Παρασκευή 23 Απριλίου 2021

Μπορούν και οι μικρέμποροι να υπαχθούν στο νόμο Κατσέλη

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Μπορούν και οι μικρέμποροι να υπαχθούν στο νόμο Κατσέλη

«Ναι» στην υπαγωγή στο νόμο Κατσέλη για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά προσώπων που φέρουν την ιδιότητα του μικρεμπόρου είπε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Το δικαστήριο (απόφαση υπ΄αριθμόν 1800/2019 ) έκρινε πως ο οφειλέτης εργαζόταν προσωπικά σε επιχείρηση πρατήριο ψωμιού ωστόσο δεν είχε επενδύσει σε αυτήν σημαντικό κεφάλαιο, ούτε επρόκειτο για οργανωμένη επιχείρηση με το σκοπό το κέρδος.

Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, ο οφειλέτης διενεργούσε εμπορικές πράξεις κατά το Β.Δ. του 1835 αλλά χωρίς ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση, ενώ κατ’ ουσίαν παρείχε προσωπική εργασία με αντίτιμο κάποια αμοιβή και αποκόμιζε μεν κέρδος, το οποίο, όμως, αποτελούσε περισσότερο αμοιβή του σωματικού τους κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών.

Συνεπώς, σύμφωνα με το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας έφερε την ιδιότητα του «μικρεμπόρου» και τα όποια χρέη ανέλαβε με την ιδιότητα αυτή δεν τον αποτρέπουν από την υπαγωγή στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010.

Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό του δικαστηρίου:

«Δεν έχουν την εμπορική ικανότητα ή δεν υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες (πτωχευτική ικανότητα) της εμπορικής ιδιότητας, αυτοί που ασκούν μικρεμπόρια και συνεπώς υπάγονται στη διαδικασία του ν. 3869/2010 παρά το γεγονός ότι ασκούν εμπορικές πράξεις. Τον χαρακτηρισμό του μικρεμπόρου μπορεί να τον επικαλεστεί και να τον αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης.

Μικρεμπόρια ασκούν τα πρόσωπα που διενεργούν εμπορικές πράξεις κατά το ΒΔ του 1835 αλλά όχι με τέτοια ένταση και χωρίς ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση ενώ κατ’ ουσίαν παρέχουν προσωπική εργασία με αντίτιμο κάποια αμοιβή.

Ή με διαφορετική διατύπωση, είναι πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις και αποκομίζουν από αυτές κέρδος, το οποίο, όμως, αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού τους κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών. Θεωρείται ότι στην έννοια της καταπόνησης εμπίπτει όχι μόνο η σωματική αλλά και η πνευματική καταπόνηση και ο τρόπος επιδίωξης εισοδήματος ‘τους εξομοιώνει προς ημερομίσθιους εργάτες’.

Αυτά τα πρόσωπα δεν έχουν ανάληψη κινδύνου, σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο, τέτοια έκταση δραστηριότητας και δομή λειτουργίας, που να παραπέμπουν σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος. Στοιχεία υπέρ της μη εμπορικής ιδιότητας αυτών των προσώπων παρά τη διενέργεια εμπορικών πράξεων είναι και το γεγονός, ότι δεν διαμεσολαβούν στην διάθεση αγαθών κατά τρόπο που να φέρει τα. στοιχεία της αβεβαιότητας και του κινδύνου, δεν αναλαμβάνουν δηλαδή κερδοσκοπική εκμετάλλευση των αγαθών και εργασία άλλων προσώπων.

Κατά συνέπεια προκύπτει, ότι για τις εμπορικές πράξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, η νομολογία συχνά δεν αποδίδει το χαρακτηρισμό του εμπόρου σε αυτόν που διενεργεί τις εμπορικές πράξεις αλλά το κάνει εντός μη οργανωμένης επιχείρησης, χωρίς ιδιαίτερες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, χωρίς πρόσληψη προσωπικού (Βενιέρη – Κατσά, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, γ’ έκδοση, αριθμ. 231 – 235, σελ. 123 – 126)».

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέτασε την υπόθεση μετά από έφεση που άσκησε ο οφειλέτης σε απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών η οποία είχε απορρίψει την αίτηση του για υπαγωγή στο νόμο Κατσέλη.

Ο οφειλέτης, 56 ετών, παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών, διατηρούσε επιχείρηση πρατηρίου ψωμιού, η οποία άρχισε να εμφανίζει οικονομικά προβλήματα ήδη από το 2008. Το 2010 ο οφειλέτης έπαυσε τις πληρωμές καθώς αν και εμφάνιζε  τζίρους περί τις 30.000 και 27.000 αντιστοίχως τα έτη 2009 και 2010, δεν του απέφερε καθαρά κέρδη. Πριν την διακοπή των εργασιών, ο αιτών  είχε αναλάβει χρέη ύψους 119.081,70 ευρώ.

Όπως αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία ο οφειλέτης εργαζόταν προσωπικά στο πρατήριο και δεν είχε επενδύσει σε αυτήν σημαντικό κεφάλαιο για την λειτουργία της, καθώς δεν επρόκειτο για οργανωμένη επιχείρηση με σκοπό το κέρδος που προδήλως δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο με την προσωπική του εργασία.

Ο οφειλέτης χωρίς δόλο βρέθηκε σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας

Παράλληλα, αποδείχθηκε ότι ο οφειλέτης χωρίς δόλο  βρέθηκε σε κατάσταση μόνιμης και γενικής αδυναμίας εξυπηρέτησης των οφειλών του, λόγω της ραγδαίας μείωσης των εισοδημάτων του μετά το 2008, ενώ ήδη είχε επιβαρυνθεί με σημαντικές δανειακές υποχρεώσεις, τις οποίες όμως μπορούσε να εξυπηρετήσει μέχρι την μείωση αυτή.

Στη συνέχεια, εργάσθηκε ως security με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 580 ευρώ ενώ πλέον τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγος του είναι άνεργοι και αντιμετωπίζουν δυσχερώς ακόμη και τις βασικές βιοτικές τους ανάγκες. Επίσης, αποδείχθηκε ότι στερείται κάθε ακίνητης ή κινητής περιουσίας που θα μπορούσε να ρευστοποιηθεί και δεν αποκομίζει εισόδημα από καμία άλλη πηγή.

Συνεπώς, το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας κατέληξε ότι:

«…λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων που συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, ήτοι του γεγονότος της χρόνιας ανεργίας χωρίς υπαιτιότητα και της απορρέουσας από αυτή έλλειψης εισοδημάτων, πρέπει, για τη ρύθμιση των χρεών, να οριστούν μηδενικές μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες για χρονικό διάστημα πέντε ετών, όπως επιβάλλεται και από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που θεσπίζει την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας να προστατεύει την αξία του ανθρώπου και θέτει ως όριο κάθε πολιτειακής πράξης, όπως είναι και η δικαστική απόφαση, τη διατήρηση εκείνων των συνθηκών διαβίωσης του πολίτη, που θα του επιτρέπουν να ζει με αξιοπρέπεια, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, αν το Δικαστήριο στερήσει αυτή τη δυνατότητα στον αιτούντα και ήδη εκκαλούντα, τότε, σε αντίθεση με την παραπάνω θεμελιώδη συνταγματική διάταξη, που διαπνέει το δίκαιο και την ερμηνεία του, προκρίνει έναντι της αξίας του ανθρώπου την ικανοποίηση περιουσιακών δικαιωμάτων».

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ