Βασίλειος Πετρόπουλος: Τα αδικήματα της υποβοήθησης παράνομης εισόδου και της άνευ νομίμων διατυπώσεων παραμονής αλλοδαπών στην Ελλάδα υπό το πρίσμα της Νομολογίας του ΔΕΕ
Η ειδική υπόσταση της αξιόποινης παραμονής, για να έχει την ποιότητα της lex certa, πρέπει να περιγράφει συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη
Tον Ιούνιο του 2025 εξεδόθη σε τμήμα μείζονος σύνθεσης η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-460/23 (ψευδοποιημένη ως «Kinsa») κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος του πρωτοβάθμιου ποινικού δικαστηρίου (Πλημμελειοδικείου) της Μπολόνια¹. Σε αυτήν το ΔΕΕ ερμήνευσε τα όρια εφαρμογής της οδηγίας 2002/90/ΕΚ για τον ορισμό της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, διέλευσης και διαμονής και της απόφασης/πλαίσιο 2002/946/ΔΕΥ για την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου για την πρόληψη της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, διέλευσης και διαμονής² υπό το πρίσμα των άρθρων 52, παράγραφος 1, 2, 3, 6, 7, 17 και 18 του ΧΘΔΕΕ.
Κατά τα πραγματικά περιστατικά, στις 27 Αυγούστου 2019 η OB αφίχθη στην Μπολόνια από τρίτη χώρα συνοδευόμενη από δύο ανήλικες, τις οποίες παρουσίασε ως κόρη και ανιψιά της, τη οποίας φερόταν επίσης να έχει αναλάβει την επιμέλεια, κάνοντας χρήση πλαστών διαβατηρίων. Συνελήφθη και της ασκήθηκε δίωξη για το αδίκημα της υποβοήθησης τρίτων σε παράνομη είσοδο³ και για κατοχή πλαστών εγγράφων, όχι όμως και για παράνομη είσοδο στη χώρα. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι είχε εγκαταλείψει τη χώρα της λόγω απειλών κατά της ζωής και της οικογένειάς της από τον πρώην σύντροφό της και ότι φοβόταν για τη σωματική ακεραιότητα των δύο ανηλίκων κοριτσιών, ενώ υπέβαλε και αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία εκκρεμούσε. Η μητρική της σχέση με τη μία ανήλικη επιβεβαιώθηκε κατόπιν εξέτασης.
Σε δεύτερο χρόνο οι κοινωνικές υπηρεσίες της Ιταλίας επιβεβαίωσαν ότι και η δεύτερη βρισκόταν υπό την ευθύνη της (C-460/23 σκέψεις 20-26).
Το αιτούν πρωτοβάθμιο δικαστήριο διεπίστωσε ότι η συμπεριφορά της ΟΒ πληροί την ειδική υπόσταση της οικείας ποινικής διάταξης. Διεπίστωσε επίσης ότι οι προβλεπόμενες στον εθνικό νόμο εξαιρέσεις από την εφαρμογή αυτής για ανθρωπιστικούς λόγους, αναφέρονταν σε αλλοδαπούς που βρίσκονται ήδη στην Ιταλία (σκέψη 27). Ακολούθως έθεσε το ερώτημα, εάν τόσο το εσωτερικό δίκαιο όσο και η ανωτέρω ενωσιακή νομοθεσία, επί της οποίας αυτό εδράζεται, αντιβαίνουν στον ΧΘΔΕΕ και, περαιτέρω, εάν το ενωσιακό δίκαιο, για να είναι σύμφωνο με τον ΧΘΔΕΕ και την αρχή της αναλογικότητας, θα έπρεπε να εξαιρεί υποχρεωτικά τις ενέργειες ανθρωπιστικού χαρακτήρα από την έννοια της αξιόποινης υποβοήθησης της παράνομης εισόδου, αντί να παραχωρεί στα Κράτη-Μέλη τη διακριτική ευχέρεια να το πράττουν (σκέψεις 30, 31). Με τον τρόπο αυτό το ΔΕΕ κλήθηκε να κρίνει επί της συμβατότητας και των ίδιων των ενωσιακών διατάξεων με τον ΧΘΔΕΕ.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε την ευρεία διατύπωση της έννοιας της υποβοήθησης παράνομης εισόδου (σκέψεις 40-42), κρίνοντας, εν τέλει, ότι η συμπεριφορά της OB δεν ενέπιπτε σε αυτή, αλλά αποτελούσε έκφανση της επιμέλειας που αυτή ασκούσε επί των ανηλίκων (σκέψη 45). Εξετάζοντας τα άρθρα 7 και 24 ΧΘΔΕΕ, το ΔΕΕ τόνισε ότι το δικαίωμα του παιδιού να διαβιεί εντός της οικογενείας του και σε ασφαλές περιβάλλον, σύμφωνα με το βέλτιστο συμφέρον του, αποκλείει την ποινικοποίηση της υπό εξέταση συμπεριφοράς της (σκέψεις 46-51, 53, 56, 77). Τα ανωτέρω, κατά το ΔΕΕ, επιρρωνύονται και εκ του ότι η ΟΒ είχε ζητήσει διεθνή προστασία, ώστε από την εξέταση του ά. 18 ΧΘΔΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 31 της Σύμβασης της Γενεύης, να μην μπορεί να υποβληθεί σε ποινικές κυρώσεις (σκέψη 65). Το ΔΕΕ, ωστόσο, υπό το πρίσμα του ά. 2 του Πρωτοκόλλου της Σύμβασης του Παλέρμο, διευκρίνισε ότι, πάντως, ποινική ευθύνη εν γένει δεν αποκλείεται, όταν, υπό το πρόσχημα οικογενειακών δεσμών, επιδιώκονται άλλοι σκοποί (σκέψεις 66-67). Μετά ταύτα το Δικαστήριο εν προκειμένω απεφάνθη, πως η συμπεριφορά αυτή «δεν στοιχειοθετεί το γενικό αδίκημα της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου…» καθώς και ότι η εθνική νομοθεσία που ποινικοποιεί μια τέτοια συμπεριφορά αντίκειται στις προβλέψεις του ΧΘΔΕΕ (σκέψη 73).
Τα ανωτέρω, παρά την ιδιαιτερότητα των υπό εξέταση πραγματικών περιστατικών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν εν γένει και κατά την εφαρμογή των ά. 24 επ. του ν. 5038/2023. Ειδικότερα, όπως αναφέρει και το ΔΕΕ (σκέψη 66), η ποινικοποίηση της συμπεριφοράς αυτής θα πρέπει να λαμβάνει χώρα υπότο πρίσμα και του πρωτοκόλλου του Παλέρμο περί της διακίνησης των μεταναστών, με παράλληλη προστασία των δικαιωμάτων των ίδιων των μεταναστών. Πρέπει, επομένως, να εξετάζονται ανά περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά που δύνανται εν γένει να δικαιολογούν την εν λόγω πράξη διακίνησης, κατά την στάθμιση του ά. 25 ΠΚ, και για τους διενεργούντες αυτήν4. Μάλιστα, κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης της νέας ενωσιακής νομοθεσίας έχει προταθεί, οι περιπτώσεις ανθρωπιστικής δράσης να τίθενται εξ αρχής εκτός ειδικής υπόστασης5. Μια τέτοια θέση δεν φαίνεται εν προκειμένω να υιοθετείται από το Δικαστήριο a priori, αλλά μόνον εν όψει των πραγματικών περιστατικών της κάθε υπόθεσης (σκέψη 72).
Δυο μήνες περίπου μετά την ανωτέρω απόφαση, ο Έλληνας νομοθέτης, με το ά. 27 του ν. 5226/2025, προχώρησε σε αυστηροποίηση των ποινών του ά. 83 του ν. 3386/2005 για την άνευ νομίμων διατυπώσεων είσοδο και έξοδο αλλοδαπών από την χώρα, εισάγοντας παράλληλα και μια νέα ειδική υπόσταση, εκείνη της αξιόποινης παραμονής. Ο νομοθέτης δηλώνει πως επιδιώκει την αναμόρφωση του πλαισίου και των διαδικασιών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών, δηλαδή των διατάξεων του ν. 3907/2011, με τον οποίο είχε ήδη ενσωματωθεί η σχετική οδηγία 2008/115/ΕΚ στο ελληνικό δίκαιο⁶.
Περαιτέρω, μάλιστα, δηλώνει πως λαμβάνει υπόψιν του και τις κατευθύνσεις της πρότασης του κανονισμού, ο οποίος πρόκειται να αντικαταστήσει την ανωτέρω οδηγία και ο οποίος, πάντως, βρίσκεται υπό διαμόρφωση⁷. Ειδικά επί του νέου ά. 83 του ν. 3386/2005, σε ό,τι αφορά στη νέα ειδική υπόσταση της αξιόποινης παραμονής, πέραν του ότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, δεν εφαρμόζεται στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας ή στους αιτούντες άσυλο, των οποίων η αίτηση δεν έχει κριθεί οριστικά, θα πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:
Κατά πρώτον η ποινικοποίηση μόνης της παραμονής του αλλοδαπού ενδέχεται να αντίκειται στο πνεύμα της ίδιας της ενωσιακής νομοθεσίας, στην οποία ο νομοθέτης αναφέρεται.
Η οδηγία 2008/115/ΕΚ στοχεύει στην ταχεία επιστροφή πολιτών τρίτων χωρών στις χώρες τους. Αυτή καθυστερεί, όταν εις βάρος τους ξεκινούν ποινικές διαδικασίες, και μάλιστα ακόμα κι όταν αυτές καταλήγουν σε μη έκτιση της ποινής. Αυτά έχουν πολλαπλώς επισημανθεί και από το ίδιο το ΔΕΕ (ΔΕΕ C-61/11 PPU El Dridi, C-329/11 Achughbabian σκέψη 40)⁸. Γι’ αυτό και ο νομοθέτης στην αιτιολογική έκθεση παραδέχεται την κατ’ εξαίρεση εφαρμογή της ποινικής διάταξης μόνο σε βάρος πολιτών τρίτων χωρών, οι οποίοι δεν έχουν συμμορφωθεί με την υποχρέωση οικειοθελούς αναχώρησης και ως προς τους οποίους έχει εξαντληθεί ανεπιτυχώς η διαδικασία απομάκρυνσής τους (αναγκαστικής επιστροφής)⁹, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύει περαιτέρω, το πότε αυτό θα συμβαίνει10. Πάντως μια εν εξελίξει τέτοια διαδικασία φαίνεται να αποκλείει την εφαρμογή της διάταξης.
Κατά δεύτερον μια σύμφωνη με το ά. 2 ΠΚ εφαρμογή του ά. 83 παρ. 1 του ν. 3386/2005, ως προς την πράξη της αξιόποινης παραμονής, προϋποθέτει πως θα πρέπει να έχει διαπιστωθεί ότι έχει «εξαντληθεί ανεπιτυχώς η διοικητική διαδικασία απομάκρυνσης» του αλλοδαπού πριν την άσκηση της εις βάρος του ποινικής δίωξης, αλλά και ότι και η εν λόγω διαδικασία θα πρέπει να έχει λάβει χώρα μετά την έναρξη ισχύος του νόμου. Κι αυτό, γιατί η αποτυχία της διαδικασίας αυτής συμπροσδιορίζει την σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο έκταση εφαρμογής της ειδικής υπόστασης της αξιόποινης παραμονής, και επομένως θα πρέπει και επ’ αυτής να εφαρμόζεται το ά. 2 ΠΚ. Καθώς δε η διαδικασία αυτή περιγράφει διοικητικό μέτρο προς αποκατάσταση της νομιμότητας, το γεγονός ότι αυτή μπορεί να είχε λάβει χώρα κάποια στιγμή πριν την έναρξη του νόμου, δεν κωλύει την επανάληψή της¹¹.
Κατά τρίτον η ειδική υπόσταση της αξιόποινης παραμονής, για να έχει την ποιότητα της lex certa, πρέπει να περιγράφει συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, η οποία να διακρίνεται από την παράνομη είσοδο. Από τον ορισμό της παράνομης παραμονής (ά. 4 περ. ιγ ν. 5038/23), και τα ά. 5 επ., αλλά και 19 παρ. 2 του ν. 5038/23, προκύπτει ότι στη βάση του ειδικότερου αδίκου αυτής βρίσκεται κατεξοχήν η παράλειψη εξόδου του αλλοδαπού από την χώρα εντός της συγκεκριμένης προθεσμίας που του έχει ταχθεί στη λογική ενός αδικήματος γνήσιας παράλειψης¹². Υπό την έννοια αυτή, όπως ορθώς φαίνεται να δέχεται και ο νομοθέτης, ο επιτακτικός κανόνας συμπληρώνεται «επικοινωνιακά» από την ανωτέρω αναφερθείσα διοικητική διαδικασία, η οποία και συγκαθορίζει την έλλειψη των νομίμων διατυπώσεων της παραμονής του αλλοδαπού.
Πάντως η αναλογία αδίκου πράξης και επαπειλούμενης ποινής στο συγκεκριμένο αδίκημα προβληματίζει, εάν αναλογιστεί κανείς ότι η παραβίαση των εν λόγω νομίμων διατυπώσεων έως πρόσφατα επέσυρε απλώς τις διοικητικές κυρώσεις του ά. 20 παρ. 2 του ν. 5038/2023 αλλά και ότι η εφαρμογή της ποινικής διάταξης εις βάρος του αλλοδαπού έχει χαρακτήρα επικουρικό έναντι της διοικητικής διαδικασίας απομάκρυνσής του, όπως δέχεται και ο ίδιος ο νομοθέτης.
Κλείνοντας, όπως έχει επισημανθεί και από την επιστημονική υπηρεσία της Βουλής, η προβλεπόμενη διάρκεια της κράτησης του ά. 16 του 5226/2025 υπερβαίνει το προβλεπόμενο χρονικό πλαίσιο της οδηγίας¹³. Η αντινομία δεν αίρεται με την αναφορά του Νομοθέτη στον προτεινόμενο χρόνο κράτησης του υπό διαμόρφωση νέου Κανονισμού, από τη στιγμή που αυτός δεν έχει ολοκληρωθεί.
1. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62023CJ0460 Πέραν του κειμένου της απόφασης για πρόσθετες πληροφορίες πρβλ. https://kinsa-case.eu/ και Mitsilegas, European Journal of Migration and Law, 2025, 329-341. https://doi.org/10.1163/15718166-12340204
2. Σημειωτέον ότι εξελίσσεται η διαδικασία έκδοσης οδηγίας προς αντικατάσταση αυτών. Πρβλ.: https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:52023PC0755
3. Η μείζων απαξία σε σχέση με την απλή είσοδο δικαιολογείται εν όψει της κυριαρχίας επί της διαδικασίας αποφυγής των νομίμων ελεγκτικών μηχανισμών. Αντί πολλών Χατζόπουλος, ΠοινΧρ 2019, 391 επ., Συμεωνίδου-Καστανίδου, ΠοινΧρ 2018, 262 επ., Χατζηνικολάου, Η ποινική καταστολή της παράνομης μετανάστευσης, 2009, σ. 177 επ. Πρβλ. πάντως και ΑΠ 915/2020 (ΤΝΠ NOMOS).
4. Αναλόγως λ.χ. προς τα πραγματικά περιστατικά της ΤριμΠλημΘεσ 9802/2024 (ΤΝΠ NOMOS) ή και τον ειδικό λόγο άρσης του αδίκου του ά. 25 παρ. 6 του ν. 5038/23 Πρβλ. Χατζόπουλο, ΕιδΠοινΝ (Παύλου/Σάμιος) Αλλοδαποί ΙΙ, σελ. 15.
5. https://www.commissie-meijers.nl/wp-content/uploads/2025/03/CM2503.pdf – έτσι η εν λόγω «επιτροπή εμπειρογνωμόνων» (επιτροπή Meijers).
6. Κατά τον νομοθέτη «σκοπείται η μείωση των μεταναστευτικών ροών στη χώρα μας, μέσω της ενίσχυσης της αυστηρότητας και της αποτρεπτικής δυναμικότητας των ποινικών ρυθμίσεων που διέπουν την ελληνική έννομη τάξη». Έτσι όμως εργαλειοποιείται το ποινικό δίκαιο, πρβλ. και Epik, https://verfassungsblog.de/das-strafrecht-als-mittel-der-mi-grationskontrolle/
7. Πρβλ. ά. 2 στοιχ. β του ν. 5226/25, με αναφορά στο COM (2025) 101 final.
8. Στη θεωρία αντί πολλών Νάιντος, ΠοινΔικ2016, 1076 επ., Hörich/Bergmann ΝJW 2012, 3339 επ. Έτσι και η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής, https://www.hellenicparliament.gr/UserFiles/7b24652e-78eb-4807-9d68-e9a5d4576eff/13037689_1.pdf
9. Προς τούτο επικαλείται και τη σύσταση της Eυρωπαϊκής Eπιτροπής για την καθιέρωση κοινού εγχειριδίου περί επιστροφής, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/ALL/?uri=CELEX:32017H2338 , αλλά και τη νομολογία του ΔΕΕ (ΔΕΕ C-61/11PPU, σκέψη 52, 60 C-329/11 σκέψη 46,48,50), η οποία ωστόσο ακριβώς τονίζει τον εξαιρετικό χαρακτήρα της ποινικής διάταξης.
10. Εύστοχα ο Νάιντος ΠοινΔικ 2016, 1077,1078, έχοντας εξετάσει και το ά. 182 παρ. 1 ΠΚ1950, παρατηρούσε ότι το πεδίο εφαρμογής για το ποινικό δίκαιο είναι ιδιαίτερα περιορισμένο, από τη στιγμή που υπάρχει δυνατότητα κράτησης (στο τωρινό ά. 16 του ν. 5226/25). Έτσι και Hörich/Bergmann ΝJW 2012, 3339 επ. 3341 επ. με αναλυτική επιχειρηματολογία για την αντίστοιχη προβληματική στη Γερμανία.
11. Σημαντήρας, Διοικητικές Κυρώσεις, 2021, σελ. 46 επ.
12. Πρβλ. και BeckOK StGB/Dastis AufenthG § 95 πλαγιάρ. 56-60 και για την έννοια των νομίμων διατυπώσεων Χατζόπουλος, ΕιδΠοινΝ (Παύλου/Σάμιος) Αλλοδαποί Ι, σελ. 20.
13. Πρβλ. και ΔΕΕ Kadzoev, C-357/09.
* Γράφει ο Βασίλειος Πετρόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Ποινικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος (22) Φεβρουαρίου 2026 του περιοδικού της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων «Nova Criminalia»
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
Κωνσταντίνος Δούβλης: Η σύγχρονη έννοια της ολιστικής ασφάλειας Αριστομένης Β. Τζαννετής: Ουδέν κρυπτόν; Προβληματισμοί για το νέο άρθρο 100 παρ. 3 ΚΠΔ Δημήτριος Λυρίτσης: Παρέμβαση για απόφαση για Predator Ηλίας Γ. Αναγνωστόπουλος: Υπέρ του κράτους δικαίου Λουκάς Αποστολίδης: Τέμπη – Αποφάσεις-σταθμός στα ανώτατα δικαστικά συμβούλιαΑκολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

