Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Γιατί διαφωνεί η μειοψηφία του ΔΣ των Δικαστών με το νομοσχέδιο ιδιωτικής διαμεσολάβησης

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Γιατί διαφωνεί η μειοψηφία του ΔΣ των Δικαστών με το νομοσχέδιο ιδιωτικής διαμεσολάβησης

Των: 

Χριστόφορου Σεβαστίδη, ΔΝ Εφέτη, Προέδρου ΕΔΕ

Χαράλαμπου Σεβαστίδη, Προέδρου Πρωτοδικών, Εκπρ. Τύπου ΕΔΕ

Παντελή Μποροδήμου, Πρωτοδίκη, Αναπλ. Ταμίας ΕΔΕ

Μετά την κατά πλειοψηφία απόφαση του ΔΣ της Ένωσής μας το προηγούμενο Σάββατο, που έκρινε ότι το ν/σ για την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση είναι συνταγματικό και σε πλήρη αντιστοίχιση με την υπ’ αριθμό 34/2018 διοικ. Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και αφού οι υπογράφοντες αυτό το κείμενο, μαζί με άλλα τρία μέλη του ΔΣ, διαφωνήσαμε πλήρως και διαχωρίσαμε την στάση μας, θέτουμε ορισμένους προβληματισμούς και σκέψεις προς τους συναδέλφους μας.

Από τις αρχές Ιανουαρίου 2018, που κατατέθηκε προς ψήφιση ο ν. 4512/2018 για την υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων το ανέδειξε ως κυρίαρχο ζήτημα σε πλήθος ανακοινώσεων, δελτίων τύπου και παρεμβάσεων. Θυμίζουμε την υπ’ αριθ. πρωτ. 23/9-1-2018 ανακοίνωσή μας στην οποία τονίζαμε ότι «ο αποκλεισμός πρόσβασης στο δικαστικό σύστημα συντελείται με τη δημιουργία ενός ενδιάμεσου σταδίου υποχρεωτικής ιδιωτικής διαμεσολάβησης που έχει υψηλό κόστος και καθιστά απαγορευτική την μετέπειτα προσφυγή στα Δικαστήρια ιδίως για την οικονομικά ασθενέστερη και συντριπτικά μεγάλη πλειοψηφία του λαού». Στην ίδια ανακοίνωση αποφασίσαμε ως μέτρο διαμαρτυρίας την διακοπή συνεδριάσεων των Δικαστηρίων την ημέρα ψήφισης του νομοσχεδίου. Την επομένη ημέρα με απόφαση της πλειοψηφίας των 9 μελών του ΔΣ (Χρ. Σεβαστίδης, Λυμπερόπουλος, Σαλάτας, Βεργώνης, Δεμέστιχα, Χαρ. Σεβαστίδης, Φούκας, Ερμίδου, Πάπαρη) κρίναμε ότι «η υποχρεωτικότητα της ιδιωτικής διαμεσολάβησης αντιστρατεύεται βασικές συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν την προσφυγή του πολίτη στον φυσικό του Δικαστή και εμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση στη Δικαιοσύνη». Μετά την έκδοση της υπ’ αριθμό 34/2018 διοικ. Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που έκρινε κατά πλειοψηφία τον παραπάνω νόμο ως αντισυνταγματικό, με το υπ’ αριθμό 345/29-6-2018 Δελτίο Τύπου, η Ένωση θεώρησε την απόφαση πλήρη δικαίωση των θέσεών της, εκφράζοντας την άποψη ότι «το αίτημα για άμεση κατάργηση όλου του πλέγματος των αντισυνταγματικών ρυθμίσεων προβάλει πλέον ως καθήκον συμμόρφωσης στην κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Αλλά ακόμα και πρόσφατα στις 31-7-2019 μετά την συνάντηση του ΔΣ με τον νέο Υπουργό Δικαιοσύνης εκδώσαμε Δελτίο Τύπου στο οποίο αναφέρουμε ότι συζητήθηκε μεταξύ άλλων «η κατάργηση του ν. 4512/2018 κατά το σκέλος που αφορά την υποχρεωτικότητα της ιδιωτικής διαμεσολάβησης και η θεσμοθέτηση της δικαστικής μεσολάβησης σύμφωνα με το προτεινόμενο από την Ένωσή μας σχέδιο». Η θέση επομένως της Ένωσης εδώ και δύο χρόνια περίπου ήταν σταθερά η ίδια στην κατεύθυνση της μη θεσμοθέτησης της υποχρεωτικότητας της ιδιωτικής διαμεσολάβησης.

Ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμό 34/2018 απόφαση της διοικητικής του Ολομέλειας έκρινε με πλειοψηφία 21 έναντι 17 μελών την αντισυνταγματικότητα του ν. 4512/2018 βασιζόμενος στις εξής σκέψεις: Με αφετηρία την ενωσιακή έννομη τάξη η οποία δεν είναι αντίθετη σε μια νομοθεσία που καθιερώνει την υποχρεωτική διαμεσολάβηση, υπό την απαράβατη προϋπόθεση ότι είναι αδάπανη (με ανοχή στα ελάχιστα έξοδα) και ότι δεν επιβάλλει την υποχρεωτική παράσταση των μερών με δικηγόρο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι μία μέσης δυσκολίας υπόθεση θα απαιτήσει κατά μέσο όρο μία απασχόληση του διαμεσολαβητή περίπου 10 ωρών που συνεπάγεται με τον συνυπολογισμό των αμοιβών των δικηγόρων και του διαμεσολαβητή ένα κόστος για τον ενάγοντα περίπου 2.000 ευρώ. Σημειώνεται ότι με βάση τον ισχύοντα τότε νόμο προβλέπονταν για τον διαμεσολαβητή ελάχιστη εργασία 2 ωρών που αντιστοιχεί σε κόστος 170 ευρώ για τους δύο διαδίκους και από την επόμενη τρίτη ώρα ελάχιστη αμοιβή 100 ευρώ ανά ώρα. Το Δικαστήριο επομένως δεν περιορίστηκε στην «υποχρεωτική» 2ωρη απασχόληση του διαμεσολαβητή για να οδηγηθεί στο συμπέρασμα εάν η διαδικασία είναι «αδάπανη ή με ανοχή στα ελάχιστα έξοδα», αλλά έκρινε το δαπανηρό αυτής για μία μέσης δυσκολίας υπόθεση που θα διαρκέσει 10 ώρες διαμεσολάβησης. Με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο προβλέπεται μία υποχρεωτική αρχική συνεδρία που θα έχει κόστος 100 ευρώ και για τους δύο διαδίκους (50 ευρώ ανά διάδικο) και από την επόμενη (δεύτερη) ώρα ελάχιστη αμοιβή 80 ευρώ ανά ώρα. Σημειώνεται ότι και στα δύο νομοθετήματα για το διάστημα της απασχόλησης του διαμεσολαβητή μετά το υποχρεωτικό στάδιο (2 ωρών και 1 ώρας αντίστοιχα) η παρουσία του δικηγόρου είναι υποχρεωτική. Το συμπέρασμα συνεπώς που εύκολα συνάγεται είναι ότι για μια μέσης δυσκολίας υπόθεση των 10 ωρών, όπως υπολόγισε η ΟλΑΠ, το κόστος πλέον για τον διάδικο μειώνεται σε ποσοστό περίπου 20% και άρα ανέρχεται πλέον σε 1.600 ευρώ. Ακόμα χειρότερα βέβαια στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο στην πρώτη υποχρεωτική αρχική συνεδρία δεν γίνεται συζήτηση επί της ουσίας της υπόθεσης και άρα αποτελεί επιπλέον έξοδο για τους διαδίκους.   Είναι τόσο ουσιώδης η μείωση της αμοιβής των διαμεσολαβητών που προβλέπεται στο νέο ν/σ ώστε πλέον «οι δαπάνες στις οποίες θα υποβάλλεται ο διάδικος ενόψει και των ειδικών δυσμενών συνθηκών που επικρατούν από ετών στη χειμαζόμενη οικονομία της Ελλάδος» (σύμφωνα με την ΟλΑΠ), μπορούν να χαρακτηριστούν ασήμαντες και αμελητέες;

Δεύτερο σημείο που εντόπισε ως προβληματικό η διοικ. ΟλΑΠ είναι η  απειλή περαιτέρω ποινών και εξόδων σε περίπτωση που ο διάδικος δεν προσέλθει την διαμεσολάβηση. Ακριβώς όμοια διάταξη υπάρχει και στο υπό κατάθεση ν/σ που προβλέπει χρηματική ποινή μεταξύ 120 και 300 ευρώ. Στη συνέχεια η δ. ΟλΑΠ έκρινε ότι «ένα άλλο θέμα που δεν στερείται συνταγματικού προβληματισμού είναι η δυσλειτουργία του θεσμού αφού οι διάδικοι θα προσέρχονται με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ενώπιον διαμεσολαβητή που μπορεί να μην είναι νομικός». Όμοια διάταξη προβλέπει το άρθρο 10α του νέου νομοσχεδίου το οποίο προβλέπει τα προσόντα των διαμεσολαβητών, οι οποίοι μπορεί να είναι «απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή κάτοχοι ισότιμου πτυχίου της αλλοδαπής». Τέλος το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι «με το άρθρο 196 του νόμου παρέχεται η δυνατότητα να συνιστώνται ενώσεις προσώπων πιστοποιημένων διαμεσολαβητών με σκοπό την παροχή υπηρεσιών Διαμεσολάβησης. Οι διατάξεις αυτές είναι προβληματικές και δεν καλύπτουν τις εγγυήσεις αμεροληψίας, ουδετερότητας και ανεξαρτησίας που πρέπει να εξασφαλίζει ένα σύστημα υποχρεωτικής μάλιστα διαμεσολάβησης». Το συγκεκριμένο άρθρο παραμένει και στο υπό ψήφιση ν/σ ως έχει, χωρίς καμία απολύτως τροποποίηση. Ο Άρειος Πάγος κατέληξε στην απόφαση ότι «από το σύνολο των προαναφερόμενων δικονομικών και οικονομικών συνεπειών θίγεται ο πυρήνας και η ουσία του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο» και έκρινε το νόμο ως αντισυνταγματικό.

Ποιά είναι επομένως τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να οδηγήσουν κάποιον στο συμπέρασμα ότι το υπό ψήφιση ν/σ είναι ουσιωδώς διαφορετικό από τον αρχικό ν. 4512/2018; Με ποιόν τρόπο ήρθησαν όλα τα συνταγματικά εμπόδια που εντόπισε η διοικ. ΟλΑΠ ; Γιατί πλέον το ν/σ (που αποτελεί επανάληψη του παλαιού στα βασικά του σημεία) μπορεί να χαρακτηριστεί σύμφωνο με το Σύνταγμα; Και το βασικότερο ερώτημα που θέτει εύλογα κάθε καλόπιστος είναι για ποιόν λόγο μεταστράφηκε πλήρως στις απόψεις της η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία με τις πιο πάνω ανακοινώσεις της τόνιζε την πλήρη αντίθεσή της στην υποχρεωτική ιδιωτική διαμεσολάβηση και αγωνιζόταν για την θεσμική αναγνώριση της δικαστικής μεσολάβησης; Είναι αξιοπρόσεκτο ότι το νέο νομοσχέδιο για την ιδιωτική διαμεσολάβηση αποκαλύπτει με τον πλέον προφανή τρόπο την αξιολόγηση που κάνει μεταξύ του ιδιώτη διαμεσολαβητή και του δικαστικού λειτουργού, εις βάρος του τελευταίου, αφού στο νέο άρθρο 182παρ.2, ρητά αποκλείει την περίπτωση να πληρούται η υποχρέωση της διαμεσολαβητικής προδικασίας, με την εκούσια προσφυγή των μερών στις έως τώρα θεσμοθετημένες μορφές δικαστικής μεσολάβησης, που είναι αδάπανες και γίνονται ενώπιον δικαστικού λειτουργού. Η επιλογή αυτή συνιστά ευθεία προσβολή του δικαστικού σώματος στην οποία η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων όφειλε να απαντήσει άμεσα και όχι να φιλοδωρήσει το νέο νομοσχέδιο με τον έπαινο της συμμόρφωσης στις συνταγματικές επιταγές παραγνωρίζοντας τα προφανή θεσμικά ολισθήματα.

Οι συνέπειες από την πλήρη αυτή αναδίπλωση των πάγιων θέσεών μας θα είναι πολλαπλές. Αρχικά σημαίνει συναίνεση του Δικαστικού Σώματος σε ένα σύστημα πλήρους υποβάθμισης του συνταγματικού του ρόλου, καθώς εκχωρείται κρατική εξουσία σε ιδιώτες. Οι εταιρίες διαμεσολάβησης θα μετατρέψουν γρήγορα τη Δικαιοσύνη σε εμπόρευμα κάνοντας τζίρους εκατομμυρίων ευρώ σε βάρος των φτωχότερων πολιτών και μέσα σε καθεστώς πλήρους αδιαφάνειας και οικονομικών εξαρτήσεων μεταξύ των εταιριών. Η Δημοκρατία μέσω του Κοινοβουλίου και των εκπροσώπων του Δικαστικού Σώματος αναγνωρίζει επίσημα πλέον την αδυναμία της να παρέχει στους πολίτες βασικά συνταγματικά δικαιώματα και αναθέτει την περιφρούρηση αυτών των δικαιωμάτων στους επιχειρηματίες. Κατά δεύτερον πλήττεται καίρια η αξιοπιστία, η συνέπεια της Ένωσής μας και μεταβάλλεται αδικαιολόγητα η αδιαπραγμάτευτη και ξεκάθαρη πορεία που τηρούσε μέχρι σήμερα χωρίς αντιφάσεις και παλινωδίες σε ζητήματα κομβικής σημασίας. Στην όποια κριτική μπορεί να ασκηθεί στο μέλλον σε θέματα συνέπειας, θα είμαστε ιδιαίτερα ευάλωτοι.

Εναπόκειται πλέον στα δικαστήρια της ουσίας για τη στάση που θα τηρούν σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει κάποιος διάδικος την αναγκαία προδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς υφίσταται ήδη η απόφαση της διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που έκρινε αντισυνταγματικό το ν. 4512/2018 σε βασικά του σημεία. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι πριν την συζήτηση των θεμάτων στο προχθεσινό ΔΣ είχαμε λάβει τις θέσεις των Εφετειακών Επιτροπών Θεσσαλονίκης και Πατρών που τάχθηκαν εναντίον του θεσμού της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ