Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

Πολυχρόνης Τσιρίδης: Η εσφαλμένη νομολογιακή αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ως εμπίπτουσας στο άρθρο 8 ΠΚ

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Πολυχρόνης Τσιρίδης: Η εσφαλμένη νομολογιακή αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ως εμπίπτουσας στο άρθρο 8 ΠΚ

Του Πολυχρόνη Τσιρίδη*

Νομολογιακά η εσφαλμένη άποψη ότι η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες θεωρείται διεθνές έγκλημα, και, ως εκ τούτου, αν τελέστηκε στην αλλοδαπή, έχουν εφαρμογή οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι, ανεξάρτητα από τους νόμους του τόπου τέλεσης, κατ’ άρθρ. 8 περ. ια΄ Π.Κ.

Η εμμονή του Ακυρωτικού στην άποψη αυτή αναπαράγει μία εσφαλμένη ερμηνεία των επικαλουμένων από τη νομολογία κανόνων δικαίου.

Η ανάγκη αναθεώρησης αυτών των εσφαλμένων, ούτως ή άλλως, νομολογιακών προσεγγίσεων είναι πλέον επιβεβλημένη μετά την ισχύ του νέου άρθρου 8 περ. ια΄ Π.Κ.

Η νομική θεμελίωση της ένταξης του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων στο άρθρο 8 ΠΚ ως διεθνούς εγκλήματος, κατά την παγιωθείσα άποψη, αναπαράγεται εσφαλμένα, ως δήθεν αποτελούσα αντικείμενο διεθνών κειμένων και των Κοινοτικών Οδηγιών, οπότε εντάσσεται στην έννοια του άρθρου 8 περ. ια΄ Π.Κ .

Η άποψη αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη για τους εξής, συνοπτικά, λόγους: 1. Η επίκληση από την ως άνω νομολογία των διεθνών κειμένων δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη διάταξη αυτών, η οποία να υπαγορεύει και υποδεικνύει στα συμβαλλόμενα κράτη να καταστήσουν τη νομιμοποίηση εσόδων ως έγκλημα διωκόμενο οπουδήποτε και αν αυτό τελέστηκε. (αρχή της παγκόσμιας δικαιοσύνης).

Προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 8 περ. ια΄ ΠΚ είναι η ύπαρξη κανόνα διεθνούς συμβατικού δικαίου που επιβάλλει στα κράτη την υποχρέωση άσκησης της δικαιοδοσίας τους σε συγκεκριμένα σοβαρά εγκλήματα, στρεφόμενα κατά της ολότητας ή της ανθρωπότητας. Η αυτόκλητη επέκταση της εθνικής δικαιοδοσίας επί πράξεων τελουμένων στην αλλοδαπή, χωρίς εύλογο συνδετικό στοιχείο με την ημεδαπή έννομη τάξη (άρθρα 5, 6, 7 και 9 ΠΚ) αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των αρχών του διεθνούς δικαίου περί απαγόρευσης κατάχρησηςδικαιώματος της Ελληνικής Πολιτείας . Τέτοια διάταξη διεθνούς κειμένου δεν υπάρχει. Η μόνη πρόβλεψη των κοινοτικών Οδηγιών ήταν η υπόδειξη στα κράτη μέλη της ΕΕ να ασκούν τη δικαιοδοσία τους επί των πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (για τις οποίες έχουν εύλογο συνδετικό στοιχείο με την εθνική τους νομοθεσία), ακόμη και αν οι δραστηριότητες από τις οποίες προέρχονται τα προς νομιμοποίηση περιουσιακά στοιχεία, (δηλαδή τα βασικά αδικήματα), διαπράττονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας .

Είναι γεγονός ότι κατά την παλαιά διατύπωση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 2331/1995 οριζόταν ότι «τα εγκλήματα του άρθρου αυτού (δηλ. νομιμοποίησης εσόδων) τιμωρούνται ακόμη και αν τελέστηκαν στην αλλοδαπή».

Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο πέμπτο του Ν. 2655/1998 και ορίστηκε ότι η πράξη νομιμοποίησης εσόδων τιμωρείται ακόμη και στην περίπτωση που η εγκληματική δραστηριότητα (δηλαδή το βασικό αδίκημα) έλαβε χώρα στην αλλοδαπή και δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των ελληνικών ποινικών δικαστηρίων. Έτσι, με τη διόρθωση του λάθους, η νομοθεσία μας στοιχήθηκε με την υποχρέωση που πήγαζε από την Οδηγία να μην απαιτείται ο έλεγχος του διπλού αξιοποίνου για το βασικό αδίκημα (και όχι για την πράξη νομιμοποίησης).

Στη συνέχεια, με τον Ν. 3691/2008 (και ήδη με τον Ν. 4557/2018) προβλέφθηκε ο έλεγχος του διπλού αξιοποίνου του βασικού αδικήματος, από το οποίο προέκυψε η προς νομιμοποίηση περιουσία στην Ελλάδα, με τον όρο ότι το βασικό αδίκημα είναι αξιόποινη πράξη κατά το δίκαιο του τόπου τέλεσης, αλλά και ότι, αν θα διεπράττετο στη χώρα μας, θα αποτελούσε, εκτός από αξιόποινη πράξη και βασικό αδίκημα, κατά τις προβλέψεις της νομοθεσίας μας.

Η ως άνω εσφαλμένη αρχική διατύπωση στο Ν. 2331/95 (που διορθώθηκε στη συνέχεια), έδωσε λαβή στις πρώτες νομολογιακές θέσεις ότι δεν απαιτείται έλεγχος διπλού αξιοποίνου για την πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Στη συνέχεια, μετά την αλλαγή αυτής της διάταξης, η εσφαλμένη αυτή θέση παρέμεινε με το επιχείρημα ότι η νομιμοποίηση εσόδων υπάγεται στην περίπτωση του άρθρου 8 περ. ια΄ Π.Κ, χωρίς να θεμελιώνεται αυτή η παραδοχή.

Όμως, όπως προεκτέθηκε, ούτε οι διεθνείς συμβάσεις, ούτε οι προβλέψεις των Οδηγιών, αλλά ούτε και οι διατάξεις των προσαρμοστικών νόμων (3424/2005, 3691/2008 και 4557/2018) παρείχαν έρεισμα υποστήριξης μιας τέτοιας άποψης.

Αυτό που παραβλέπεται είναι το ότι η ιδιότητα ενός εγκλήματος ως διεθνούς δεν σημαίνει και την αυτόματη υπαγωγή του στην αρχή της παγκόσμιας δικαιοσύνης, παρά μόνον αν σε ρητή διάταξη του εσωτερικού δικαίου θεσπίζεται ρητά αυτό σε συμμόρφωση με αντίστοιχη διεθνή συμβατική υποχρέωση. Τέτοια όμως υποχρέωση δεν υπήρξε ούτε με διεθνές συμβατικό κείμενο, ούτε με τις κοινοτικές οδηγίες.

Μάλιστα, ακόμη και η πρόσφατη νομολογία του Ακυρωτικού, επαναλαμβάνοντας χωρίς θεμελίωση ότι η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες αποτελεί διεθνές έγκλημα και ως τέτοιο εντάσσεται στο άρθρο 8 παρ. ια’ ΠΚ, συνεχίζει να επικαλείται εσφαλμένα ως νομιμοποιητική της βάση το άρθρο 1 παρ. 1 β’, 4 του Ν. 2331/1995, όπως η παρ. 4 του εν λόγω άρθρου αντικαταστάθηκε από το άρθρο πέμπτο του Ν. 2655/19986.

Φαίνεται να μην έχει ακόμη καταστεί αντιληπτό ότι η επικαλούμενη ως άνω διάταξη αναφέρεται σαφώς σε τελεσθέν στην αλλοδαπή βασικό αδίκημα και όχι σε τελεσθέν στην αλλοδαπή αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων!!!

Συνεπώς, επί πράξεων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, η ημεδαπή ποινική δικαιοδοσία είναι νοητή μόνον υπό τις προϋποθέσεις συνδρομής των άρθρων 5, 6 και 7 ΠΚ, με βάση τις αρχές της εδαφικότητας, ενεργητικής και παθητικής προσωπικότητας. Ο έλεγχος του διπλού αξιοποίνου, επί πράξεων νομιμοποίησης εσόδων, τελεσθεισών στην αλλοδαπή, πρέπει να θεωρείται αυτονόητος για την ενεργοποίηση της ημεδαπής ποινικής δικαιοδοσίας, ενώ, παράλληλα, θα πρέπει να διερευνάται η ενδεχόμενη συνδρομή λόγου αποκλεισμού της ποινικής δίωξης στην Ελλάδα, κατ’άρθρο 9 ΠΚ. Η νομολογιακή εμμονή στην επίκληση του άρθρου 8 περ. ια΄ ΠΚ προφανώς διευκολύνει την αποφυγή ελέγχου του αξιοποίνου χαρακτήρα της νομιμοποίησης εσόδων στον τόπο τέλεσης, ιδίως όμως την ενδεχόμενη παραγραφή της πράξης κατά το αλλοδαπό δίκαιο, που αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ποινικής δίωξης στην Ελλάδα, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β΄ Π.Κ. Όμως, είναι εσφαλμένη και αγνοεί τις επιλογές των διεθνών και εθνικών κανόνων δίκαιου που επικαλείται. 2. Αν οι Κοινοτικές Οδηγίες επιδίωκαν να υποδείξουν στα κράτη μέλη της ΕΕ να εφαρμόζουν τους εθνικούς τους νόμους επί των πράξεων της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, θα το έπρατταν, όπως το έπραξαν ως προς τα βασικά αδικήματα.

Ενδεικτικό παράδειγμα παρέμβασης του Κοινοτικού Νομοθέτη και υπόδειξης στα κράτη μέλη επέκτασης της εθνικής τους δικαιοδοσίας είναι το ακόλουθο: Με την οδηγία 2005/35/ΕΚ για την αντιμετώπιση της θαλάσσιας ρύπανσης υπέδειξε στα κράτη μέλη να επεκτείνουν την εθνική τους δικαιοδοσία και μάλιστα σε χώρους πέραν των προβλεπομένων από τις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις της MARPOL και της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS), ρυθμίσεις που ήδη ενσωματώθηκαν στη νομοθεσία των κρατών μελών. 3. Τέλος, με το νέο άρθρο 8 ΠΚ, διαπνεόμενο από τη βούληση περιστολής της εθνικής δικαιοδοσίας επί αδικημάτων τελουμένων στην αλλοδαπή, είναι σαφής η νομοθετική επιλογή υπέρ της ένταξης στη νέα διάταξη των περιοριστικά αναγραφόμενων αδικημάτων, στα οποία δεν περιλαμβάνεται το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Αν ο Νομοθέτης ήθελε να εντάξει τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες στο άρθρο 8 Π.Κ. θα το είχε πράξει. Αντιθέτως, είναι προφανές ότι θέλησε να περιορίσει την εμβέλεια εφαρμογής της αρχής της παγκοσμιότητας όπου εκτίμησε ότι υπάρχει λόγος να το πράξει.

Συνεπώς, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι και υπό το καθεστώς του άρθρου 8 ΠΚ του προϊσχύσαντος ΠΚ δεν μπορούσε να θεμελιωθεί η άποψη της νομολογίας του Ακυρωτικού αντιμετώπισης της νομιμοποίησης εσόδων ως διεθνούς εγκλήματος και, ως εκ τούτου, εμπίπτουσας αυτομάτως στο άρθρο 8 ΠΚ, σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι το αδίκημα αυτό δεν μπορεί να ενταχθεί στην εμβέλεια της νέας αυτής διάταξης του άρθρου 8 περ. ια΄ ΠΚ.

Εκτιμώ ότι είναι ευκαιρία να αναθεωρηθεί αυτή η εσφαλμένη παγιωθείσα νομολογία που δεν βρίσκει έρεισμα σε διεθνές συμβατικό κείμενο, ενωσιακό κείμενο, όσο και στις υπάρχουσες ημεδαπές διατάξεις.

*Δικηγόρος, Δ.Ν., Μέλος ΕΕΠ

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο NOVA CRIMINALIA No 9/Απρίλιος 2020*

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ