Παν. Σ. Παναγιωτόπουλος: Η διατάραξη των θρησκευτικών συναθροίσεων

Ωδή (!) στο μόνο εναπομείναν έγκλημα του Έβδομου Κεφαλαίου του νέου Ποινικού Κώδικα, που φέρει, και έφερε, τον τίτλο «Επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης»!

NEWSROOM
Παν. Σ. Παναγιωτόπουλος: Η διατάραξη των θρησκευτικών συναθροίσεων

Το άρθρο 200 του Ποινικού μας Κώδικα (και του νέου και του παλιού)  προβλέπει τρία, διακεκριμένα αλλήλων, εγκλήματα διαταράξεως των θρησκευτικών συναθροίσεων. Πρώτον, την κακόβουλη προσπάθεια παρεμποδίσεως ανεκτής κατά το πολίτευμα θρησκευτικής συνάθροισης για λατρεία, δεύτερον, την εκ προθέσεως διατάραξη μιας ανεκτής κατά το πολίτευμα θρησκευτικής επί σκοπώ λατρείας ή τελετής συνάθροισης και τρίτον, την ενέργεια υβριστικά ανάρμοστων πράξεων τελουμένων είτε σε εκκλησία είτε σε άλλο τόπο ορισμένο για θρησκευτική συνάθροιση.

       Πάντα ταύτα τιμωρούνται από τον ποινικό νομοθέτη, ανέκαθεν, διότι,  όπως γίνεται δεκτό από την απολύτως κρατούσα στη νομολογία και θεωρία άποψη, όλες οι ως άνω παραβάσεις «ως προσβάλλουσαι το θρησκευτικόν αίσθημα των πολιτών, επιβουλεύονται την θρησκευτικήν ειρήνην αυτών» [Α. Μπουρόπουλος, Ερμηνεία ΠΚ, τόμ. 2ος, υπ’ άρθρο 200, σελ. 187]. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο και το συγκεκριμένο άρθρο 200 του Ποινικού Κώδικα είναι ενταγμένο στο Κεφάλαιο Ζ΄ με τον τίτλο: ‘Επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης’. 

       Η κακόβουλη προσπάθεια  παρεμποδίσεως της θρησκευτικής συναθροίσεως δεν θα μας απασχολήσει εν προκειμένω, διότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος προϋποθέτει «μη συγκροτηθείσαν εισέτι την θρησκευτικήν συνάθροισιν», την οποία κάποιος προσπαθεί να παρεμποδίσει.

       Η διατάραξη όμως της συγκροτημένης ήδη θρησκευτικής συναθροίσεως μας απασχολεί. Θρησκευτική συνάθροιση για λατρεία, είναι η συνάθροιση των πιστών μιας θρησκείας που σκοπεί σε θρησκευτική κατάνυξη και πραγματοποιείται με δοξολογίες και προσευχές προς τον Θεό, σύμφωνα με τους τύπους και τους κανόνες της εν λόγω θρησκείας. Θρησκευτική συνάθροιση για τελετή, είναι η συγκέντρωση ορισμένων ατόμων και η διεξαγωγή ιεροτελεστίας, με την συμμετοχή κληρικού της οικείας θρησκείας, χάριν ικανοποιήσεως ατομικών (κυρίως όμως θρησκευτικών) αναγκών, όπως η βάπτιση, η ιερολογία του γάμου κλπ. Η συνάθροιση μπορεί να τελείται σε ανοικτό ή κλειστό χώρο. Ο χώρος  μπορεί να είναι δημόσιος, όπως ο ναός που κατά κανόνα τελούνται τα μυστήρια και εκδηλώνεται η λατρεία, αλλά και ιδιωτικός, όπως λ.χ. μία οικία στην οποία τελείται βάπτιση ή γάμος. 

       Μίας τέτοιας θρησκευτικής συνάθροισης πιστών, ο νόμος απαγορεύει απολύτως τη διατάραξή της και τιμωρεί τους εκ προθέσεως, με δόλο δηλαδή, δρώντες.

       Και πως επέρχεται η διατάραξη; Η διατάραξη μπορεί να τελεσθεί με διέγερση θορύβου ή αταξίας ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, «δι’ οιασδήποτε δηλαδή ενεργείας κωλυούσης την ομαλήν διεξαγωγήν της εν θρησκευτική συναθροίσει ιεροτελεστίας» [Α. Μπουρόπουλος, όπ.π., σελ. 188]. Έχει κριθεί ότι συνιστά διατάραξη της θρησκευτικής συνάθροισης, η απομάκρυνση από το Ιερό Βήμα του μικροφώνου, ώστε να μην ακούγεται στο εκκλησίασμα εκείνος που τελεί την λειτουργία  [Αρείου Πάγου 1489/1997 ΠοινΧρ ΜΗ΄492,494], καθώς επίσης και η συμπεριφορά εκείνου, όστις διακόπτει, με δυνατή φωνή («γεγωνυΐα τη φωνή») τον κηρύττοντα τον θείο λόγο εν Εκκλησία κληρικό και φωνασκών δηλώνει ότι δεν είναι αληθή τα υποστηριζόμενα [Α. Μπουρόπουλος, όπ.π., σελ. 188]. Ακόμη, έχει κριθεί ότι αποτελεί διατάραξη της θρησκευτικής συνάθροισης, η ρίψη προκηρύξεων εντός του Ιερού Ναού που απεικονίζουν τον Ιούδα και η φωνή του ρίπτοντος ότι είναι «ανάξιος» ο ενθρονιζόμενος [Αρείου Πάγου 169/1978 ΠοινΧρ ΚΗ΄444].

       Επίσης, πληρούται το περί ού ο λόγος έγκλημα της διατάραξης της θρησκευτικής συνάθροισης, και από την συμπεριφορά εκείνου, ο οποίος κατά την τέλεση του μυστηρίου της βάπτισης (είτε αυτή τελείται σε Εκκλησία είτε σε οικία), φωνασκεί ότι «δεν είναι σωστό να βαπτίζονται τα παιδιά» ή, όπως έχει κριθεί, με απόφαση του Αρείου Πάγου, όταν γίνεται κατά την διάρκεια θρησκευτικής συνάθροισης και ιεροτελεστίας «για να επέλθει διακοπή ή παρακώλυση της εξέλιξης της θρησκευτικής συνάθροισης» [Αρείου Πάγου 944/2005 ΠοινΧρ ΝΣΤ΄53,54]. 

       Συνεπώς, το αδίκημα είναι τετελεσμένον, όταν ομάς ατόμων εισβάλει σε Ιερό Ναό, καθ’ ήν ώραν τελείται Θεία Λειτουργία, και αναποδογυρίζοντας καθίσματα, ρίπτει φέιγ-βολάν, φωνασκεί, απωθεί τον ιερέα ή κάποιο εκ των πιστών, και με αυτόν τον τρόπο, με πρόθεση διαταράσσει  την θρησκευτική επί σκοπώ λατρείας συνάθροιση των πιστών. Και τούτο, διότι η εν λόγω συμπεριφορά είναι ικανή να προσβάλει, και όντως προσβάλει, το θρησκευτικό συναίσθημα όσων εκκλησιάζονται, ευρισκόμενοι στον Ιερό Ναό για να προσευχηθούν στον Θεό τους, μη αναμένοντες τέτοιες διαταράξεις της θρησκευτικής γαλήνης  και επιβουλή της θρησκευτικής τους ειρήνης.

       Το πόσο χρονικό διάστημα διήρκεσε η κατά τα άνω πράξη, δεν έχει καμία απολύτως σημασία, αφού ο νόμος δεν θέτει τέτοια προϋπόθεση, αρκούμενος να διατυπώσει στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος μόνο την με οποιονδήποτε τρόπο διατάραξη της ιεροτελεστίας. Όταν αποτελεί δε διατάραξη και μόνο η στιγμιαία και γεγωνυΐα τη φωνή διακοπή του κηρύττοντος εν Εκκλησία κληρικού υπό τινος ακροατού ή η με δυνατή φωνή εκφορά της λέξης «ανάξιος, ανάξιος» κατά την χειροτονία κληρικού, ασφαλέστατα αποτελεί διατάραξη και η είσοδος ομάδος ατόμων φωνασκούντων, απειλούντων και ριπτόντων φέιγ-βολάν, όντος παντελώς αδιαφόρου του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο διεκόπη η Θεία Λειτουργία. 

       Ο μέγας ερμηνευτής του ισχύοντος Ποινικού μας Κώδικα, Άγγελος Μπουρόπουλος, ορθότατα τονίζει, και τούτο αποτελεί πια απολύτως κρατούσα άποψη, ότι το περί ού ο λόγος έγκλημα πληρούται «άμα τη διαταράξει της συγκροτημένης ήδη θρησκευτικής συναθροίσεως έστω και επ’ ελάχιστον χρόνον» [Α. Μπουρόπουλος, όπ.π., σελ. 188].  

       Πάντα τα ανωτέρω αναφέρονται στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου 200 ΠΚ. Η παρ. 2 του ιδίου άρθρου, που είναι πιο αυστηρή, τιμωρεί  τις «υβριστικώς ανάρμοστες πράξεις» που τελούνται «μέσα σε εκκλησία ή σε τόπο ορισμένο για θρησκευτική συνάθροιση». Και είναι πιο αυστηρή η παρ. 2 του άρθρου, γιατί δεν απαιτεί οι πράξεις οι προσβλητικές να γίνονται σε ώρα ιεροτελεστίας, καθ’ ήν ώραν δηλαδή τελείται ιεροτελεστία εις τον Ιερό Ναό.

       Τέτοιες πράξεις έχει κριθεί, τόσο από τα Δικαστήρια της ουσίας όσο και από τον Άρειο Πάγο, ότι είναι η ρύπανση, το κάπνισμα, οι κραυγές, ο θόρυβος, η οχλαγωγία, η άσεμνη αμφίεση, η διανομή στο εκκλησίασμα ή η τοιχοκόλληση αθεϊστικών και αντιθρησκευτικών προκηρύξεων, η αναγραφή στους τοίχους των Εκκλησιών βλάσφημων και εμπαικτικών συνθημάτων, οι ύβρεις ή ειρωνείες κατά των πιστών ή του ιερέως, η ενόχληση εκκλησιαζομένων γυναικών, η επιδεικτική μη αφαίρεση του σκούφου ή του καπέλου, η είσοδος τινός  μεταμφιεσμένου εις Εκκλησίαν,  η χρησιμοποίηση Ιερού Ναού ως τόπου καταλύματος (και μάλιστα με τη συνοδεία ζώων), ως τόπου εμπορίου ή κατοικίας ή αποθήκης,  η ενέργεια ασελγών πράξεων εντός του Ιερού Ναού,  κλπ.[βλ. Θ. Σάμιο, Ενημερωτικό Σημείωμα υπό την Αρείου Πάγου 944/2005, ΠοινΧρ ΝΣΤ΄55επ., με την εκεί αναφορά στην λοιπή θεωρία και στη νομολογία των Δικαστηρίων μας].  

       Όλες αυτές οι υβριστικώς ανάρμοστες πράξεις, που τελούνται «εν εκκλησία ή εν τόπω ωρισμένω προς θρησκευτικήν συνάθροισιν», και που είναι αδιάφορο, όπως αναφέρθηκε, αν τελούνται καθ’ ήν ώραν  τελείται στην Εκκλησία ιεροτελεστία, αφού εκ της διατυπώσεως του νόμου συνάγεται με σαφήνεια ότι μπορεί να τελούνται και ασχέτως πάσης τέλεσης ιεροτελεστίας, αλλ’ απλώς εν τω Ναώ, τιμωρούνται όταν γίνονται εκ προθέσεως και για το λόγο ότι με αυτές εκφράζεται περιφρόνηση προς την ιερότητα του χώρου και προς το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών κάθε θρησκείας, πολλώ μάλλον όταν γίνονται σε βάρος της επικρατούσας στη Χώρα μας Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού [άρθρο 3 παρ. 1 Συντάγματος].  

       Το Ακυρωτικό Δικαστήριο της Χώρας μας, ο Άρειος Πάγος, στοιχούμενο και λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ως άνω διάταξη του Συντάγματος, έκρινε ότι οι υβριστικά ανάρμοστες πράξεις και οι πράξεις διατάραξης μπορούν να λάβουν χώρα και «εκτός της εκκλησίας ή του τόπου της θρησκευτικής συνάθροισης […] αρκεί ότι η επενέργεια αυτών εξικνείται μέχρι των εν λόγω τόπων» [Αρείου Πάγου 944/2005 ΠοινΧρ ΝΣΤ΄53]. Τούτη η θέση του Αρείου Πάγου, που αποτελεί γνώμονα και ενδείκτη ερμηνείας και εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης από τα κατώτερα Δικαστήρια, θέλει να προστατεύσει υπέρμετρα ασφαλώς τη θρησκευτική ειρήνη των πιστών και το θρησκευτικό συναίσθημα αυτών, ακόμη και από πράξεις που τελούνται μεν  έξω των Ιερών Ναών, αλλά η επενέργειά τους φθάνει μέχρι την Εκκλησία και αγγίζει το εκκλησίασμα, το Σώμα της Εκκλησίας. 

       Πολλώ μάλλον όταν οι πράξεις αυτές τελούνται εκ προθέσεως εντός των Ιερών Ναών. 

       Συνακόλουθα, δικαστική κρίση που αποκλίνει της ως άνω απολύτως κρατούσας εν επιστήμη και νομολογία άποψης, σχετικά με τη διατάραξη των θρησκευτικών συναθροίσεων, αστοχεί!    

  O Παν. Σ. Παναγιωτόπουλος είναι Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ