Τρίτη 02 Μαρτίου 2021

Δημήτρης Βερβεσός: «Οι δικηγόροι δεν πρόκειται να νομιμοποιήσουν συμπεριφορές που θίγουν πανανθρώπινες αξίες»

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Δημήτρης Βερβεσός: «Οι δικηγόροι δεν πρόκειται να νομιμοποιήσουν συμπεριφορές που θίγουν πανανθρώπινες αξίες»

Σε σοβαρή δοκιμασία και αμφισβήτηση έχουν μπει διαχρονικές αξίες και κατακτήσεις, που χαρακτηρίζουν τον νομικό μας πολιτισμό και το κράτος δικαίου, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας Δημήτρη Βερβεσό.

Ομιλία του προέδρου του ΔΣΑ Δημήτρη Βερβεσού

Μιλώντας στο πλαίσιο των εργασιών της Ολομέλειας η οποία πραγματοποιήθηκε το διήμερο 1-2 Μαρτίου στο Μεσολόγγι, ο κ. Βερβεσός επανέλαβε τις θέσεις των δικηγόρων  στα κρίσιμα διακυβεύματα, που όπως είπε κάθε μέρα τίθενται στην επικαιρότητα που βιώνουμε. Αναφέρθηκε επίσης σε θέματα δικηγορικού ενδιαφέροντος, σημειώνοντας ότι είναι η πρώτη φορά μετά από καιρό, που το Υπουργείο Δικαιοσύνης, προώθησε τέτοια θέματα τα οποια έθεσαν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι προς επίλυση.

Ολόκληρη η ομιλία του κ. Βερβεσού έχει ως εξής:

«Ζούμε σε μια δύσκολη εποχή. Μια εποχή συνεχών προκλήσεων και αντιθέσεων. Η οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική κρίση σε μια διαρκώς κλιμακούμενη πολιτική αντιπαράθεση, ενόψει και της παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου στην οποία έχουμε εισέλθει και όλα αυτά, θέτουν σε σοβαρή δοκιμασία και αμφισβήτηση διαχρονικές αξίες και κατακτήσεις, που χαρακτηρίζουν τον νομικό μας πολιτισμό και το κράτος δικαίου.

Η Ολομέλεια και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι της χώρας, ως εγγυητές, κατά το μέτρο που τους αναλογεί, της διαφύλαξης της ουσιαστικής δημοκρατικής λειτουργίας   του πολιτεύματος και της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης αλλά και της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δεν πρόκειται να νομιμοποιήσουν συμπεριφορές που θίγουν πανανθρώπινες αξίες και ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα ούτε όμως να εμπλακούν,  αναπαράγουν και διαιωνίσουν αδιεξόδους, πολιτικούς διαγκωνισμούς και στείρες αντιπαραθέσεις, ιδίως στο πεδίο της απονομής της Δικαιοσύνης.

Οι θέσεις της Ολομέλειας στα κρίσιμα διακυβεύματα, που κάθε μέρα τίθενται στην επικαιρότητα που βιώνουμε, είναι πάγιες, έχουν ληφθεί σε ανύποπτο χρόνο και διακηρύττονται σε κάθε περίπτωση και προς κάθε κατεύθυνση:

    1. Η  Δικαιοσύνη πρέπει να αφήνεται να κάνει απερίσπαστη το έργο της , υποκείμενη βέβαια σε κριτική, με βάση όμως νομικά και μόνο κριτήρια. Παρεμβάσεις ή προσπάθειες παρέμβασης στο έργο της, άμεσα ή έμμεσα, από όπου και αν προέρχονται, είτε εντός των τειχών είτε εκτός, ιδίως σε εκκρεμείς υποθέσεις, δεν νοούνται ούτε συγχωρούνται.
    1. Η δικονομική τάξη προσβάλλεται βάναυσα από την παραβίαση της μυστικότητας της ποινικής προδικασίας. Οι συστηματικές και διαχρονικές παραβιάσεις καταδεικνύουν την ανάγκη για την επιβολή αυστηρών κυρώσεων στους υπαιτίους, χωρίς υποσημειώσεις και αστερίσκους, καθόσον η απλή ρηματική καταδεικτώς δεν έχει επιφέρει λυσιτελήαποτέλεσματα.
    1. Οι νομικές απόψεις σαφώς και είναι δεκτικές σε αντίλογο και κριτική. Άλλωστε, εκ της φύσης τους, ενέχουν και μία σχετικότητα, με την έννοια ότι, επί ενός νομικού ζητήματος, ενίοτε μπορεί να εκφράζονται περισσότερες της μίας απόψης και μάλιστα σοβαρή επιστημονική τεκμηρίωση. Εκείνο όμως, που είναι ανεπίτρεπτο, είναι, η όποια κριτική να εκφεύγει των θεμιτών ορίων και να καταλήγει σε προσβολή της προσωπικότητας ή/και στοχοποίησητου εκφραστή της άποψης.
    1. Η κριτική από τον τύπο, ιδίως σε δημόσια πρόσωπα μπορεί να είναι σκληρή ή οξεία, αλλά ο τύπος πρέπει συγχρόνως να σέβεται το δικαίωμα της προσωπικότητας και να τηρεί την δεοντολογία που υπαγορεύουν τα χρηστά δημοσιογραφικά ήθη.
    1. Τέλος, το τεκμήριο αθωότηταςτου κατηγορουμένου πρέπει να γίνεται σεβαστό από όλους. Δημόσιες δηλώσεις που προκαταλαμβάνουν την ενοχή των κατηγορουμένων, όσο σοβαρά και αν είναι τα αδικήματα, που τους αποδίδονται, απάδουνστον νομικό μας πολιτισμό. 

Στην κατεύθυνση επίλυσης του άνω ζητήματος κινείται ο άρτι ψηφισθείς νόμος 4596/2019 που αντιμετωπίζει με ειδικές διατάξεις, το ζήτημα της περαιτέρω θωράκισης του τεκμηρίου αθωότητας.  

Πέρα από το ζήτημα αυτό όμως, ο άνω νόμος αντιμετωπίζει και άλλα ζητήματα αμιγώς δικηγορικού ενδιαφέροντος, διότι είναι η πρώτη φορά μετά από καιρό, που το Υπουργείο Δικαιοσύνης,  προώθησε προς ψήφιση θέματα που έθεσαν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι προς επίλυση.

Πριν μπω στην ουσία τονίζω ότι οι διατάξεις αυτές ψηφίστηκαν με ευρύτατη πλειοψηφία, καθώς υπερψηφίστηκαν από όλα σχεδόν τα κόμματα (δεν τις υπερψήφισε μόνο η ΧΑ, ενώ το ΚΚΕ, εκ των δύο άρθρων που μας αφορούσαν, ψήφισε στο ένα «παρών»), κατά τρόπο που δείχνει εμπράκτως στήριξη και επιδοκιμασία των προτάσεών μας, παρά τις φυγόκεντρες δυνάμεις που επιχείρησαν το νομοσχέδιο αυτό να έχει μόνο μια ισχνή – κυβερνητική πλειοψηφία. 

α. Νομική βοήθεια

Το πρώτο ζήτημα, μείζονος σπουδαιότητας,αφορά στη νομική βοήθεια, ένα θέμα που έχει ταλαιπωρήσει ιδιαίτερα τόσο τους συμμετέχοντες δικηγόρους, που στηρίζουν ενεργά τον θεσμό, όσο και τους δικαιούχους της νομικής βοήθειας.

Η νομική βοήθεια, που αποτελεί θεσμική εγγύηση ισότιμης πρόσβασης όλων των πολιτών στην Δικαιοσύνη, με την  προϊούσα αύξηση του αριθμού των υποθέσεων και την αύξηση του αριθμού των προστατευομένων προσώπων, χειμάζεται εξαιτίας γραφειοκρατικών επιβαρύνσεων και της διοικητικής αβελτηρίας.

Δυστυχώς, η διαδικασία εκκαθάρισης των αμοιβών των δικηγόρων, μέχρι πρότινος, διαρκούσε έως τρία χρόνια. Τώρα, φτάνει περίπου το 1,5 με 2 έτη, μετά τις παρεμβάσεις που κάναμε, ιδίως μέσω της νέας ειδικής εφαρμογής του portal της Ολομέλειας, που χρηματοδοτήθηκε από το ΤΑΧΔΙΚ για την διασύνδεση και την απευθείας υποβολή των γραμματίων στο ΤΑΧΔΙΚ. 

Οι παρεμβάσεις αυτές δεν έλυσαν όμως το βασικό πρόβλημα για τους δικηγόρους, ότι δηλ. ο δικηγόρος πληρώνει προκαταβολικά από την τσέπη του το φόρο προστιθέμενης αξίας, τον φόρο εισοδήματος και τις εισφορές ΕΦΚΑ στην τρέχουσα χρήση -που παρείχε τις υπηρεσίες του-ενώ παίρνει τα χρήματά του μετά από ενάμισι με δύο χρόνια, δηλ. σε επόμενη χρήση. Σαφές είναι ότι αυτό λειτουργούσε αποτρεπτικά, καθώς κάποιοι συνάδελφοι, δεν είχαν κίνητρο συμμετοχής, αφού χρηματοδοτούσαν το σύστημα από την τσέπη τους.

Η διάταξη που ψηφίστηκε λύνει ένα σημαντικό μέρος του προβλήματος, καθώς μεταθέτει το χρόνο έκδοσης του ΤΠΥ, από τον χρόνο διενέργειας της δικαστικής πράξης, στο χρόνο εκκαθάρισης και πληρωμής από το ΤΑΧΔΙΚ. Έτσι, δεν χρειάζεται, πλέον, ο δικηγόρος να προχρηματοδοτεί με δικούς του πόρους την υπόθεση που χειρίζεται. 

Θετικό είναι επίσης ότι με τον νέο νόμο κατοχυρώνεται για πρώτη φορά νομοθετικά η παροχή πρόσθετης αποζημίωσης σε ποινικές δίκες μακράς διάρκειας. Έτσι, η διαδικασία της εκκαθάρισης των αμοιβών παροχής νομικής βοήθειας, ενοποιείται και παρέχεται πλέον από το ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., τόσο σε σχέση με την κύρια αποζημίωση όσο και σε σχέση με την πρόσθετη αποζημίωση σε ποινικές δίκες μακράς διάρκειας, ενώ μέχρι σήμερα όπως είναι γνωστό παρεχόταν εξωδικαστικά από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.

Τέλος, η πρόβλεψη της δυνατότητας των αιτούντων συναινετικό διαζύγιο ενώπιον συμβολαιογράφου να κάνουν χρήση των διατάξεων για την παροχή νομικής βοήθειας διευρύνει την ύλη της νομικής βοήθειας στις αστικές υποθέσειςπου ως γνωστόν είχε μειωμένη ύλη και ήταν λιγότερο ελκυστικός σε σχέση με εκείνον του ποινικού δικαίου.  

Βεβαίως, η νομοθετική παρέμβαση που έγινε δεν λύνει ριζικά τα πολλά και ζέοντα ζητήματα της νομικής βοήθειας. Ο θεσμός μέχρι σήμερα προσέφερε πολλά και στην Δικαιοσύνη και στο δικηγορικό σώμα. Χρειάζονται, όμως, ριζικές τομές. Έχουμε ανάγκη ριζικών αλλαγών στη νομική βοήθεια. Οι βασικές αλλαγές πρέπει, νομίζω, να αφορούν στα εξής: 

  • Πλήρη ηλεκτρονικοποίηση της διαδικασίας.
  • Δραστική μείωση του χρόνου εκκαθάρισης των δικηγορικών αμοιβών
  • Επέκταση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής και σε άλλες διαδικασίες
  • Αύξηση δικηγορικών αμοιβών στις αστικές και διοικητικές υποθέσεις και καταβολή δαπανών για τις ανάγκες του έργου του δικηγόρου, όπως λ.χ. για την μετακίνησή του, τις φωτοτυπίες κλπ., ώστε να δίδονται κίνητρα στους δικηγόρους να αναλαμβάνουν και αυτής της δικαιοδοσίας υποθέσεις.

β. Αυτοτέλεια Δικηγορικών Συλλόγων

Το δεύτερο βασικό θέμα, είναι η ενίσχυση της οικονομικής, διοικητικής και διαχειριστικήςαυτοτέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων. Αποσαφηνίζεται ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι  δεν ανήκουν στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε εμπίπτουν στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης. Για κάθε θέμα που αφορά στη διοικητική και οικονομική λειτουργία τους, ιδίως στη διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας τους, στην εποπτεία και στον έλεγχο των οικονομικών και διαχειριστικών τους πράξεων, στην κατάρτιση συμβάσεων και στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην πρόσληψη προσωπικού με έγγραφες συμβάσεις και στο καθεστώς του προσωπικού τους, καθώς και σε κάθε ζήτημα που διέπει τις σχετικές έννομες σχέσεις, εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, καθώς και του οργανισμού και του κανονισμού λειτουργίας τους.

Πρόκειται για ζήτημα το οποίο έχει ταλανίσει τους Δικηγορικούς Συλλόγους και έχει απασχολήσει πολλές Ολομέλειες, όχι μόνο σε αυτήν, αλλά και στην προηγούμενη θητεία. Οι παράμετροι του ζητήματος είναι γνωστές. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι είναι μεν, τυπικά, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, συγχρόνως όμως, είναι σωματειακής μορφής και λειτουργίας και, επομένως, σε αυτούς εφαρμόζονται οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου σε ό,τι αφορά τα θέματα εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας, και συμβάσεων με το προσωπικό τους, και με τρίτους.

Η τροποποίηση του άρθρου 89ΚωδΔικ, με το ψηφισθέν νομοσχέδιο, στην κατεύθυνση που προανέφερα, επιλύει έτσι οριστικά ένα μείζον πρόβλημα, το οποίο έχει αντιμετωπιστεί λυσιτελώς από τα Δικαστήρια, αλλά πλέον αντιμετωπίζεται και νομοθετικά, στην ορθή κατεύθυνση που υποδεικνύει η νομολογία. Με απλά λόγια, ο νομοθέτης -σε συμμόρφωση προς τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου-επιβεβαιώνει πως ό,τι έχει να κάνει με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας είναι θέμα των ίδιων των Δικηγορικών Συλλόγων και μόνον.

Μένει βεβαίως ανοιχτό το θέμα του πόθεν έσχες. Η διάταξη ερμηνευτικά συμβάλλει στην ορθή καθ’ ημάς λύση. Παρά ταύτα, θεωρώ ότι πρέπει να υπάρξει και ρητή εξαίρεση, τόσο αναδρομικά, όσο και για το μέλλον, ώστε να μην επαφιέμεθα στην εκάστοτε ερμηνεία της Γ’ Μονάδας Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της ΑρχήςKαταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, που είναι επιφορτισμένη με τη σχετική αρμοδιότητα.

γ. Πειθαρχικός έλεγχος

Τρίτο κομβικό ζήτημα, που συναρτάται με την latosensu αυτοτέλεια των Συλλόγων, είναι η αυτεπάγγελτη κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας. Η αυτορρύθμιση και ο αυτοέλεγχος του δικηγορικού σώματος, επιτυγχάνεται, ως γνωστόν, πρωτίστως μέσω της -ελεγχόμενης από όργανα του σώματος- πειθαρχικής διαδικασίας.

Η αδυναμία αυτεπάγγελτης κίνησης της διαδικασίας, αποτελούσε μέχρι πρότινος σημαντικό νομοθετικό κενό, που άφηνε το σώμα έκθετο, στην κοινωνική αποδοκιμασία, και συχνά κατακραυγή, π.χ. σε περιπτώσεις αθέμιτης διαφήμισης, συμμετοχής σε τηλεδίκες, άγρας πελατείας κλπ. Με τη νέα διάταξη προβλέπεται, πλέον, η δυνατότητα αυτεπάγγελτης κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας, με την παραγγελία  προκαταρκτικής πειθαρχικής εξέτασης, από τον Πρόεδρο του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου (και όχι από τον Πρόεδρο του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου), ευθύς ως λάβει ιδία γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, πειθαρχικά επιλήψιμων πράξεων δικηγόρου ή δικηγορικής εταιρείας.

Έτσι ο αυτοέλεγχος του σώματος και η απομόνωση συμπεριφορών, που απάδουν στο κύρος του δικηγορικού λειτουργήματος, καθίσταται ευχερέστερος. 

Δ. Πόρος υπέρ του portal

Έρχομαι τέλος σε ένα θέμα που μας ταλαιπώρησε πάρα πολύ, και του οποίου η διαχείριση από ορισμένους εξ ημών δεν συνέβαλε ούτε στην ενότητα του σώματος, ούτε στην προς τα έξω εικόνα μας. Αναφέρομαι βεβαίως στο θέμα εξασφάλισης της βιωσιμότητας και ανάπτυξης του portal μέσω της καθιέρωσης σταθερού πόρου στα γραμμάτια προείσπραξης.

Ξεκινώ από το προφανές:  Χωρίς το portal της Ολομέλειας δεν υπάρχει ηλεκτρονική δικαιοσύνη. Και η ηλεκτρονική δικαιοσύνη δεν είναι μόνο ρητορικό σχήμα. Είναι το μέλλον της δικηγορίας. Έχει δε, σαφές, θετικό και μετρήσιμο οικονομικό και θεσμικό αποτύπωμα, για όλους τους δικηγόρους αλλά κυρίως για την απονομή της Δικαιοσύνης, αυτής καθ’ εαυτήν.

Στο ζήτημα αυτό συγκρούονται δύο κόσμοι: ο κόσμος του χτες και ο κόσμος του αύριο. Απ’ τη μια, όσοι θέλουν την εξέλιξη και την πρόοδο και απ’ την άλλη, η οπισθέλκουσα δύναμη που θέλει τη δικηγορία προσκολλημένη στο παρελθόν.  

Με τον λαϊκισμό είχαμε και έχουμε μέτωπο. Όχι από ιδεολογική εμμονή, αλλά επειδή δεν υπηρετεί μακροπρόθεσμα κανέναν. Ούτε τους μαχόμενους δικηγόρους που εκπροσωπούμε, ούτε τα συλλογικά, θεσμικά μας όργανα. 

Οι σειρήνες του κινήματος «δεν πληρώνω», που ανδρώθηκε στη διαδρομή αρκετών εξ ημών για το Μεσολόγγι και δη στα διόδια της Εθνικής οδού Κορίνθου – Πατρών, επιχειρούν να παρασύρουν κάποιους στο γοητευτικό και σαγηνευτικό τους άκουσμα.

Οι λογικές του «λαθρεπιβάτη» δεν προσφέρουν ούτε βραχυπρόθεσμο, ούτε μακροπρόθεσμο όφελος. Υπονομεύουν τα κοινά μας θεμέλια και το κοινό μας μέλλον.  Δεν θα τις ακολουθήσουμε. 

Όσους επιθυμούν στο δρόμο για το Μεσολόγγι να διαβαίνουν το πορθμείο Ρίο – Αντίρριο με το καραβάκι γιατί είναι λιγότερο κοστοβόρο, θα τους αφήσουμε να το κάνουν. Εμείς επιμένουμε και επιλέγουμε να περνάμε ταχύτερα απέναντι από τη Γέφυρα, που συμβολικά φέρει το όνομα «Χαρίλαος Τρικούπης». Ενός καταγόμενου από τον τόπο τούτο πολιτικού, που με την πορεία και το παράδειγμά του, άνοιξε το δρόμο των μεταρρυθμίσεων και της προόδου για την πατρίδα και άφησε ιστορία. Καιεμείς συντασσόμαστε με το μέλλον και την πρόοδο. Σ’ αυτό είμαστε ανυποχώρητοι.

Από την αρχή αυτής της θητείας δεσμεύθηκα ότι θα εργαστώ για την ενότητα του σώματος. Γι’ αυτό επιδιώκω να συνεδριάζουμε τακτικά και να απολαύουν όλοι πλήρους δυνατότητας διατύπωσης απόψεων και θέσεων, ώστε να συναποφασίζουμε και να διαμορφώνουμε την κοινή θέση του σώματος δημοκρατικά. Είμαι της άποψης ότι τα συλλογικά μας όργανα πρέπει να αποτελούν πεδίο ουσιαστικού διαλόγου εκεί πρέπει να εκφράζονται όλες οι απόψεις και να διαμορφώνονται οι θέσεις μας.

Δεν μπορώ να αντιληφθώ από τη μία πλευρά τη σιωπή και την επίνευση ορισμένων εντός των οργάνων και από την άλλη τη διατύπωση και μάλιστα καθ’ υπερβολή αντίθετων απόψεων εκτός αυτών οι οποίες ενίοτε υπερβαίνουν το όριο της αστικής κοσμιότητας και μερικές μάλιστα εξ αυτών, και της ποινικής νομιμότητας. Τέτοιες συμπεριφορές δεν ποιούν τιμή στο δικηγορικό σώμα και στους εκπροσώπους του.

Αν ο ιστορικός του μέλλοντος επανεξετάσει τα έργα και τις ημέρες της θητείας αυτής, θα διαπορήσει με τη στάση μερικών, που όταν κάποιοι έδειχναν το φεγγάρι, εκείνοι κοιτούσαν το δάχτυλο. Είμαι βέβαιος ότι το σώμα θα τους απομονώσει. 

Τα προβλήματα είναι ζέοντα και απαιτούν διάλογο και προτάσεις, θεμελιωμένες  σε επιχειρήματα. Με κοινό παρονομαστή τη σύγκλιση, την εξεύρεση κοινών τόπων. Και αυτό αφορά πρωτίστως τη συμμετοχή μας στα συλλογικά όργανα, τη Συντονιστική και την Ολομέλεια. Γιατί αλίμονο αν κάποιοι ξεκινούν εκ προοιμίου με πρόθεση απόκλισης. Τότε δεν έχουμε κανένα λόγο να μιλάμε για ενότητα. 

Δεν εννοώ ότι δεν πρέπει να υπάρχουν διαφωνίες. Δεν μπορεί  πάντα να υπάρχει συμφωνία. Αλλά και η διατύπωση της άλλης άποψης προϋποθέτει την ύπαρξη επιχειρήματος και καλόπιστου διαλόγου. Δεν μπορεί κάποιοι να διαφωνούν απλώς για εγγράφουν προσημείωση ενός διαφορετικού λόγου, για μελλοντική εσωτερική κατανάλωση στο ΔΣ ή τη ΓΣ του Συλλόγου τους. Ούτε μπορούν να περιφέρουν επιλεκτικά τα κείμενα της Συντονιστικής και της Ολομέλειας εν είδει πλανόδιου πωλητή ειδήσεων και αγοραστή προτιμήσεων (επί το αγγλιστί like), στην εμποροπανήγυρη του διαδικτύου.

Αν αντί δημιουργικής συνεισφοράς, συνομιλούμε διαφωνώντας, ενόψει μιας προσωπικής, πολιτικής ή άλλης ατζέντας, θα χάσουμε όλοι. Όταν κάποιοι συμπεριφέρονται αμετροεπώς, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να δίδουν προς τα έξω εικόνα απερίσκεπτης θλιβερότητας. Και τότε δεν θα μας καταβάλουν τα προβλήματα , θα καταβληθούμε απ’ την ίδια μας την προβληματική μας συμπεριφορά. Ας αποτελέσει το ζήτημα αυτό αφορμή συλλογικού αυτοαναστοχασμού, από τον οποίον ουδείς μπορεί να εξαιρεθεί προφανώς, ούτε εγώ.

Είναι, λοιπόν, χρέος καθενός από εμάς, πέρα από μεμψιμοιρίες και χωρίς κοντόφθαλμη θεώρηση, να συμβάλλει κατά το μέτρο των δυνάμεων του, ώστε  να κάνουμε όλοι μαζί, τολμηρά βήματα μπροστά. Ώστε η ηλεκτρονική δικαιοσύνη να γίνει πραγματικότητα από σήμερα κιόλας και να μπουν στέρεες βάσεις για τις επόμενες γενιές συναδέλφων. 

Διότι γνώμονας δράσης ήταν και είναι για μένα, όχι μόνο τι θα κάνουμε για τους συναδέλφους μας σήμερα, αλλά και τι θα παραδώσουμε στις επόμενες γενιές. Η ηλεκτρονική δικαιοσύνη έχει κεντρική θέση στον στόχο αυτόν. Έχουμε χρέος να αναβαθμίσουμε το κύρος του δικηγόρου, συλλειτουργού της δικαιοσύνης, να παραδώσουμε μια δικηγορία,  όπου ο συνάδελφος θα αφιερώνεται στην ουσία του λειτουργήματός του, χωρίς γραφειοκρατικά βάρη και αδικαιολόγητα κόστη. Ένα δικαστικό σύστημα αποτελεσματικό που θα διευκολύνει τους συλλειτουργούς του, και θα λειτουργεί επ’ ωφελεία του πολίτη. Όλα αυτά, χωρίς σύγχρονα πληροφοριακά συστήματα,πολυλειτουργικά και διαλειτουργούντα, δεν μπορούμε να τα πετύχουμε. 

Η επίτευξη των στόχων μας πρέπει να στηρίζεται στην συλλογική προσπάθεια και στην μακρά παράδοση  της δικηγορικής αλληλεγγύης. Είναι η μείζων ιστορική παρακαταθήκη που οφείλουμε να διαφυλάξουμε, πρωτίστως μέσα στα συλλογικά μας όργανα και έπειτα στο σύνολο του σώματος. Το οφείλουμε στους εαυτούς μας,  τους συναδέλφους μας και το μέλλον της Δικηγορίας και της Δικαιοσύνης».

*Δικηγόρος – Πρόεδρος της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας

Ομιλία στο πλαίσιο των εργασιών της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας την 1-2/3 στο Μεσολόγγι

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ