Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2022

Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος – Ο συνήγορος υπεράσπισης: “Το ευδιάκριτο σύνορο μεταξύ της βαρβαρότητας και του πολιτισμού

Η ποινική διαδικασία σχεδόν αμέσως από τα πρώτα της στάδια εκδηλώνεται σε ακραίο βαθμό με μέτρα δικονομικού καταναγκασμού.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος – Ο συνήγορος υπεράσπισης: “Το ευδιάκριτο σύνορο μεταξύ της βαρβαρότητας και του πολιτισμού
  1. Έχει ειπωθεί εύστοχα από μεγάλο γερμανό θεωρητικό (τονEberhard Schmidt),  ότι αν εξαιρέσουμε τις πολεμικές συγκρούσεις, τίποτε άλλο δεν προξένησε τόσες συμφορές και δάκρυα στην ανθρωπότητα, «όσο η κρατική δύναμη που εκδηλώνεται με την μορφή της ποινικής λειτουργίας».

Πράγματι, η ποινική διαδικασία σχεδόν αμέσως από τα πρώτα της στάδια εκδηλώνεται σε ακραίο βαθμό με μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, με έρευνες,  κατασχέσεις,  κυρώσεις,  ποινές, με εγκλεισμούς σε φυλακές. Έτσι αναδεικνύεται, και είναι τω όντι η ποινική διαδικασία, ο χώρος που υπογραμμίζεται με έμφαση η αυθεντία της κρατικής εξουσίας. Από την άλλη όμως, η προσωπική και κοινωνική υπόσταση του υπόπτου, του κατηγορουμένου, του διωκόμενου πολίτη, τίθενται σε σκληρή δοκιμασία.

  1. Ο Καθηγητής Ν. Ανδρουλάκης δίδασκε ότι η ποινική δίκη είναι το πεδίο στο οποίο κρίνεται η αποτελεσματικότητα της προστασίας σειράς ολόκληρης θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και από διεθνείς συνθήκες και γι’ αυτό το ποινικό δικονομικό δίκαιο αποκαλείται εύλογα«εφαρμοσμένο συνταγματικό δίκαιο». Ο γερμανός δε Καθηγητής Claus Roxin,  πολύ σωστά χαρακτηρίζει το ποινικό δικονομικό δίκαιο, την ποινική δίκη, ως «σεισμογράφο της συνταγματικής τάξης» κάθε πολιτείας.

Η Πολιτεία πρέπει πάντα να συμβιβάζει δύο εκ διαμέτρου αντίθετα συμφέροντα στην ποινική δίκη: αφενός μεν την άμεση και ταχεία αποκάλυψη του εγκλήματος και την τιμωρία των δραστών αυτού, αφετέρου την διασφάλιση των δικαιωμάτων των υπόπτων και των κατηγορουμένων και εν γένει εμπλεκομένων στην ποινική διαδικασία, ώστε να εξασφαλιστεί ότι θα διεξαχθεί μία δικονομικά άψογη και δίκαιη διαδικασία, με την τήρηση όλων των δικονομικών τύπων, η οποία θα οδηγήσει σε πλήρη ανάδειξη και απόδειξη της ουσιαστικής αλήθειας.

  1. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, που είναι προσανατολισμένο τόσο στην ανάγκη προστασίας της κοινωνίας με την καταστολή του εγκλήματος, όσο και στην ανάγκη προστασίας του συγκεκριμένου κατηγορουμένου με την εξασφάλιση σε αυτόν όλων εκείνων των μέσων που χρειάζεται για να αποσείσει την ενδεχομένως άδικη κατηγορία, είναι αυτονόητο ότι το λειτούργημα του συνηγόρου υπεράσπισης είναι ιερό! Η ιστορία της ποινικής δίκης είναι η ιστορία της υπεράσπισης! Ας μην κρυβόμαστε: Ο θεσμός της υπεράσπισης επεβλήθη κι όταν ακόμη οι κοινωνίες ήταν ανοργάνωτες και πρωτόγονες και δεν υπήρχε νόμος που να τον προβλέπει. Επεβλήθη όμως άμεσα και αυτόματα, για το λόγο ότι ανήκει στο φυσικό δίκαιοκαι απλώς οι μεταγενέστεροι θετικοί νόμοι εκύρωσαν το δικαίωμα της υπεράσπισης.

Άλλωστε, μόλις χρειάζεται να ειπωθεί, ότι τον έλεγχο της τήρησης των δικονομικών τύπων της ποινικής διαδικασίας και των εγγυήσεων που έχουν τεθεί προς όφελος του κατηγορουμένου, δεν μπορεί, ασφαλώς, να τον ασκήσει με αποδοτικό τρόπο μόνος του ο κατά το πλείστον στερούμενος νομικών γνώσεων κατηγορούμενος. Τούτο θα πράξει ο συνήγορος υπεράσπισης, ο οποίος καθίσταται συνεπώς «ο ουσιαστικός φρουρός και  εγγυητής της ‘δικαιότητας’ της ποινικής δίκης»! (Ν. Ανδρουλάκης).

Έτσι, προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια, πέρα από τους ορισμούς των νομοθετικών κειμένων, ότι το λειτούργημα του συνηγόρου υπεράσπισης είναι κοινωνικά αναγκαίο, αποστολή του δε και προορισμός του είναι να συμβάλλει με τη  συμμετοχή του στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και εν τέλει στην ορθή απονομή του δικαίου. Ο Κικέρων στηλίτευε τις δίκες που γίνονταν χωρίς πραγματικό συνήγορο υπεράσπισης και ο Ουλπιανός αναφέρει ότι ακόμη και οι δούλοι της ρωμαϊκής κοινωνίας  «εδικαιούντο εις υπερασπιστήν».

  1. Το λειτούργημα του υπερασπιστή στην ποινική δίκη ούτε προνόμιο υπέρ του κατηγορουμένου είναι, ούτε δημιούργημα φιλανθρωπίας, αλλά επιτελεί υπέρτατη, όπως αναφέρθηκε, κοινωνική λειτουργία. Γι΄αυτό, ο «συνήγορος» της ποινικής δίκης διαφέρει κατά πολύ του «πληρεξούσιου δικηγόρου» της πολιτικής και διοικητικής δίκης. Διότι στην ποινική δίκη ο συνήγορος υπεράσπισης εκτός από νομικός παραστάτης του κατηγορουμένου, είναι και «αυτοτελές όργανο απονομής της δικαιοσύνης». Η άποψη αυτή που αποτελεί την απολύτως κρατούσα άποψη, λέγεται με την έννοια, ότι αφού η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας στην ποινική δίκη αποτελεί κύριο και βασικό όρο της, η υπεράσπιση στην ίδια δίκη, η αποτελεσματική δηλαδή οργάνωση του δικαιώματος της δικαστικής ακρόασης του κατηγορουμένου, «ανάγεται σε εγγύηση του θεσμού της δίκαιης δίκης» (Χρ. Αργυρόπουλος).

Ο συνήγορος υπεράσπισης είναι, καθίσταται δηλαδή, ο εγγυητής της δίκαιης δίκης, ο εγγυητής του τεκμηρίου αθωότητας, ο εγγυητής μιάς ποινικής διαδικασίας ενός κράτους που θέλει να λέγεται «κράτος δικαίου»! Με άλλες λέξεις, το δικαίωμα υπερασπίσεως και το δικαίωμα για δίκαιη διεξαγωγή της δίκης ανήκουν, πρέπει να ανήκουν, στις θεμελιώδεις «οργανικές αρχές της ποινικής δικαιοσύνης ενός κράτους δικαίου»! (Α. Καρράς).

  1. Συνήγορος υπεράσπισης και ποινική δίκη είναι δυο έννοιες τόσο απόλυτα αρμοσμένες, ώστε η παρουσία του συνηγόρου στην καθόλου ποινική διαδικασία να είναι «τόσο απαραίτητη, όσο και η δικαιοσύνη», όταν δε, λένε γάλλοι θεωρητικοί, έχουμε να κάνουμε με δίκες που δικάζουν σε τελευταίο βαθμό, η υπεράσπιση είναι «πιο αναγκαία και από την ίδια την δικαιοσύνη». Ο Βολταίρος, με πολύ μελανά χρώματα, περιγράφει την αγωνία, τον τρόμο και την απελπισία του ανθρώπου που συλλαμβάνεται και κλείνεται σε ένα κελί και δεν έχει την οποιαδήποτε βοήθεια και συμπαράσταση του συνηγόρου του. «Πρόκειται για μέθοδο Ιεράς Εξετάσεως» βροντοφωνάζει και έχει απόλυτα δίκιο.

Ακόμη, λέγεται και γράφεται ότι όταν υπάρχει πραγματική υπεράσπιση, η δικαιοσύνη τότε θριαμβεύει, είτε καταδικάζει, είτε αθωώνει. Και η πραγματική υπεράσπιση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελευθερία, αν δε κάποιος θέλει να μάθει αν σε μία χώρα απονέμεται δικαιοσύνη, λέει ο καθηγητής Κ. Τσουκαλάς, θα το αναζητήσει στο πως οργανώνεται η υπεράσπιση στη χώρα αυτή. Από το έτος 1907 δε, ο εισαγγελέας ΑΠ Δ. Τζιβανόπουλος, αγορεύων ενώπιον του Αρείου Πάγου, τόνιζε ότι «δεν δύναται να υπάρξη δικαιοσύνη άνευ πλήρους και ελευθέρας υπερασπίσεως».

  1. Πολύ σωστά, επομένως, στο άρθρο 1 του Κώδικα Δικηγόρων διακηρύσσεται ότι «Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός. Το λειτούργημά του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου», ενώ στο άρθρο 2 αναφέρεται ότι «Ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης. Η θέση του είναι θεμελιώδης, ισότιμη, ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της». Πράγματι σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία που σέβεται τον εαυτό της και το κράτος δικαίου, ναι, ο συνήγορος υπεράσπισης είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης και η θέση του είναι θεμελιώδης, ισότιμη, ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης! Κι αυτό, γιατί στην ποινική διαδικασία κανείς ρόλος δεν είναι υποδεέστερος του άλλου και«όλοι μας μοχθούμε για τη Δικαιοσύνη. Ο στόχος είναι κοινός!» (Χρ. Κοσμίδης).

Και τελειώνω με τις έξοχες σκέψεις του Χριστόφορου Αργυρόπουλου: «ο θεσμικός ρόλος του συνηγόρου είναι κοινωνικά αναγκαίος, νομικά κατοχυρωμένος και ιστορικά δικαιωμένος. Συνιστά πράγματι «κατάκτηση του πολιτισμού» ή, ακριβέστερα, ευδιάκριτο ορόσημο μεταξύ της βαρβαρότητας και του πολιτισμού». Βαρβαρότητα, του να μην έχει ο κατηγορούμενος συνήγορο και δίκαιη δίκη, και πολιτισμός που απορρέει απ’ αυτή και μόνο την παρουσία και παράσταση του συνηγόρου, που θεσμοποιεί έτσι με μόνη την ιδιότητά του την ποινική δίκη.

*Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος, εισαγγελέας Εφετών Αθηνών

Πηγή: dikastis.blogspot.com

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ