Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2020

Κωνσταντίνος Νίκαινας: In dubio pro reo και τεκμήριο αθωότητας – Τελικά η αμφιβολία, είναι υπέρ του κατηγορουμένου;

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Κωνσταντίνος Νίκαινας: In dubio pro reo και τεκμήριο αθωότητας – Τελικά η αμφιβολία, είναι υπέρ του κατηγορουμένου;

Έχουν περάσει περίπου 10 χρόνια από τότε που ο δάσκαλός μου στο Ποινικό δίκαιο (εξαίρετος δικηγόρος του Ποινικού Δικαίου) έδινε τεράστια έμφαση και εξήρε καθημερινά την ύψιστη δικονομική αρχή του in dubio pro reo, ήτοι «η αμφιβολία είναι υπέρ του κατηγορουμένου». Την ανέφερε σε κάθε αγόρευσή του και την ανέλυε κατά τρόπο μοναδικό. Πρόκειται για έναν από τους πιο θεμελιώδεις κανόνες του ποινικού δικαίου, η δικαιική αρχή αυτή δε, υπάρχει και ως απόρροια της αξίωσης για δίκαιη δίκη (fair trial).

Όπως έχουμε μάθει από τα φοιτητικά μας χρόνια: «καλύτερα να αθωωθούν χίλιοι ένοχοι, παρά να καταδικαστεί ένας αθώος». Σε πληθώρα ποινικών υποθέσεων, όταν έρθει η ώρα της ετυμηγορίας, της ανακοίνωσης της απόφασης, έχουμε ακούσει να αναφέρουν οι δικαστές τη φράση «αθώος λόγω αμφιβολιών». Ο δικαστής στην απόφασή του οφείλει να εξηγεί από πού προέρχονται οι αμφιβολίες να αναδεικνύει υπαρκτά διλήμματα, να αιτιολογεί και να εκθέτει σκέψεις που οδηγούν στην αμφιβολία. Η αρχή του in dubio pro reo συνιστά ιδιαίτερη έκφραση της αρχής του τεκμηρίου της αθωότητας. Πρέπει να διαπιστωθεί νόμιμα η ενοχή του κατηγορουμένου χωρίς να έχει αυτός το βάρος απόδειξης της αθωότητάς του. Θα πρέπει ο δικαστής να πεισθεί πλήρως και να σχηματίσει δικανική πεποίθηση περί της ενοχής του κατηγορουμένου για να τον κηρύξει ένοχο. Έστω και ελάχιστες αμφιβολίες να έχουν δημιουργηθεί, υπάρχει υποχρέωση -ηθική και νομική- να εκδοθεί απαλλακτική απόφαση.

Περαιτέρω, θεωρώ χρήσιμο, να αναφερθώ στην καθιερωμένη με το άρθρο 6, παρ. 2 της ΕΣΔΑ αρχή, κατά την οποία τεκμαίρεται ότι «ο κατηγορούμενος για τη διάπραξη εγκλήματος είναι αθώος, έως ότου αποδειχθεί κατά νόμο η ενοχή του». Στο άρθρο 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων εκτίθεται αντιστοίχως ότι «κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο». Η αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας αναγνωρίζεται σε όλες τις έννομες τάξεις των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ως απόρροια της αρχής του κράτους δικαίου.

Η απόφασή του ποινικού δικαστηρίου, σε περίπτωση που είναι καταδικαστική, θα πρέπει να έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δηλαδή να αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Και το σημαντικότερο, να μην υπάρχει ίχνος αμφιβολίας στις παραπάνω σκέψεις και για τα πραγματικά περιστατικά.

Το ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ είναι ύψιστο δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου. Το άρθρο 71 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αναφέρει ότι : «Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο». Κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου και η Πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. Η αρχή αυτή επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).

Και εδώ ξεκινάει το πρόβλημα. Οι δικαστές, όταν βρίσκονται σε αμφιβολία, όταν έχουν δεύτερες σκέψεις, όταν έχουν περιέλθει σε δίλημμα, λαμβάνουν ή όχι υπόψη τους την αρχή του “in dubio pro reo”; Ή προβαίνουν σε καταδικαστική απόφαση, αγνοώντας ότι από αυτό κρίνεται μία ανθρώπινη ζωή; Έχω θαυμάσει δικαστικούς λειτουργούς που μαζί με την αναγγελία της απόφασης, σχολιάζουν προς τον κατηγορούμενο ότι: «έχω ελάχιστες αμφιβολίες, οπότε αναγκαστικά πρέπει να σας κηρύξω αθώο» ή ακόμα και σε στενό νομικό κύκλο συζητάνε ότι: «μπορεί να είμαστε πεπεισμένοι ότι διαπράχθηκε το αδίκημα αλλά νομικά δε βγαίνει». Και αυτοί οι δικαστές, επιθυμούσαν να αποδώσουν δικαιοσύνη, επιθυμούσαν να καταδικάσουν έναν άνθρωπο που ενδεχομένως να ήταν δολοφόνος ή έμπορος ναρκωτικών. Όμως η ηθική τους υπόσταση, η στιβαρή και στέρεη προσωπικότητά τους και το αίσθημα δικαίου, δεν τους αφήνουν να προσπεράσουν και να απορρίψουν το νόμο και την αρχή της αμφιβολίας υπέρ του κατηγορουμένου.

Η αρχή της αμφιβολίας υπέρ του κατηγορουμένου, υποδεικνύει στο δικαστή, όχι πότε πρέπει να έχει αμφιβολίες, αλλά μόνον τον τρόπο που πρέπει να αποφασίσει, όταν έχει αμφιβολίες. Όταν σε μια ποινική δίκη δεν μπορεί να διευκρινισθεί με την απαιτούμενη βεβαιότητα αν ο διωκόμενος έχει διαπράξει έγκλημα, θα πρέπει να τεκμαίρεται η αθωότητά του. Το ποινικό δικονομικό δίκαιο λαμβάνει υπόψη αυτή την περίσταση, απαιτώντας κατ’ αρχήν από τον δικαστή, προκειμένου να καταδικάσει τον κατηγορούμενο, να έχει βεβαιωθεί πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας για την ενοχή του.

Η αρχή «in dubio pro reo» παρέχει στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να τυγχάνει μεταχειρίσεως σαν να είχε αποδειχθεί η αθωότητά του. Όμως πολλές φορές αυτό του το δικαίωμα καταπατάτε και κάποιοι δικαστές αντιμετωπίζουν τους κατηγορούμενους σαν εκ των προτέρων ενόχους, λόγω ίσως και των σαφών ενδείξεως ενοχής που ενδεχομένως να υφίστανται. Και όμως, πόσα παραδείγματα υπάρχουν που η δικαιοσύνη έσφαλε, που υπήρξε τυφλή και που επηρέασε τη ζωή και το μέλλον κάποιου ανθρώπου; Σε υποθέσεις ιδιαίτερα Πρωτόδικων δικαστηρίων, ενώ οι αμφιβολίες είναι πολλές και υπαρκτές, κάποιοι δικαστές, λόγω και της ύπαρξης του δικαιώματος εφέσεως που έχουν οι κατηγορούμενοι, επιβάλλουν μία ποινή, μικρή ή μεγάλη, με το σκεπτικό ότι η τύχη του κατηγορουμένου, ουσιαστικά θα κριθεί στην εκδίκαση του δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας (Εφετείο). Το σκεπτικό αυτό συζητείται βέβαια off the record ανάμεσα σε δικαστές ή στα δικηγορικά πηγαδάκια, διότι δεν υπήρχε ουδεμία περίπτωση, δικαστικός λειτουργός να παραδεχτεί αυτή τη σκέψη ή αυτό το συναίσθημα. Δεν είναι εύκολο να παραδεχτείς ότι ουσιαστικά πετάς το μπαλάκι στο Εφετείο προκειμένου να αποφασίσει αυτό τελεσίδικα. Όμως πώς εξηγείται το γεγονός ότι σε πλείστες Πρωτοβάθμιες δίκες, το αποτέλεσμα είναι σχεδόν πάντα δυσμενέστερο με μεγάλες ποινές και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, επανέρχονται τα πράγματα στα επίπεδα που θα έπρεπε να είναι εξ’ αρχής, και ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης ο ενδεδειγμένος;

Όμως μέχρι να έρθει η ώρα εκείνη που θα εκδικαστεί η υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, ποιος θα μπορέσει να ελέγξει την ψυχολογική κατάσταση του ανθρώπου που παρ’ όλες τις αμφιβολίες και τις ενδείξεις αθωότητας, καταδικάστηκε; Πώς αυτός ο άνθρωπος θα μπει σε νέα δικαστικά έξοδα, ακόμα μεγαλύτερα σε σχέση με τον πρώτο βαθμό και να πρέπει να πληρώσει δικηγόρο και γραμμάτιο προείσπραξης; Ποιος θα του μπαλώσει τα κουρέλια της χαμένης του αξιοπρέπειας και της διαταραγμένης ψυχικής του κατάστασης; Ποιος θα του δώσει πίσω το χρόνο που χάθηκε σε περίπτωση επιεικέστερης μεταχείρισης στο δεύτερο βαθμό δικαιοσοσίας;

Στο σημείο αυτό θα αναφέρω μία ενδιαφέρουσα ιστορία (παράδειγμα προς αποφυγή) από αυτές που έζησα, έχοντας την τύχη να έχω έρθει σε επαφή με ανθρώπους από όλους τους χώρους της νομικής επιστήμης. Σε μία κοινωνική εκδήλωση, παρευρίσκοντο πλήθος καλεσμένων, δικαστές, δικηγόροι, γραμματείς δικαστηρίων και πολλοί άλλοι. Με κάποιους από τους δικαστές, είχαμε βρεθεί στις δικαστικές αίθουσες και τις περισσότερες φορές μάλιστα είχαν καταδικάσει τον πελάτη μας. Όμως η ευγένεια τους και η νομική τους κατάρτιση αλλά και το ήθος τους, δεν άφηναν αμφιβολία ότι έκαναν σωστά τη δουλειά τους και τύγχαναν της απολύτου αποδοχής του συνόλου του νομικού κόσμου αλλά και των συνηγόρων υπεράσπισης. Με τους δικηγόρους δε, πολλοί εξ’ αυτών εγνωσμένης αξίας και ήθους, μας συνέδεαν κοινοί δικαστικοί αγώνες και κοινές αγωνίες. Καθόμουν στο τραπέζι με συναδέλφους και παραδίπλα βρισκόταν μία από τις πιο σκληρές και αυστηρές προέδρους που έχουν περάσει από τα δικαστήρια αυτής της χώρας. Η συγκεκριμένη δικαστική λειτουργός, όταν στα πρώτα μου δικηγορικά βήματα, σε μεγάλη ποινική δίκη, ανέφερα στην αγόρευση μου την αρχή του «in dubio pro reo» προσπαθώντας να εκθέσω το συλλογισμό μου, δε μου επέτρεψε καν να την αναλύσω και να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου, παρά ειρωνευόταν και ανέφερε ότι «καλό θα είναι να βρω να πω κάτι πιο ουσιαστικό». Επιπροσθέτως, την ίδια εκείνη ημέρα, στην ίδια σοβαρότατη δίκη, ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη σε δεύτερο βαθμό, παρά την ύπαρξη πολλών και σοβαρών αμφιβολιών τις οποίες εντέχνως παρέκαμψε η ως άνω λειτουργός, παρασύροντας και τους ενόρκους όπως χρόνια μετά μας ανέφερε ο τότε γραμματέας της έδρας. Όλως τυχαίως, όλοι οι μεγαλοδικηγόροι ή απλοί δικηγόροι που παραβρίσκονταν στο γάμο, νέοι και πρεσβύτεροι, είχαν να διηγηθούν και μία αρνητική τους εμπειρία από τη συγκεκριμένη κυρία. Όταν δε, κάποιος πασίγνωστος δικηγόρος, της έκανε χιούμορ λέγοντας της ότι έχει καταδικάσει σε ισόβια πολλούς πελάτες μας, κάποιοι εκ των οποίων δε το άξιζαν διότι υπήρχαν αμφιβολίες, η απάντησή της ήταν σοκαριστική ακόμα και για έναν δικηγόρο της αξίας και του μεγέθους του συγκεκριμένου. «Δε θα ρίξω στα μαλακά έναν εγκληματία του κοινού ποινικού δικαίου, επειδή κάποιοι εφηύραν την αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου» ήταν η απάντησή της. Και όμως, όσο με στοίχειωνε επτά ολόκληρα χρόνια η καταδίκη σε ισόβια ενός ανθρώπου που έπρεπε να έχει σαφώς χαμηλότερη ποινή και κάποτε να βγει από τη φυλακή, που έπρεπε να του αναγνωριστούν όλα τα ελαφρυντικά του Ποινικού Κώδικα, άλλο τόσο θα με στοιχειώνει και αυτή της η απάντηση, συνειδητοποιώντας ότι κοιμάται ήσυχη τα βράδια ενώ κάποιοι στον κόσμο που ζούμε, έστω το 5% αυτών που έχει καταδικάσει, θα βιώνουν επί χρόνια, ίσως και για μία ζωή, την αδιαφορία της συγκεκριμένης δικαστικής λειτουργού για την ύψιστη δικονομική αρχή του «in dubio pro reo». Και όμως, αυτή η γυναίκα, τυγχάνει του σεβασμού των συναδέλφων της, όχι όμως και του συνόλου του νομικού κόσμου και των δικηγόρων όπως τόσοι άλλοι συνάδελφοι της που αντιμετωπίζονται με σεβασμό και όχι με φόβο.

Στο ίδιο περίπου πλαίσιο κινείται και η αναφορά μου σε έναν συμφοιτητή μου στο μεταπτυχιακό του Ποινικού Δικαίου πριν χρόνια, αρκετά μεγάλο σε ηλικία τότε, και νυν Εισαγγελέα Πλημ/κων, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ, ανέφερε ότι : «οι κατηγορούμενοι, το 99% είναι αποβράσματα της κοινωνίας και θα πρέπει να τιμωρούνται παραδειγματικά χωρίς ίχνος επιείκειας και χωρίς δικονομικές αρχές τύπου “η αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου”, όπως επίσης και οι αναφορές του σε αλλοδαπούς ήταν άκρως ρατσιστικές δίχως ίχνος συμπόνιας και σεβασμού στην ανθρώπινη ύπαρξη». Ο εν λόγω κύριος, είχε αυτές τις απόψεις πριν καν γίνει δικαστής και αναρωτιέμαι, τώρα που είναι Εισαγγελικός Λειτουργός και στο απώτερο μέλλον που θα γίνει και Εισαγγελέας Εφετών, πώς θα αντιμετωπίζει ανθρώπους που αποζητάνε δικαιοσύνη ή δικαίωση, που αναζητάνε την αλήθεια, που αναζητάνε μία τιμωρία μεν για κάτι παράνομο που διέπραξαν, αλλά μία δίκαιη τιμωρία, μία δίκαιη δίκη, μία τιμωρία στα πλαίσια του σωφρονισμού και όχι της εξάντλησης όλης της αυστηρότητας; Πώς θα αντιμετωπίζει τους κατηγορουμένους, όταν το 80% αυτών είναι αλλοδαποί; Πώς θα προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κάτι που αποτελεί αρχή του Ποινικού Δικαίου;

Είναι πανθομολογούμενο ότι το πρώτο καθήκον μίας κοινωνίας είναι η δικαιοσύνη. Και «η επιείκεια αποτελεί μέρος της δικαιοσύνης» όπως σοφά ανέφερε ο Γάλλος γνωμικογράφος Joseph Joubert. Ο Κομφούκιος έλεγε ότι «η επιείκεια είναι μία έννοια που έχει τη δύναμη να καθορίζει όλη τη ζωή μας». Επίσης, ο νομικός πατέρας μου, 47 χρόνια δικηγόρος, μου είχε διδάξει από τα πρώτα μου βήματα ότι «η επιείκεια είναι μητέρα της δικαιοσύνης».

Όταν λοιπόν υπάρχει έλλειψη αρκετών αποδεικτικών στοιχείων που να τεκμηριώνουν την ενοχή του κατηγορουμένου, θα πρέπει να ακολουθούν τα δικαστήρια την ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο οδό, είτε αυτή οδηγεί σε αθώωση, είτε σε ηπιότερη ποινική μεταχείριση. Αυτό στο Ποινικό Δίκαιο λέγεται in dubio pro reo. Δηλαδή αθώος λόγω αμφιβολιών. Στη γλώσσα των ανθρώπων δεν έχω μάθει ακόμα πώς το λένε, όμως επειδή εδώ κρίνουμε ανθρώπινες ζωές, δε θα πρέπει αυτές οι ζωές να κρίνονται αυστηρά, εφόσον βέβαια υπάρχει η όποια αμφιβολία και μόνο τότε. Έτσι, ούτε ο κρίνων θα έχει τύψεις που υπαρχόντων αμφιβολιών, αυτός τις παρέβλεψε και τις προσπέρασε, ούτε και ο κρινόμενος θα είναι τόσο άτυχος να έχει κριθεί η ζωή του και το μέλλον του από μία άστοχη, υπέρ το δέον αυστηρή και λανθασμένη απόφαση.

Η χρήση της αρχής της «αμφιβολίας υπέρ του κατηγορουμένου», είναι εκ των ων ουκ άνευ επιβεβλημένη και χωρίς αυτή ο νομικός μας πολιτισμός θα είναι φτωχότερος. Η αρχή αυτή επιβάλλει να αντιμετωπίζεται ο κατηγορούμενος με τον δέοντα σεβασμό, όταν και όπου πρέπει.

Οι δικαστές στην πλειοψηφία τους, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, αποδίδουν δικαιοσύνη και ακολουθούν πιστά τους νομικούς κανόνες που του υπαγορεύει ο νόμος. Ακολουθούν και την αρχή της ηθικής απόδειξης του άρθρου 177 ΚΠΔ, ακολουθώντας μεταξύ άλλων και τη φωνή της συνείδησής τους. Παράλληλα έχουν την υποχρέωση να μη ξεχνάνε να ακολουθούν πιστά την αρχή του in dubio pro reo (= η αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου, άρθρο 178 παρ.3 ΚΠΔ) προκειμένου να έχουν ένα πολύτιμο όπλο στη φαρέτρα τους στο δύσκολο έργο που έχουν αναλάβει, ένα σημαντικό βοήθημα στην αποστολή τους που είναι να προστατεύουν όσο μπορούν καλύτερα τη ζωή και την ακεραιότητα του ανθρώπου, τη τιμή του και την αξιοπρέπεια του, την ελευθερία του και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Έτσι η ζυγαριά της δικαιοσύνης θα είναι πιο ισορροπημένη, και η ύψιστη δικονομική αρχή την οποία αναλύσαμε, θα έχει δικαιολογήσει την παρουσία της στον νομικό μας κόσμο.

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ