Τετάρτη 06 Ιουλίου 2022

Θεόδωρος Μαντάς: Εγκληματική οργάνωση (187 ΠΚ) – Νομοθετική αστοχία ή κοινωνική αναλγησία;

Το τεκμήριο αθωότητας των καταδικασθέντων καταλύεται εμφανώς, με ουσιαστική επιβολή προ-ποινής και οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζονται ως ένοχοι, προτού καν πραγματοποιηθεί η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Θεόδωρος Μαντάς: Εγκληματική οργάνωση (187 ΠΚ) – Νομοθετική αστοχία ή κοινωνική αναλγησία; dikastiko

Μια δυσάρεστη έκπληξη, επιφύλαξε στην συντριπτική πλειοψηφία του νομικού κόσμου, η εισαγωγή στο νέο ψηφισθέντα Ν. 4908/2022, με το άρθρο 72, τροποποιητική του άρθρου 187 ΠΚ διάταξη, με την προσθήκη έκτης παραγράφου, η οποία προβλέπει ότι: «στις περιπτώσεις καταδίκης για αξιόποινες πράξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα συναφή αδικήματα που συνεκδικάστηκαν με την ίδια απόφαση, η ποινή δεν αναστέλλεται ούτε μετατρέπεται με κανέναν τρόπο, τυχόν δε ασκηθείσα έφεση δεν έχει αναστέλλουσα ισχύ.».

Η διάταξη προβλέπει ότι, η καταδίκη σε πρώτο βαθμό δεν συνοδεύεται από τριετή αναστολή, της επιβαλλόμενης ποινής, δεν επιτρέπεται η κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, μετατροπή της ποινής σε μη στερητική της ελευθερίας ποινή, ενώ παράλληλα, το ανασταλτικό αποτέλεσμα της τυχόν ασκηθείσης έφεσης, δεν επέρχεται, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Το τεκμήριο αθωότητας των καταδικασθέντων καταλύεται εμφανώς, με ουσιαστική επιβολή προ-ποινής και οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζονται ως ένοχοι, προτού καν πραγματοποιηθεί η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό και πολλώ δε μάλλον, δίχως να έχει επέλθει το αμετάκλητο της καταδίκης αυτών. Στην ουσία, η καταδίκη σε πρώτο βαθμό, εκτελείται άμεσα και ο καταδικασθείς δεν διαθέτει το παραμικρό μέσο άμυνας.

Συνακόλουθα, παραβιάζεται εντελώς η αρχή της δίκαιης δίκης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς κάθε πρόσωπο που φέρεται προ των δικαστικών αρχών, οφείλει να γνωρίζει εξαρχής τα σχετικά με την κατηγορία που του αποδίδεται, το πλαίσιο ποινής αλλά και εν γένει τις δικονομικές εγγυήσεις της διαδικασίας, δίχως αυτές να μεταβάλλονται, με πλήρη αιφνιδιασμό του και απόλυτη κατάλυση των δικαιωμάτων αυτού.

Παρότι δε, η διάταξη περιλήφθηκε σε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οι έννομες συνέπειές της, αποκτούν αποκλειστικά δικονομικές προεκτάσεις, μέσω της άμεσης εφαρμογής αυτής σε εν εξελίξει δίκες. Πέρα από το άτοπο της δικονομικής ρύθμισης από το ουσιαστικό δίκαιο, η εφαρμογή της διατάξεως σε δικαστηριακό επίπεδο, προκαλεί επιδείνωση ακόμα περισσότερο της θέσης του κατηγορουμένου, αλλά και σύγχυση σε σχέση με την υποχρεωτική επιλογή του ηπιότερου ποινικού νόμου, η οποία αφορά στο ουσιαστικό και όχι στο δικονομικό δίκαιο.

Επιπλέον, ο περιορισμός του φυσικού Δικαστή, κατά την έκδοση απόφασης, σε σχέση με την χορήγηση αναστολής ή μετατροπής της ποινής, καθώς επίσης και της ανασταλτικής ισχύος ασκηθείσας έφεσης, καταλύει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η νομοθετική εξουσία θα πρέπει, εφόσον σέβεται το Σύνταγμα και ιδιαιτέρως την αρχή της αναλογικότητας να νομοθετεί και σε καμία περίπτωση να διαμορφώνει τη δικανική πεποίθηση, ή να καθιστά αυτή δέσμια.

Ειδικότερα, προκειμένου να ικανοποιηθεί η ανασφάλεια του ποινικού νομοθέτη αναφορικά με τις εγκληματικές οργανώσεις, συμβαίνει η απόλυτη παραδοξότητα, δυνητικά έστω, να προκύπτει η δυνατότητα χορήγησης αναστολής εκτέλεσης της ποινής σε καταδικασθέντες για αδικήματα για τα οποία προβλέπεται πρόσκαιρη ως και ισόβια κάθειρξη. Η αρχή της αναλογικότητας, συνιστά τη ρυθμιστική παράμετρο και το εχέγγυο ανάμεσα στη δικαιότητα της δικαστικής διαδικασίας και στη νομοθετική πρωτοβουλία. Δεν είναι δυνατό συνεπώς, να προκαλούνται κατά την άσκηση της νομοθετικής εξουσίας, τέτοιου είδους αξιολογικές αντιφάσεις.

Μάλιστα, η ποινική μεταχείριση των κατηγορουμένων για αδικήματα στα πλαίσια εγκληματικής οργάνωσης ή συμμορίας, οδηγεί στην ταυτόχρονη εξομοίωση, κατά την ποινική αξιολόγηση των συναφών εγκλημάτων που συνεκδικάζονται, εντός των ανωτέρω πλαισίων. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω αδικήματα δεν αξιολογούνται όπως επιβάλλεται μεμονωνμένα, ως προς το μέρος της εκτέλεσης της καταδικαστικής απόφασης και αναγκαστικά, οι καταδικασθέντες οδηγούνται στη φυλακή.

Κρίθηκε λοιπόν επιβεβλημένη, η απόφαση της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας και του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, για στοχευμένη αποχή από τις ποινικές δίκες πλημμεληματικές και κακουργηματικές πρώτου βαθμού σε υποθέσεις που υπάρχει κατηγορία για σύσταση και συμμορία, σύμφωνα με το άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα.

Η αποχή αυτή, συνιστά αποτελεσματική παρέμβαση των Δικηγόρων και τα θεσμικών τους οργάνων σε επίπεδο νομοθέτησης, για τη θεσμική εγγύηση του κράτους δικαίου και την ταυτόχρονη ευθυγράμμιση με την Ελληνική κοινωνία στην προσπάθεια της να μην αποδεχθεί μία κατασταλτική Πολιτεία

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ