Τετάρτη 04 Φεβρουαρίου 2026

«Φρένο» στις αποζημιώσεις για δικαστικές καθυστερήσεις: Ομάδα Εργασίας στο Υπ. Δικαιοσύνης μετά το «ράπισμα» του ΕΔΔΑ

Ποιοι δικαστές απαρτίζουν την Ομάδα Εργασίας με απόφαση Γ. Φλωρίδη - Ανάλυση Β. Χειρδάρη στο dikastiko.gr: Η απόφαση Βερβελέ που ενεργοποίησε το υπ. Δικαιοσύνης

NEWSROOM icon
NEWSROOM
«Φρένο» στις αποζημιώσεις για δικαστικές καθυστερήσεις: Ομάδα Εργασίας στο Υπ. Δικαιοσύνης μετά το «ράπισμα» του ΕΔΔΑ EUROKINISSI

Σε μια κίνηση θεσμικής συμμόρφωσης προς τις επιταγές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) προχωρά το Υπουργείο Δικαιοσύνης, μετά την έκδοση της απόφασης-σταθμός «Βερβελέ κατά Ελλάδας». Με απόφαση του Υπουργού Γιώργου Φλωρίδη (ΦΕΚ ΥΟΔΔ 58/30.01.2026), συστήθηκε ειδική Ομάδα Εργασίας με αντικείμενο τη διατύπωση προτάσεων για την αντιμετώπιση των σοβαρών ζητημάτων που ανακύπτουν από τη συγκεκριμένη καταδίκη.

Γιατί η απόφαση Βερβελέ θεωρείται «ράπισμα»;

Η υπόθεση Βερβελέ (34012/2020) αποτελεί μία από τις πιο κρίσιμες καταδίκες της χώρας μας, καθώς το Στρασβούργο έθεσε υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα του εγχώριου ένδικου μέσου για τις καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη.

Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, οι αποζημιώσεις που επιδικάζουν τα ελληνικά δικαστήρια για την υπερβολική διάρκεια των δικών είναι δραματικά χαμηλότερες από εκείνες που επιδικάζει το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Διαπιστώθηκε ότι οι ελληνικές αποζημιώσεις υπολείπονται κατά μέσο όρο 4,5 φορές του ευρωπαϊκού επιπέδου, καθιστώντας το εθνικό σύστημα προστασίας «μη αποτελεσματικό» και προσχηματικό.

Ποιοι απαρτίζουν την Ομάδα Εργασίας

Η σοβαρότητα του ζητήματος αντικατοπτρίζεται στην υψηλού επιπέδου σύνθεση της επιτροπής, η οποία αποτελείται από κορυφαίους δικαστικούς λειτουργούς από όλα τα ανώτατα δικαστήρια της χώρας:

  • Πρόεδρος: Στέφανος-Σπυρίδων Πανταζόπουλος, Αρεοπαγίτης.
  • Μέλη (Δικαστικοί Λειτουργοί):
    • Ελένη Θεοδωρακοπούλου, Αρεοπαγίτης.
    • Βιολέτα Τηνιακού, Σύμβουλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
    • Ελένη Ροζάκη, Πάρεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
    • Ανδρέας Χρυσικόπουλος, Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
    • Νικόλαος Νικολάκης, Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
    • Μιχαήλ Χαριάτης, Εφέτης Αθηνών.
  • Μέλη (Νομικοί & Σύμβουλοι):
    • Αθανάσιος Ζούπας, Δικηγόρος και μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος.
    • Μύρων Γιαννακάκης, Δικηγόρος και Σύμβουλος του Υφυπουργού Δικαιοσύνης.
  • Γραμματέας: Δήμητρα Γαλανοπούλου, υπάλληλος του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Η αποστολή της Επιτροπής

Η Ομάδα Εργασίας καλείται να «θεραπεύσει» το σύστημα υπολογισμού των αποζημιώσεων. Στόχος είναι να σταματήσει ο φαύλος κύκλος όπου οι Έλληνες πολίτες, μη ικανοποιημένοι από τις πενιχρές αποζημιώσεις των εθνικών δικαστηρίων, προσφεύγουν εκ νέου στο Στρασβούργο, προκαλώντας νέες καταδίκες και πρόστιμα για τη χώρα.

Η επιτροπή θα εξετάσει τη νομοθετική εναρμόνιση των κριτηρίων επιδίκασης, ώστε το «εύλογο» της αποζημίωσης στην Ελλάδα να ταυτίζεται με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, διασφαλίζοντας ότι ο πολίτης θα λαμβάνει δίκαιη ικανοποίηση για τα χρόνια που χάθηκαν στις δικαστικές αίθουσες.

Ανάλυση Βασίλη Χειρδάρη στο dikastiko.gr: Βερβελέ κατά Ελλάδος – Σύμπλευση διοίκησης και δικαιοσύνης σε βάρος των πολιτών!

ΕΔΔΑ σχόλιο Χειρδάρη

Βασίλης Χειρδάρης / EUROKINISSI

Είναι σημαντικό ότι επιτέλους ενεργοποιήθηκε η ευαισθησία του Υπουργείου Δικαιοσύνης μετά την απόφαση ορόσημο Βερβελέ κατά Ελλάδος που αφορά το ζήτημα της υπερβολικής διάρκειας των δικαστικών διαδικασιών και, κυρίως, αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των εσωτερικών ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπονται για την αντιμετώπισή της. Με την ομόφωνη αυτή απόφασή του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση τόσο του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ όσον αφορά τον εύλογο χρόνο εκδίκασης, όσο και του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 6 § 1 λόγω έλλειψης αποτελεσματικής προσφυγής.

Κατά το ΕΔΔΑ ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα  των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητάς της, της συμπεριφοράς του διαδίκου και των αρμόδιων αρχών, καθώς και του διακυβευόμενου συμφέροντος.

Στην προκειμένη απόφαση το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίο αφορούσε μία αγωγή εργαζομένης για μισθούς, δηλαδή για μια απλή και συνηθισμένη υπόθεση, που δεν παρουσίαζε καμία ιδιαίτερη πολυπλοκότητα.

Στις 22 Ιουνίου 2001, η κα Βερβελέ άσκησε αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για μισθολογικές αξιώσεις, επιδόματα και μισθολογικές προαγωγές. Η υπόθεση διεξήλθε δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και εκδικάστηκε σε αναίρεση, με τον Άρειο Πάγο , που απέρριψε την αναίρεση στις 27 Φεβρουαρίου 2020. Η συνολική διάρκεια της εργατικής υπόθεσης στα δικαστήρια  ανήλθε σε 18 έτη, 9 μήνες και 18 ημέρες.  

Στη συνέχεια η εργαζόμενη επιχείρησε να αξιοποιήσει το εσωτερικό ένδικο μέσο που θέσπισε ο  Ν. 4239/2014, υποβάλλοντας αιτήσεις δίκαιης ικανοποίησης σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 3§1 του νόμου. Τα ελληνικά δικαστήρια, ωστόσο, δεν της επιδίκασαν  επαρκή αποζημίωση, ερμηνεύοντας στενά τα χρονικά όρια της διαδικασίας και επιδικάζοντας ποσά πολύ χαμηλότερα  των αποφάσεων  του ΕΔΔΑ.

Έτσι προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο επανεξέτασε το αποζημιωτικό  ένδικο βοήθημα του ν. 4239/2014. Το ΕΔΔΑ αρχικά στην απόφασή του Ξυνός κατά Ελλάδος της 09.10.2014 (αριθμ. προσφ. 30226/09) είχε δεχθεί πρόωρα και πριν δοκιμαστεί εν τοις πράγμασι η νομοθεσία αυτή – προφανώς εκτιμώντας τις καλές  προθέσεις της νομοθεσίας –  την αποτελεσματικότητα του βοηθήματος και έχει απορρίψει αρκετές προσφυγές που είχαν γίνει τονίζοντας την αναποτελεσματικότητά του.

Όμως στην απόφαση Βερβελέ το ΕΔΔΑ προέβη σε εκ νέου αξιολόγηση υπό το πρίσμα  της δεκαετούς πλέον εφαρμογής του από τα ελληνικά δικαστήρια και βρήκε το θάρρος να αλλάξει την νομολογία του αποκλίνοντας από την προηγηθείσα κρίση του.

Οι λόγοι που οδήγησαν το ΕΔΔΑ στην κρίση περί αναποτελεσματικότητας είναι πολλαπλοί και συστημικοί, και οι οποίοι είναι:

1) Ο κατακερματισμός της διαδικασίας. Κατά το άρθρο 3 § 1 του ν. 4239/2014, οι αιτήσεις δίκαιης ικανοποίησης πρέπει να υποβάλλονται ξεχωριστά σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής  απόφασης του δικαστηρίου του εκάστοτε σταδίου. Δηλαδή για τις διαδικασίες στο Πρωτοδικείο πρέπει να υποβληθεί ξεχωριστή αίτηση στο ίδιο το Πρωτοδικείο για να εκδώσει σχετική απόφαση. Το ίδιο και στο Εφετείο και το ίδιο και στον Άρειο Πάγο. Επομένως ήθελε μέχρι το τέλος των διαδικασιών να υποβάλει τρεις αιτήσεις για αποζημίωση. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η κατασκευή αυτή του κατακερματισμού  αντίκειται στην πάγια νομολογία του, η οποία επιβάλλει την εξέταση της συνολικής διάρκειας της διαδικασίας, καθώς το πρόβλημα της υπερβολικής διάρκειας δεν συνίσταται σε σειρά στατικών γεγονότων αλλά σε ένα προοδευτικά εξελισσόμενο φαινόμενο, η σοβαρότητα του οποίου αυξάνεται διαρκώς.

2) Η απόκλιση της νομολογίας των ελληνικών δικαστηρίων από τα κριτήρια των αποφάσεων του Δικαστηρίου του Στρασβούργου. Η Κυβέρνηση υπερασπιζόμενη την νομοθεσία και την νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων προσκόμισε στο ΕΔΔΑ σχεδόν  60 αποφάσεις, στις οποίες   τα ελληνικά δικαστήρια ερμήνευαν τα κριτήρια εκτίμησης του ευλόγου χρόνου κατά τρόπο που δεν συμφωνούσε με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και ήταν αντίθετη με αυτήν!

3) Η επιδίκαση από τα ελληνικά δικαστήρια ανεπαρκών ποσών αποζημίωσης. Σε πάνω από τα 4/5 των υποθέσεων όπου επιδικάστηκε αποζημίωση, τα ποσά ήταν σαφώς μικρότερα από όσα επιδίκαζε το ΕΔΔΑ σε αντίστοιχες υποθέσεις που εκδίκαζε. Αποδείχθηκε ότι  στις 19 από τις 36 αποφάσεις με επιδίκαση αποζημίωσης, τα καθαρά ποσά που πραγματικά λάμβαναν οι αιτούντες μετά την αφαίρεση των ελάχιστων εξόδων και του δικαστικού ενσήμου ήταν μεταξύ 19% και λιγότερο από 50% των ακαθαρίστων και ακόμα χαμηλότερα  σε σχέση με τα ποσά που επιδίκαζε το ΕΔΔΑ.

Με την απόφαση Βερβελέ η Ελλάδα καλείται όχι μόνο να διορθώσει τις αδυναμίες του ν. 4239/2014, αλλά και να λάβει μέτρα ώστε οι πολίτες να διαθέτουν πραγματικά και αποτελεσματικά μέσα επανόρθωσης κατά των καθυστερήσεων στην απονομή δικαιοσύνης.

Κρίσιμη λογική συνέπεια της απόφασης αυτής  είναι ότι οι διάδικοι που επιδιώκουν αποζημίωση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας μπορούν πλέον να μην προσφεύγουν στο ένδικο βοήθημα του ν. 4239/2014, αλλά να προσφεύγουν απευθείας στο ΕΔΔΑ, προβάλλοντας παραβίαση του άρθρου 6 § 1. Η υποχρέωση εξάντλησης εσωτερικών μέσων υφίσταται μόνο όταν αυτά είναι πραγματικά αποτελεσματικά· μετά την κρίση του ΕΔΔΑ ότι το βοήθημα του ν. 4239/2014 δεν πληροί το κριτήριο αυτό, η προσφυγή σε αυτό καθίσταται αλυσιτελής.

Σε κάθε περίπτωση η απόφαση Βερβελέ κατά Ελλάδος αναδεικνύει με ρεαλισμό τη διαρθρωτική παθογένεια της ελληνικής δικαιοσύνης ως προς τη διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών.

Τα στατιστικά στοιχεία που παρατίθενται στην απόφαση είναι αποκαλυπτικά: σύμφωνα με την αξιολόγηση της CEPEJ τον Οκτώβριο του 2024, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των τριών Κρατών στην κατηγορία «προειδοποίησης» λόγω του χαμηλού ποσοστού διεκπεραίωσης υποθέσεων και του υψηλού «χρόνου διάθεσης». Ο μέσος χρόνος διεκπεραίωσης σε πρώτο βαθμό ανήλθε σε 746 ημέρες το 2022 (τριπλάσιος του ευρωπαϊκού διάμεσου των 239 ημερών), αυξημένος σημαντικά από τις 469 ημέρες του 2012.

Η προβληματική που αναπτύσσεται μετά την απόφαση Βερβελέ επικεντρώνεται σε τρία επίπεδα:

Α) Στο  επίπεδο της νομοθετικής αντιμετώπισης. Ο ν. 4239/2014 σχεδιάστηκε με εγγενείς αδυναμίες που καθιστούσαν αμφίβολη εξαρχής την αποτελεσματικότητά του. Ο κατακερματισμός της αξίωσης ανά βαθμό δικαιοδοσίας δεν ανταποκρίνεται στη λογική της νομολογίας του ΕΔΔΑ και δημιουργεί αντικίνητρα για την άσκηση του ενδίκου βοηθήματος. Η απαίτηση καταβολής υψηλών δικαστικών εξόδων, τα οποία συχνά απορροφούν ή υπερβαίνουν την τυχόν επιδικασθείσα αποζημίωση, αποτρέπει τους πολίτες από την προσφυγή στο μηχανισμό. Η νομοθεσία, αντί να αποτελεί εργαλείο ουσιαστικής προστασίας, λειτουργεί ως τυπική συμμόρφωση με τις υποδείξεις του ΕΔΔΑ χωρίς πραγματική δέσμευση για επίλυση του προβλήματος.

Β) στο επίπεδο της δικαστηριακής πρακτικής. Η απόφαση αποκαλύπτει ότι τα ελληνικά δικαστήρια ερμήνευσαν και εφάρμοσαν τα κριτήρια της ελληνικής νομοθεσίας κατά τρόπο που απομακρυνόταν συστηματικά από τα πρότυπα του Στρασβούργου. Η τάση απόρριψης αιτήσεων με επίκληση της δυνατότητας υποβολής αιτήματος προτίμησης, η περιοριστική ερμηνεία του διακυβευόμενου συμφέροντος, η επιλογή χρονικών σημείων αφετηρίας και λήξης που ευνοούν το Δημόσιο, καταδεικνύουν μια νοοτροπία που δεν τοποθετεί στο επίκεντρο την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος του πολίτη.

Γ) στο επίπεδο της πολιτικής βούλησης. Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης έκλεισε την εποπτεία της εκτέλεσης των πιλοτικών αποφάσεων τον Δεκέμβριο του 2015, μετά τη θέσπιση του αποζημιωτικού μηχανισμού. Δέκα έτη αργότερα, η απόφαση Βερβελέ αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα όχι μόνο δεν επιλύθηκε αλλά επιδεινώθηκε. Η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στις χαμηλότερες θέσεις μεταξύ των Κρατών μελών της ΕΕ ως προς τον χρόνο διεκπεραίωσης υποθέσεων, ενώ ο αριθμός των εισερχόμενων υποθέσεων έχει μειωθεί σημαντικά – γεγονός που υποδηλώνει είτε αποθάρρυνση των πολιτών από την προσφυγή στη δικαιοσύνη είτε στροφή σε εναλλακτικούς μηχανισμούς επίλυσης διαφορών.

Η απόφαση αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα ελληνικής νομικής κουλτούρας. Την τάση αντιμετώπισης των καταδικαστικών αποφάσεων του ΕΔΔΑ ως τυπικών υποχρεώσεων που μπορούν να ικανοποιηθούν με τη θέσπιση νομοθετικών διατάξεων, χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για την ουσιαστική εφαρμογή τους. Ο ν. 4239/2014 εντάσσεται στη λογική αυτή. Θεσπίστηκε για να τεκμηριωθεί η τυπική συμμόρφωση της Ελλάδας, χωρίς όμως να συνοδευτεί από μέτρα που θα διασφάλιζαν την αποτελεσματικότητά του στην πράξη.

Έτσι η απόφαση Βερβελέ συνιστά μία ακόμη υπενθύμιση ότι η τυπική νομοθετική ανταπόκριση σε διεθνείς υποχρεώσεις δεν αρκεί. Η Ελλάδα καλείται να αναθεωρήσει ριζικά το νομοθετικό πλαίσιο, να καταργήσει τον κατακερματισμό κατά βαθμό δικαιοδοσίας, να μειώσει τα δικαστικά έξοδα, να διασφαλίσει την εναρμόνιση της εθνικής νομολογίας με τα κριτήρια του ΕΔΔΑ και, κυρίως, να αντιμετωπίσει τις δομικές αιτίες των καθυστερήσεων με επαρκείς ανθρώπινους και υλικούς πόρους, εκσυγχρονισμό διαδικασιών και πραγματική πολιτική δέσμευση για την αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης. Η εμπιστοσύνη των πολιτών στο δικαιοδοτικό σύστημα – θεμέλιο κάθε δημοκρατικής κοινωνίας – προϋποθέτει δικαιοσύνη που απονέμεται εγκαίρως. Η καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης ισοδυναμεί με άρνηση δικαιοσύνης και αυτό αποτελεί μια συστημική αδυναμία του κράτους που οφείλει χωρίς χρονοτριβή να την επιλύσει.

Ας ελπίσομε ότι η πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης θα  επιλύσει το πρόβλημα ριζικά. Άραγε χρειάζονται κάθε φορά  οι καταδικαστικές αποφάσεις διεθνών οργάνων για να γίνουν τα αυτονόητα;

Βασίλης Χειρδάρης

Δικηγόρος – ειδικός σε θέματα ΕΔΔΑ

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ