «αντιδραστική, αντιλαϊκή δικτατορία»10, ο Ι. Μεταξάς ιδιοποιήθηκε το έργο του Ι. Καποδίστρια, η μετεμφυλιακή Ελλάδα τον αποκατέστησε, η Χούντα τον ύμνησε και μετά την Μεταπολίτευση θεωρήθηκε «πρότυπο ηγέτη»11.
Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι ορισμένοι θεωρούν ότι τον δολοφόνησαν «ξένες δυνάμεις»12, άλλοι ότι η δολοφονία του σήμανε την επικράτηση των Άγγλων και των Κοτσαμπάσηδων13 ή και ότι ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης – αδελφός και πατέρας των δολοφόνων – στα βαθιά του γεράματα (φέρεται να) δήλωσε: «Ανάθεμα τους Άγγλο – Γάλλους που ήταν η αιτία και εγώ να χάσω τους δικούς μου ανθρώπους και το Έθνος να χάσει έναν κυβερνήτη που δεν θα ματαβρεί. Το αίμα του με παιδεύει έως σήμερα»14.
Τέλος, πολλοί πιστεύουν ότι ο συγκεντρωτισμός του Καποδίστρια συνιστούσε αμυντική λύση απέναντι στην ολιγαρχία και στον πολιτικό ρεαλισμό της εξάρτησης από τις Μεγάλες Δυνάμεις15.
ΣΤ. Ερωτήματα
Για να απαντήσει η Εγκληματολογία στο ερώτημα πού θα κατέτασσε τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια και κυρίως πώς θα χαρακτήριζε τους δράστες (προ)απαιτούνται κάποιες απαντήσεις πολιτικής υφής στα παρακάτω ερωτήματα:
- Στις έκτακτες συνθήκες υπέρτατος νόμος είναι η σωτηρία της πατρίδας ή της δημοκρατίας;
- Οι (όποιοι) αντιφρονούντες σ’ ένα συγκεντρωτικό κράτος είναι πάντοτε φορείς φιλελεύθερων ιδεών; Αντιπολίτευση και ένοπλη εξέγερση ταυτίζονται;
- Πού συναντάται το κράτος με το μη-κράτος (παρακράτος) ή με ανεξέλεγκτα «πολιτικά» μορφώματα;
- Πότε τα κίνητρα μιας «πολιτικής» δολοφονίας είναι προσωπικά και πότε πολιτικά; Πότε έχουμε εκδίκηση προεστών και πότε λαϊκή αγανάκτηση;
- Ποιοι οι υποκρυπτόμενοι ηθικοί αυτουργοί και ποια τα ελατήριά τους;
- Ποιοι συνεργούν, συνεργάζονται και γιατί;
- Πόσο επηρεάζουν οι δολοφονίες ηγετών την εξέλιξη των πραγμάτων στο πεδίο των ελευθεριών16;
Προκειμένου ν’ απαντήσουμε στο αν πατριώτης είναι ο φονιάς ή το θύμα καλά θα ήταν να καθιερωνόταν μια Ημέρα Περισυλλογής για τις πολιτικές δολοφονίες στην Ελλάδα μήπως και αποφασίσουμε να συνομιλήσουμε ειλικρινά μεταξύ μας αλλά και με την Ιστορία.
Ζ. Καταληκτικά
Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια δεν ήταν απλά και μόνο μια «πολιτική» δολοφονία αλλά και μια «δολοφονία της πολιτικής» στα πρώτα της βήματα στη νεώτερη Ελληνική ιστορία. Η επικράτηση του «δια των όπλων ισχυροτέρου», έμοιαζε να είναι ακόμη αποδεκτή, σε μια Ελλάδα η οποία μόλις είχε βγει από τον επαναστατικό ένοπλο αναβρασμό και τα 400 χρόνια Οθωμανικής κατοχής. Εκείνο όμως το οποίο θα πρέπει ενδεχομένως να αναρωτηθούμε όλοι στο 2014, σκεπτόμενοι το γεγονός της δολοφονίας του Καποδίστρια, είναι μήπως το περιστατικό αυτό έχει «εγγράψει στο DNA» της αντίληψης για την πολιτική στην Ελλάδα – ίσως σε πολύ μεγάλο βαθμό – ένα είδος υποσυνείδητης αποδοχής ή έστω ανοχής απέναντι στη βία, ως τρόπου διαχείρισης των δημόσιων πολιτικών πραγμάτων της χώρας.
Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια είναι ένα γεγονός που μπορεί με πολλαπλό τρόπο να μας διδάξει πολλά – ίσως όμως το σημαντικότερο όλων, να είναι η ανάγκη προάσπισης της νομιμότητας, όταν γύρω μας υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο «πολιτικός πολιτισμός» μας εκτρέπεται σε μονοπάτια που ενδεχομένως οδηγούν στην επιβολή του «δικαίου του ισχυρότερου» και ο (πάσης φύσεως) εκφοβισμός έχει αρχίσει να μην «κάνει εντύπωση» αλλά αντιθέτως να θεωρείται εν πολλοίς, ως μια «συνήθης πρακτική» επίλυσης των δημοσίων πολιτικών προβλημάτων. Και πάνω σε αυτό, κοιτάζοντας πίσω στις 9 Οκτωβρίου του 1831 στο Ναύπλιο, έχουμε πολλά να αναλογιστούμε με σοβαρό τρόπο, για το τώρα αλλά και για το αύριο της πολιτικής στη χώρα μας.
Μήπως και στην Ελλάδα του 2014 αυτό υποσυνείδητα προσδοκούμε;
Να βρεθεί ηγέτης, να βάλει τα πράγματα σε μία τάξη και να τον δολοφονήσουμε για λόγους «αντί-στασης»;
- Βλ. Ανδρ. Κούκου, Η ευρωπαϊκή πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια, Ιστορία 505/2010, σ. 20-21.
- Βλ. Ν. Λούντζη, Μια δολοφονία νομοτελειακά προβλέψιμη, Ιστορία 505/2010, σ. 17. – Γ. Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, τ. Α΄, 1821-1855, εκδ. Σιδέρης 1930, σ. 70 επ. – Τ. Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας 1821-1909, εκδ. Τολίδης χ. χρ., σσ. 211-214. – Γ. Β. Δερτιλής, Ιστορία του Ελληνικού Κράτους 1830-1920, Α΄+ Β΄ τόμοι, γ. εκδ., Εστία 2005, σ.σ. 13, 107-108, 121-123, 147, 153, 165, 219, 365, 669, 685, 699, 710, 759.
- Βλ. Σπ. Πλουμίδη, Το έργο εσωτερικής συγκρότησης του Καποδίστρια, Ιστορία 505/2010, σ. 48-57 – Γκ. Λ. Μάουερ, Ο ελληνικός λαός, εκδ. Αφοί Τολίδη 1976, σ. 361
- Βλ. Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα», τ. 32, 1988/96, λήμμα: Ι. Καποδίστριας, σ. 48 επ. – Ι. Καποδίστρια, Επιστολαί, Αθήνα 1841, τ. Α’, σ. 300 επ. – Χρ. Λούκος, Ιωάννης Καποδίστριας. Οι ιδρυτές της νεότερης Ελλάδας, ΤΑ ΝΕΑ, Ιστορική Βιβλιοθήκη 2009 – Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου», τ. Ι., χ. χρ., λήμμα: Ι. Καποδίστριας, σ. 260 επ.
- Βλ. περισσότερα Γ. Πανούσης, Οι πολλές δολοφονίες του Ιωάννη Καποδίστρια, Ιστορία 505/2010, σ. 13-17.
- Βλ. Χρ. Κουλούρη – Χρ. Λούκος, Τα πρόσωπα του Καποδίστρια, 1996, σ. 23. – Β. Κρεμμυδάς, Ένας αντικαποδιστριακός συνωμότης, σε «Μια μέρα…», Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 1988, σ. σ. 259-271.
- Πρβλ. Κ. Χατζηαντωνίου, Το ζήτημα των συνόρων: ένα υπόδειγμα διπλωματικής στρατηγικής, Ιστορία 505/2010, σ. 39, 44.
- Βλ. Σπ. Πλουμίδη, οπ. π., σ. 57 – Ιστορικά Ελευθεροτυπίας, 8/1/04, 15/1/04, 22/1/04, 27/1/05, 15/5/04 – Ιστορία, Αφιέρωμα: Ιωάννης Καποδίστριας, τ. 505/2010 – Ν. Σβορώνος, Επισκόπηση της ελληνικής ιστορίας, εκδ. Θεμέλιο, β’ εκδ. 1976, σ. σ. 72-73, 79 – Τ. Σταματόπουλος, Ο εσωτερικός αγώνας, Δ΄, εκδ. Κάλβος 1975, σ. 384 επ., 451 επ.
- Βλ. Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, Νεώτερη Β’, 1821-1832, εκδ. 20ου αιώνα, 1957, σ. 601 επ., 638.
- Βλ. Χρ. Κουλούρη – Χρ. Λούκος, Τα πρόσωπα του Καποδίστρια, ό.π. σ. 117.
- Βλ. αυτόθι, σ. σ. 143-146. – Γ. Ζεύγος, Σύντομη Μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδ. Νέα Βιβλία, μέρος Α΄, 1945, σ. 103.
- Βλ. Δ. Κοκκινάκης, Ποιοι δολοφόνησαν τον Καποδίστρια, τ. Α’. εκδ. Συμμετρία, 2007.
- Βλ. Χρ. Κουλούρη, – Χρ. Λούκος, Τα πρόσωπα του Καποδίστρια, οπ. σ. 154.
- Βλ. Ι. Μπένος, Ιωάννης Καποδίστριας, www.apodimos.com.
- Βλ. γενικότερα Γ. Πανούσης, Η Δημοκρατία στα ακραία όριά της, Α. Α. εκδ. Λιβάνης, 2007.
- Βλ. Χρ. Κουλούρη – Χρ. Λούκος, Τα πρόσωπα του Καποδίστρια, οπ. σ. σ. 158-160.
*Του Καθηγητή Γιάννη Πανούση
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Παναγιώτης Στάθης: Αποκάλυψη – Θεσπίζεται «ακαταδίωκτο» για τους συμβολαιογράφους στη δημοσίευση διαθήκης Ιωάννης Πανούσης: Υπάρχει εγκληματολογική Φιλοσοφία; N/σ για την προστασία των έργων τέχνης: «Στόχος η εισαγωγή νέου ποινικού αδικήματος» – Οι τοποθετήσεις των κομμάτων Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών προσφεύγει σε δημοψήφισμα για τον νέο Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας “Ασπίδα προστασίας” σε συμβολαιογράφους από το υπουργείο Δικαιοσύνης για τη δημοσίευση διαθηκώνΑκολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

