Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022

Ιωάννης Ανδρουλάκης: Η ενημέρωση του υπόπτου για το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας

Η μη ικανοποίηση αιτήματος υπόπτου για τη χορήγηση σχετικού αντιγράφου εμφανίζεται αυθαίρετη.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Ιωάννης Ανδρουλάκης: Η ενημέρωση του υπόπτου για το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας unsplash

Σύμφωνα με το άρθρο 244 § 1 εδ. γ ́ του νέου ΚΠ∆, «το δικαίωμα ενημέρωσης του υπόπτου περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο τη γνωστοποίηση των ποινικών διατάξεων, η παραβίαση των οποίων διερευνάται, καθώς και των θεμάτων επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις». Πρόκειται για μια σημαντική ρύθμιση, που εισήγαγε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2012/13/ΕΕ1, μια διευρυμένη υποχρέωση πληροφόρησης του υπόπτου, όχι μόνο για τη νομική αλλά και για την ουσιαστική βάση επί της οποίας κινείται η σε βάρος του ποινική διαδικασία, προς διασφάλιση της δυνατότητας προετοιμασίας της υπεράσπισής του. Με τον τρόπο αυτόν, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη προσθήκη α) της υποχρέωσης σύνταξης ειδικής έκθεσης για την ενημέρωση του υπόπτου στο άρθρο 95 § 2, β) της ευθείας παραπομπής που κάνει πλέον το άρθρο 244 § 1 εδ. β ́ στα δικαιώματα του άρθρου 100 ΚΠ∆ (και στην περιλαμβανόμενη εκεί υποχρέωση ανακοίνωσης του περιεχομένου του –όποιου– «κατηγορητηρίου»), και γ) της ρητής πρόβλεψης στη νέα διάταξη του άρθρου 171 § 1 περ. δ ́ ΚΠ∆ περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας όταν προσβάλλονται τα υπερασπιστικά δικαιώματα όχι μόνο του κατηγορουμένου (όπως έλεγε η προϊσχύσασα διάταξη), αλλά και «του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση», ολοκληρώθηκε, θα έλεγε κανείς, η θωράκιση του υπόπτου με όλα τα δικαιώματα που προσιδιάζουν στον κατηγορούμενο μετά την άσκηση της ποινικής δίωξης.

Η μέχρι πρότινος απολύτως κρατούσα πρακτική της ανακοίνωσης στον καλούμενο σε εξηγήσεις ύποπτο μόνο των διατάξεων του νόμου επί των οποίων διενεργείται η προκαταρκτική εξέταση – και ουδενός στοιχείου σε σχέση με το πραγματικό περιεχόμενο των υπονοιών που έχουν μορφοποιηθεί σε βάρος του – δεν μπορεί πια να γίνεται ανεκτή.

Αυτό, ασφαλώς, δεν σημαίνει ότι η ενημέρωση του υπόπτου απαιτείται να εγγίζει σε βαθμό πληρότητας και εξειδίκευσης την ενημέρωση του κατηγορουμένου που καλείται σε απολογία από τον τακτικό ανακριτή – γι’ αυτό και ο νομοθέτης επέλεξε την ως άνω γενική αναφορά στα «θέματα» επί των οποίων καλείται να παράσχει εξηγήσεις. Στην προκαταρκτική εξέταση είναι αναμενόμενο η διερεύνηση της υπόθεσης να βρίσκεται ακόμα σε πρώιμο στάδιο και να μην έχει αποδώσει ώριμους καρπούς ή να μην έχουν αξιολογηθεί επισταμένως τα πορίσματά της. Το αντικείμενο της κατηγορίας σε πολλές περιπτώσεις δεν θα έχει ακόμα οριστικά προσδιορισθεί.

Επομένως, η πληροφόρηση που θα δοθεί είναι εύλογο να μην αντιστοιχεί πάντοτε σε σαφήνεια και λεπτομέρεια στο περιεχόμενο ενός κανονικού κατηγορητηρίου. Ο ύποπτος δικαιούται, όμως, να ενημερωθεί στοιχειωδώς – έστω, κάποτε, περιληπτικά και χωρίς πλήρη και σαφή εξειδίκευση – για τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που κρίθηκαν ικανά να εγείρουν υπόνοιες τέλεσης συγκριμένης αξιόποινης πράξης από μέρους του και που κατέστησαν επιβεβλημένη την κλήση του σε εξηγήσεις, όπως και για τον νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης που του αποδίδεται. Το δικαίωμα, λοιπόν, που αντλείται από το άρθρο 244 § 1 εδ. γ ́ ΚΠ∆ εκτείνεται τουλάχιστον στα βασικά στοιχεία της φερόμενης αξιόποινης πράξης, οπωσδήποτε δε – στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό – και στον χρόνο και τον τόπο τέλεσής της, επί ποινή απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας.

Όταν η προκαταρκτική εξέταση κινείται με βάση κάποια έγκληση ή μήνυση – όπως θα συμβαίνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων – η περιγραφή των «θεμάτων» θα πρέπει να παρέχει επαρκή καθοδήγηση στον ύποπτο, ώστε να μπορεί να αντιληφθεί ποια είναι τα ουσιώδη χωρία της καταγγελίας (λ.χ. επί έγκλησης για συκοφαντική δυσφήμηση ποιοι ακριβώς ισχυρισμοί του είναι, υποτίθεται, ψευδείς), με κριτήριο πάντα την εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος υπεράσπισής του.

Η τρέχουσα εισαγγελική πρακτική φαίνεται ότι έχει αρχίσει σε κάποιο βαθμό να προσαρμόζεται στη νέα αυτή πραγματικότητα. Αρκετές εισαγγελικές παραγγελίες για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης περιλαμβάνουν πλέον – είτε εξαρχής είτε συμπληρωματικά, μετά την υποβολή σχετικών αιτημάτων από τους υπόπτους – συγκεκριμένες αναφορές στη διερευνώμενη πράξη ή διατυπώνουν συγκεκριμένα ερωτήματα στα οποία ο ύποπτος καλείται να απαντήσει. Το σημαντικότερο δε, οι συνέπειες της μεταρρύθμισης του άρθρου 244 ΚΠ∆ έχουν αναδειχθεί μέσω πρόσφατων βουλευμάτων που κήρυξαν άκυρη την διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ ́ ΚΠ∆, όπως και την ασκηθείσα ποινική δίωξη, σε υποθέσεις όπου παραλείφθηκε η οφειλόμενη ενημέρωση από την εισαγγελική αρχή.

Είναι δε σημαντική η παραδοχή των βουλευμάτων αυτών, ότι ακόμα και η μη άρνηση των υπόπτων να παράσχουν εξηγήσεις και η υποβολή σχετικού σημειώματος στον αρμόδιο ανακριτικό υπάλληλο «ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, καθόσον πρόκειται για απόλυτη ακυρότητα, η οποία δεν μπορεί εξ αυτού του λόγου να θεωρηθεί ότι καλύφθηκε, όπως θα μπορούσε να συμβεί ενδεχομένως με τη σχετική ακυρότητα. Ούτε όμως μπορεί να εξαρτηθεί η απόλυτη ακυρότητα από την επέλευση ή μη δικονομικής βλάβης του αιτούντος, θεσμός που ισχύει στο πεδίο του αστικοδικονομικού δικαίου, όχι όμως του ποινικού δικαίου. ∆ιαφορετική αντιμετώπιση της ως άνω απόλυτης ακυρότητας θα σήμαινε καταστρατήγηση της ίδιας της διάταξης του άρ. 171 αριθμ. 1 περ. δ ́ ΚΠ∆.».

Η προκαταρκτική εξέταση ενεργείται ως γνωστόν πάντοτε εγγράφως, σύμφωνα με το άρθρο 243 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 241 ΚΠ∆, η δε ενημέρωση του υπόπτου γίνεται ακριβώς μέσω της εισαγγελικής παραγγελίας που δίνεται προς τους αρμόδιους ανακριτικούς υπαλλήλους κατ’ άρθρο 31 παρ. 1 ΚΠ∆ για την διενέργεια των αναγκαίων ανακριτικών πράξεων και τη λήψη των εγγράφων εξηγήσεων των υπόπτων. Η εισαγγελική παραγγελία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δικογραφίας, ως το αποκλειστικό μέσο αποτύπωσης εκ μέρους του εισαγγελέα των ποινικών διατάξεων η παραβίαση των οποίων διερευνάται και των θεμάτων επί των οποίων θα δοθούν οι εξηγήσεις. Επομένως, μοιάζει αυτονόητη η υποχρέωση χορήγησης αντιγράφου αυτής στον ύποπτο, προκειμένου να μπορέσει να ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα.5 Κι όμως το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρούνται περιπτώσεις άρνησης ανακριτικών υπαλλήλων να χορηγήσουν αντίγραφο της εισαγγελικής παραγγελίας, με αποκορύφωμα την πολύ πρόσφατη υπ’ αριθ. 8695/16.11.2021 οδηγία της διευθύνουσας την Εισαγγελία Πρωτοδικών Πειραιώς προς την Προϊσταμένη του οικείου Πταισματοδικείου, σύμφωνα με την οποία «η εισαγγελική παραγγελία δεν συνιστά έγγραφο της δικογραφίας και δεν λαμβάνεται αντίγραφο αυτής από διαδίκους».

Πρόκειται για μια θέση που –με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη– δεν έχει έρεισμα στον νόμο και αποτελεί ένα ανησυχητικό βήμα προς τα πίσω, μετά από σημαντικά βήματα προόδου που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια στο πεδίο της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του υπόπτου. Το άρθρο 100 ΚΠ∆, στο οποίο, όπως είδαμε, παραπέμπει πια ευθέως το άρθρο 244 § 1 εδ. β ́, επιβάλλει την ανακοίνωση του περιεχομένου και, εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση, τη χορήγηση αντιγράφων του «κατηγορητηρίου» και των υπολοίπων εγγράφων της «ανάκρισης». Αν στην κύρια ανάκριση το κατηγορητήριο συντάσσεται από τον ανακριτή, όπως ορίζει το άρθρο 248 § 3 ΚΠ∆, στην προκαταρκτική εξέταση το έγγραφο με τις εφαρμοζόμενες διατάξεις και τα «θέματα επί των οποίων θα παράσχει εξηγήσεις ο ύποπτος» συντάσσεται από τον εισαγγελέα, φορέας του δε, όπως προελέχθη, δεν είναι άλλος από την περί ης ο λόγος εισαγγελική παραγγελία. Όπου ο νομοθέτης θέλει να αποκλείσει ένα έγγραφο από το υλικό της δικογραφίας το πράττει ρητά, όπως για παράδειγμα σε σχέση με την προηγούμενη έγγραφη εξέταση του υπόπτου που έγινε ενόρκως ή χωρίς την δυνατότητα άσκησης των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων (άρθρο 244 § 3 ΚΠ∆), την πράξη ταυτοποίησης των στοιχείων του ψευδώνυμου, τελούντος υπό καθεστώς προστασίας μάρτυρα (άρθρο 12 ΚΥΑ 42926/2018 σε συνδυασμό με το άρθρο 218 § 4 ΚΠ∆) ή την αίτηση του κατηγορουμένου για την έναρξη διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης (άρθρο 303 § 3 ΚΠ∆). Τίποτα τέτοιο δεν έχει προβλεφθεί –και πώς θα μπορούσε άλλωστε;– για την εισαγγελική παραγγελία. Έτσι, η μη ικανοποίηση αιτήματος υπόπτου για τη χορήγηση σχετικού αντιγράφου εμφανίζεται αυθαίρετη και παραβιάζει, πέραν των προαναφερθεισών διατάξεων του ΚΠ∆, και τις θεμελιώδεις διατάξεις των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1, 3α ́-β ́ της ΕΣ∆Α.

Ζήτημα μη χορήγησης αντιγράφου της εισαγγελικής παραγγελίας τίθεται μόνον εφόσον δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμα οι αναγκαίες ανακριτικές πράξεις, ενόψει του ενδεχόμενου κινδύνου απώλειας αποδεικτικών στοιχείων και παρακώλυσης της έρευνας της υπόθεσης. Για τον λόγο αυτό είναι σκόπιμο, στις περιπτώσεις ιδίως όπου δεν έχει αποδοθεί εξαρχής σε ορισμένα πρόσωπα η τέλεση της υπό έρευνα αξιόποινης πράξης και αναμένεται ότι μπορεί να χρειασθεί η συλλογή πρόσθετων αποδεικτικών στοιχείων, η παραγγελία για την λήψη ανωμοτί εξηγήσεων των υπόπτων να δίνεται σε δεύτερο χρόνο, συμπληρωματικά προς την αρχική παραγγελία για τη συλλογή των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων και όχι ταυτοχρόνως προς αυτή, όπως συνηθίζεται. Με τον τρόπο αυτό και ο εισαγγελέας θα έχει την ευκαιρία να εκτιμήσει εν συνόλω το αποδεικτικό υλικό και να αποφύγει την κλήτευση ως υπόπτων προσώπων που είναι άσχετα με την υπόθεση.

* Ιωάννης Ανδρουλάκης, Δικηγόρος, Επικ. Καθηγητής ΕΚΠΑ

*Το άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στο δέκατο τέταρτο τεύχος του Nova Criminalia, της νέας περιοδικής έκδοσης  της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων τον Δεκέμβριο του 2021

Πηγές:

Οδηγία «σχετικά με το δικαίωμα ενημέρωσης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών» της 20.07.2012, ΕΕΕΕ L 142 της 1.6.2012, σελ. 1 επ.

Βλ. Η. Αναγνωστόπουλου, Τα δικαιώματα διερμηνείας, μετάφρασης και ενημέρωσης – Η νομολογιακή πρόσληψη και ο νέος ΚΠ∆, ΠοινΧρ ΞΘ ́ (2019), σελ. 481 (488).

Βλ. περισσότερα Η. Αναγνωστόπουλου, ∆ικαιώματα των κατηγορουμένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση – Οι Οδηγίες 2010/64 ΕΕ και 2012/13/ΕΕ, 2017, σελ. 143 επ.· του ιδίου, ΠοινΧρ ΞΘ ́, 2019, σελ. 481, 488· Ι. Ανδρουλάκη, Παρατηρήσεις στο ΣυμβΠλημΑθ 1668/2019, ΠοινΧρ Ο ́, 2020, σελ. 142, 144 επ.· Λ. Μαργαρίτη/Τσιρίδη, Ο νέος Κώδικας Ποινικής ∆ικονομίας Ι, 2020, άρθρο 244, σελ. 1343 επ.· Σ. Χούρσογλου, Η προκαταρκτική εξέταση στον νέο ΚΠ∆, ΝοΒ 69, 2021, σελ. 46, 57.

ΣυμβΠλημΑθ 318/2021, ΠοινΧρ ΟΑ ́ (2021), σελ. 131 επ. (με αντίθετη ΕισΠρ Ν. Κοκαρίδα)· ΣυμβΠλημΠειρ 751/2021, υπό δημοσίευση στα ΠοινΧρ (με αντίθετη ΕισΠρ Θ. Εμμανουηλίδου). Βλ. προς αυτήν την κατεύθυνση ήδη το ΣυμβΠλημΑθ 2585/ 2015, ΝοΒ 65 (2017), σελ. 136 (με αντίθετη ΕισΠρ Βαρβ. Γνεσούλη).

Την υποχρέωση αυτή δέχεται και ο Ελευθεριάνος, Καινοτομίες στην προκαταρκτική εξέταση και την εισαγγελική εποπτεία στους προανακριτικούς υπαλλήλους, Εισήγηση στη ∆ιαδικτυακή Επιστημονική Εκδήλωση με θέμα «Η αξονική θέση του Εισαγγελέα στον νέο ΚΠ∆» που οργάνωσε η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος σε συνεργασία με το ∆ημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης στις 22.01.2021.

∆ικαίωμα πρόσβασης στο περιεχόμενο και λήψης αντιγράφου της εισαγγελικής παραγγελίας έχει, ασφαλώς, και ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας υπό τους όρους του άρθρου 107 ΚΠ∆.

∆εν είναι τυχαίο ότι σύμφωνα με την σκέψη 28 της Οδηγίας 2012/13/ΕΕ, «η ενημέρωση του υπόπτου ή κατηγορουμένου για την αξιόποινη πράξη για την οποία φέρεται ως ύποπτος ή κατηγορείται ότι έχει διαπράξει, θα πρέπει να παρέχεται άμεσα και το αργότερο πριν από την πρώτη επίσημη ανάκρισή του από την αστυνομία ή άλλη αρμόδια αρχή και χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η διενέργεια των ερευνών».

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ