Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για κορονοϊό: Νόμιμη η αναστολή καθηκόντων και αποδοχών σε στρατιωτικούς λόγω άρνησης εμβολιασμού
Δεν συνιστούν «πεποιθήσεις» που προστατεύονται έναντι των διακρίσεων οι προσωπικές απόψεις που στηρίζονται είτε σε ανησυχίες για τις επιπτώσεις ενός εμβολίου ή για την κυβερνητική πολιτική.
Freepik Νέα ευρωπαϊκή απόφαση για τις συνέπειες που επιβάλλονται σε αρνητές εμβολιασμού λόγω κορονοϊού ήρθε από το Δικαστήριο της Ε.Ε. (ΔΕΕ), όπου κρίθηκε πως κράτος- μέλος μπορεί να προβλέψει την υποχρεωτικότητα χωρίς να υφίσταται παραβίαση των προσωπικών τους απόψεων.
Ειδικότερα, η απόφαση του ΔΕΕ αφορούσε ρύθμιση κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 βάσει της οποίας θεσπιζόταν ο υποχρεωτικός εμβολιασμό κατά του κορονοϊού για τους στρατιωτικούς που εργάζονταν στο Υπουργείο Άμυνας. Για το στρατιωτικό προσωπικό που επέλεγε να μην εμβολιαστεί προβλεπόταν η θέση σε προσωρινή αναστολή καθηκόντων χωρίς καταβολή αποδοχών.
Έναντι αυτής της νομοθετικής ρύθμισης των ιταλικών αρχών, ο προσφεύγων στο ΔΕΕ αρνήθηκε να εμβολιαστεί για δύο λόγους. Πρώτον, θεωρούσε ότι το εμβόλιο ήταν αναποτελεσματικό και μη ασφαλές. Δεύτερον, ήταν δυσαρεστημένος με την κυβερνητική πολιτική, θεωρώντας απαράδεκτη την απροθυμία της κυβέρνησης να αποδεχθεί οποιαδήποτε ευθύνη για τις δυνητικές παρενέργειες του εμβολίου. Ως εκ τούτου, τέθηκε σε αναστολή καθηκόντων χωρίς καταβολή αποδοχών για δύο περίπου μήνες, μετά την παρέλευση των οποίων καταργήθηκε η απαίτηση περί υποχρεωτικού εμβολιασμού. Ο προσφεύγων προσέβαλε την απόφαση υποστηρίζοντας ότι η αναστολή καθηκόντων συνιστά δυσμενή διάκριση, στηριζόμενος, μεταξύ άλλων, στην οδηγία-πλαίσιο για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία.
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για κορονοϊό: Η απόφαση περί εμβολιασμού
Στις προτάσεις της η γενική εισαγγελέας Tamara Ćapeta διατυπώνει τη γνώμη ότι η οδηγία-πλαίσιο για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση υπόθεση. Η γενική εισαγγελέας εξηγεί ότι η οδηγία απαγορεύει τις διακρίσεις για ορισμένους λόγους που απαριθμούνται σε αυτήν, ένας εκ των οποίων είναι ο λόγος που αφορά τη «θρησκεία ή τις πεποιθήσεις».
Το Δικαστήριο έχει διακρίνει μεταξύ πεποιθήσεων θρησκευτικής, φιλοσοφικής ή πνευματικής φύσεως, οι οποίες καλύπτονται από την οδηγία, και άλλων απόψεων, για παράδειγμα, πολιτικών ή συνδικαλιστικών πεποιθήσεων, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
Επομένως, μια προσωπική γνώμη, στηριζόμενη είτε σε ανησυχίες για την υγεία είτε σε διαφωνίες με κυβερνητικές πολιτικές, δεν συνιστά «πεποίθηση» την οποία η οδηγία προστατεύει έναντι των διακρίσεων στην εργασία και την απασχόληση, τούτο δε διότι δεν πρόκειται για αμιγώς φιλοσοφική πεποίθηση, αλλά για επικριτική γνώμη ως προς τον υποχρεωτικό εμβολιασμό.
Παράλληλα, σημειώνεται πως ακόμη στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι μια τέτοια προσωπική γνώμη σχετικά με την υποχρέωση εμβολιασμού συνιστά «πεποίθηση» κατά την έννοια της οδηγίας, η γενική εισαγγελέας εκτιμά ότι η υποχρέωση αυτή θα συνεπαγόταν έμμεση διάκριση η οποία, εντούτοις, μπορεί να δικαιολογείται από τον θεμιτό στόχο της προστασίας της δημόσιας υγείας.
Και καταλήγει: «Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός αποτελούσε αναγκαίο και αναλογικό μέτρο για την επίτευξη του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που επικρατούσε λόγω της εξάπλωσης του κορονοϊού».
Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

