Π. Λυμπερόπουλος: Το ισχύον σύστημα δεν είναι το τέλειο, αλλά ας το δοκιμάσουμε

Την ανάγκη η συζήτηση για την αναθεώρηση των άρθρων του Συντάγματος να διεξαχθεί μέσα σε κλίμα ηρεμίας και νηφαλιότητας – Τι προτείνει ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου.

NEWSROOM
Π. Λυμπερόπουλος: Το ισχύον σύστημα δεν είναι το τέλειο, αλλά ας το δοκιμάσουμε

Να βγουν τα «γυαλιά των σκοπιμοτήτων» προτρέπει ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, ενόψει της συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση και τις διαδικασίες που μπορεί να επέλθουν στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων.

Και όπως τονίζει «το διακύβευμα στην διαδικασία αυτή πρέπει να είναι για όλους η προάσπιση του κύρους και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης», καθώς η συζήτηση «πρέπει απαραίτητα να διεξαχθεί μέσα σε κλίμα ηρεμίας και νηφαλιότητας», ενώ «σε αντίθετη περίπτωση θα πληγεί ευθέως η εικόνα της Δικαιοσύνης».

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο κ. Λυμπερόπουλος σε άρθρο του στο «Βήμα της Κυριακής» και στο κλίμα των ημερών, όπου επιχειρείται να πληγεί η Δικαιοσύνη. «Όπως έχει ιστορικά αποδειχθεί τέτοια πλήγματα αποτυγχάνουν μπροστά στην ατσάλινη βούληση των Δικαστών όλων των βαθμών να διατηρήσουν το κύρος και την αξιοπιστία τους. Οι άδικες επιθέσεις στην καθημερινή λειτουργία της Δικαιοσύνης στην πλειονότητα των περιπτώσεων γίνονται ενίοτε για προφανείς λόγους και συνήθως είναι χωρίς τεκμηρίωση».

Η διερεύνηση καταγγελιών και η σχέση με τους πολίτες

Σε κάθε περίπτωση, όπως σημειώνει ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου «όλες οι καταγγελίες επιβάλλεται να ερευνώνται σχολαστικά. Τα Ανώτατα Δικαστήρια, εκ του θεσμικού τους ρόλου αποκλειστικά αρμόδια για τον έλεγχο, ερευνούν και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα όπου χρειάζεται και το έχουν αποδείξει ακόμα και με πρόσφατες αποφάσεις τους αποπομπής ευαρίθμου αριθμού δικαστών από το Σώμα για πειθαρχικά παραπτώματα».

Ωστόσο, υπογραμμίζει μία σημαντική πτυχή στη λειτουργία των Ανωτάτων Δικαστηρίων που αφορά τις σχέσεις με τους πολίτες. «Τα Ανώτατα Δικαστήρια πρέπει να ανακαλύψουν ξανά τη σχέση τους με τους Πολίτες με την υιοθέτηση καλών πρακτικών από τα ευρωπαϊκά δικαστήρια, ιδίως της τακτικής λογοδοσίας και διαφάνειας, που θα περιλαμβάνει στο πλαίσιο της εξωστρέφειας την δημοσιοποίηση και επικοινωνία των ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων των Δικαστηρίων, τον στρατηγικό σχεδιασμό τους, τον απολογισμό του παραχθέντος δικαστικού έργου».

Οι τρεις δρόμοι για επιλογή ηγεσίας: Οι κυρίαρχες απόψεις

Όπως αναφέρει ο κ. Λυμπερόπουλος, «υπό τις συνθήκες αυτές στην Συνταγματική Αναθεώρηση για το άρθρο 90 παρ.5 του Συντάγματος διαφαίνεται ότι θα υποστηριχθούν τρεις απόψεις».

Σύμφωνα με όσα τονίζει «η πρώτη είναι η επιλογή μέσω εσωτερικής ψηφοφορίας μεταξύ των Δικαστών και μόνο, η οποία έχει την αδυναμία ότι παραλείπει την απαραίτητη προϋπόθεση της λαϊκής νομιμοποίησης και παραπέμπει στο κίνδυνο δημιουργίας «κράτους δικαστών», καταργώντας τις αρχές του άρθρου 26 του Συντάγματος, που σημειωτέον δεν περιλαμβάνεται στις αναθεωρητέες διατάξεις».

Στο πλαίσιο της επιλογής αυτής επισημαίνει πως «είναι δε, σοβαρός ο κίνδυνος να εξελιχθεί μια τέτοια ψηφοφορία σε πεδίο εμπλοκής και αντιπαράθεσης εξωτερικών της Δικαιοσύνης παραγόντων, αλλά και υποβάθμισης της διαδικασίας σε αρχαιρεσίες κοινών σωματείων».

Σχολιάζοντας την δεύτερη επιλογή λέει πως «υποστηρίζει την επιλογή μέσω διευρυμένης πλειοψηφίας της Βουλής, ενέχει όμως το κίνδυνο της μη επίτευξής της με συνέπεια την αδυναμία λειτουργίας του δικαστικού συστήματος κάτι που συμβαίνει συχνά στις ανεξάρτητες αρχές». Υπό το πρίσμα αυτό δηλώνει πως «αυτονοήτως θεωρούνται εκτός θεσμικής συζήτησης άτυπες συμφωνίες, που δεν θα έχουν ως αποκλειστικό κριτήριο επιλογής τα οριζόμενα στο Σύνταγμα και το Νόμο».

Ο τρίτος δρόμος: Σαφές προβάδισμα του ισχύοντος συστήματος

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, «το ισχύον σύστημα ως τρίτη εκδοχή έχει σαφές προβάδισμα για λόγους θεσμικής συνέπειας και ρεαλισμού. Η γνωμοδότηση της Νομοθετικής και της Δικαστικής Λειτουργίας σε συνδυασμό με την τελική επιλογή από την Εκτελεστική διέπονται από ένα βασικό εχέγγυο: οι έχοντες τα τυπικά προσόντα έχουν ήδη κριθεί επανειλημμένα, από τα αρμόδια θεσμικά όργανα μεταξύ πολλών άλλων και για το ήθος, το σθένος, την κρίση, αλλά και για το ανεξάρτητο πνεύμα τους και την ακεραιότητα τους. Άρα, η επιλογή σύμφωνα με αυτή την άποψη έχει την ασφάλεια της κρίσης μεταξύ ισάξιων, που το ίδιο το Δικαστικό Σώμα ανέδειξε στις θέσεις αυτές διαμορφώνοντας αμέσως και εμμέσως το πλαίσιο επιλογής».

Και καταλήγει: «Το ισχύον σύστημα, όπως προαναφέρθηκε, πιθανότατα δεν είναι το τέλειο, αλλά έχω την άποψη ότι είναι το καλύτερο που οι συνθήκες στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Χώρας επιτρέπουν. Ας το δούμε να δοκιμάζεται στο χρόνο, βγάζοντας τα γυαλιά των σκοπιμοτήτων».

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ Π. ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Βγάζοντας τα γυαλιά των σκοπιμοτήτων

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι στενά συνυφασμένη με τις αρχές του Κράτους Δικαίου και τη λειτουργία του Δημοκρατικού Πολιτεύματος. Ο τρόπος επιλογής στις κορυφαίες θέσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων αποτελεί σημαντικό ζήτημα για την Δικαιοσύνη, το ρόλο της και τη λειτουργία των Θεσμών και έχει καταστεί διαχρονικά «αγαπημένο» θέμα συζήτησης στους νομικούς και πολιτικούς κύκλους και στην κοινωνία, ενόψει μάλιστα της Αναθεώρησης του Συντάγματος. Το διακύβευμα στην διαδικασία αυτή πρέπει να είναι για όλους η προάσπιση του κύρους και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.

Κατά το άρθρο 90 παρ.5 του Συντάγματος οι προαγωγές στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης ενεργούνται µε προεδρικό διάταγμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου µε επιλογή μεταξύ των µελών του αντίστοιχου Ανώτατου Δικαστηρίου, όπως νόμος ορίζει. Η Ελλάδα, αρχικά το 2010, υιοθέτησε τη Γνωμοδότηση της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής κατόπιν ακρόασης των εχόντων τα τυπικά προσόντα Δικαστών. Το 2024 θεσμοθετήθηκε και η Γνωμοδότηση της οικείας Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ρύθμιση λειτούργησε για πρώτη φορά στις προαγωγές του 2025 και η Χώρα εναρμονίσθηκε πλήρως με τη σύγχρονη τάση για συμμετοχή των Δικαστών στη διαδικασία, έτσι όπως είχε εκφραστεί με εκθέσεις διεθνών οργανισμών (Συμβούλιο της Ευρώπης, GRECO) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου. Εξ άλλου, ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ως ο εφαρμοστικός νόμος του Συντάγματος, προβλέπει ότι η προαγωγή των Δικαστών στα Ανώτατα Δικαστήρια γίνεται κατά απόλυτη εκλογή και προϋποθέτει την ύπαρξη εξαιρετικών ουσιαστικών προσόντων στο πρόσωπο αυτών, που έχουν ήδη τα τυπικά προσόντα. Υπό τις συνθήκες αυτές στην Συνταγματική Αναθεώρηση για το άρθρο 90 παρ.5 του Συντάγματος διαφαίνεται ότι θα υποστηριχθούν τρεις απόψεις.

Η πρώτη είναι η επιλογή μέσω εσωτερικής ψηφοφορίας μεταξύ των Δικαστών και μόνο, η οποία έχει την αδυναμία ότι παραλείπει την απαραίτητη προϋπόθεση της λαϊκής νομιμοποίησης και παραπέμπει στο κίνδυνο δημιουργίας «κράτους δικαστών», καταργώντας τις αρχές του άρθρου 26 του Συντάγματος, που σημειωτέον δεν περιλαμβάνεται στις αναθεωρητέες διατάξεις. Είναι δε, σοβαρός ο κίνδυνος να εξελιχθεί μια τέτοια ψηφοφορία σε πεδίο εμπλοκής και αντιπαράθεσης εξωτερικών της Δικαιοσύνης παραγόντων, αλλά και υποβάθμισης της διαδικασίας σε αρχαιρεσίες κοινών σωματείων. Η δεύτερη υποστηρίζει την επιλογή μέσω διευρυμένης πλειοψηφίας της Βουλής, ενέχει όμως το κίνδυνο της μη επίτευξής της με συνέπεια την αδυναμία λειτουργίας του δικαστικού συστήματος κάτι που συμβαίνει συχνά στις ανεξάρτητες αρχές. Αυτονοήτως θεωρούνται εκτός θεσμικής συζήτησης άτυπες συμφωνίες, που δεν θα έχουν ως αποκλειστικό κριτήριο επιλογής τα οριζόμενα στο Σύνταγμα και το Νόμο.

Το ισχύον σύστημα ως τρίτη εκδοχή έχει σαφές προβάδισμα για λόγους θεσμικής συνέπειας και ρεαλισμού. Η γνωμοδότηση της Νομοθετικής και της Δικαστικής Λειτουργίας σε συνδυασμό με την τελική επιλογή από την Εκτελεστική διέπονται από ένα βασικό εχέγγυο: οι έχοντες τα τυπικά προσόντα έχουν ήδη κριθεί επανειλημμένα, από τα αρμόδια θεσμικά όργανα μεταξύ πολλών άλλων και για το ήθος, το σθένος, την κρίση, αλλά και για το ανεξάρτητο πνεύμα τους και την ακεραιότητα τους. Άρα, η επιλογή σύμφωνα με αυτή την άποψη έχει την ασφάλεια της κρίσης μεταξύ ισάξιων, που το ίδιο το Δικαστικό Σώμα ανέδειξε στις θέσεις αυτές διαμορφώνοντας αμέσως και εμμέσως το πλαίσιο επιλογής.

Το αβίαστο συμπέρασμα από τα ανωτέρω είναι ότι η Ελλάδα έχει ένα ιδιαίτερα αυστηρό θεσμικό πλαίσιο με σημαντικές ασφαλιστικές δικλείδες στο επίπεδο της διάκρισης των Λειτουργιών και της προστασίας της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των Δικαστών στο σύνολο της πυραμίδας του Δικαστικού Σώματος, με ιδιαίτερη έμφαση στην πλήρωση ποιοτικών κριτηρίων επιλογής των Ανωτάτων Δικαστών.

Η συζήτηση για την αναθεώρηση των άρθρων του Συντάγματος, που αφορούν στη Δικαιοσύνη, σε σχέση με το παρελθόν, πρέπει απαραίτητα να διεξαχθεί μέσα σε κλίμα ηρεμίας και νηφαλιότητας. Σε αντίθετη περίπτωση θα πληγεί ευθέως η εικόνα της Δικαιοσύνης. Σε όλο αυτό το κλίμα ο Δικαστής φαίνεται να δείχνει απροστάτευτος αλλά δεν είναι ανίσχυρος. Όπως έχει ιστορικά αποδειχθεί τέτοια πλήγματα αποτυγχάνουν μπροστά στην ατσάλινη βούληση των Δικαστών όλων των βαθμών να διατηρήσουν το κύρος και την αξιοπιστία τους. Οι άδικες επιθέσεις στην καθημερινή λειτουργία της Δικαιοσύνης στην πλειονότητα των περιπτώσεων γίνονται ενίοτε για προφανείς λόγους και συνήθως είναι χωρίς τεκμηρίωση. Πάντως, σε κάθε περίπτωση όλες οι καταγγελίες επιβάλλεται να ερευνώνται σχολαστικά. Τα Ανώτατα Δικαστήρια, εκ του θεσμικού τους ρόλου αποκλειστικά αρμόδια για τον έλεγχο, ερευνούν και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα όπου χρειάζεται και το έχουν αποδείξει ακόμα και με πρόσφατες αποφάσεις τους αποπομπής ευαρίθμου αριθμού δικαστών από το Σώμα για πειθαρχικά παραπτώματα.

Στους καιρούς μας, όμως, αυτό δεν είναι αρκετό. Τα Ανώτατα Δικαστήρια πρέπει να ανακαλύψουν ξανά τη σχέση τους με τους Πολίτες με την υιοθέτηση καλών πρακτικών από τα ευρωπαϊκά δικαστήρια, ιδίως της τακτικής λογοδοσίας και διαφάνειας, που θα περιλαμβάνει στο πλαίσιο της εξωστρέφειας την δημοσιοποίηση και επικοινωνία των ποιοτικών και ποσοτικών δεδομένων των Δικαστηρίων, τον στρατηγικό σχεδιασμό τους, τον απολογισμό του παραχθέντος δικαστικού έργου.

Το ισχύον σύστημα, όπως προαναφέρθηκε, πιθανότατα δεν είναι το τέλειο, αλλά έχω την άποψη ότι είναι το καλύτερο που οι συνθήκες στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Χώρας επιτρέπουν. Ας το δούμε να δοκιμάζεται στο χρόνο, βγάζοντας τα γυαλιά των σκοπιμοτήτων. Και επιτέλους, ας πιστέψουμε ότι υπάρχουν Δικαστές στην Ελλάδα και το πιο σημαντικό: ας θυμόμαστε ότι όλες οι Εξουσίες του πολιτεύματος και η Δικαστική Λειτουργία «πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα» (άρθρο 1παρ 3 του Συντάγματος)».

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ