Nομοσχέδιο για κατασχέσεις «εις χείρας τρίτου» στο μικροσκόπιο: Ψηφιοποίηση ή νέα γραφειοκρατία;
Ο δικηγόρος Φώτης Γιαννούλας, μέλος του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, εξηγεί γιατί η «αποδικαστηριοποίηση» κινδυνεύει να μετατραπεί σε τροχοπέδη για τα δικαιώματα των πολιτών

Στο επίκεντρο της νομικής επικαιρότητας βρίσκεται το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης που κατατέθηκε στη Βουλή, φέροντας σαρωτικές αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η ρύθμιση που προκαλεί τις εντονότερες συζητήσεις αφορά την κατάσχεση εις χείρας τρίτου, μια διαδικασία κομβική για την είσπραξη απαιτήσεων.
Ο Φώτης Γιαννούλας, υπό την ιδιότητά του ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, παρεμβαίνει στη δημόσια διαβούλευση αναδεικνύοντας τις πτυχές μιας νομοθέτησης που, όπως υποστηρίζει, ενώ υπόσχεται εκσυγχρονισμό, φαίνεται να διαταράσσει ένα δοκιμασμένο σύστημα δεκαετιών.
Κατασχέσεις «εις χείρας τρίτου»: Τα κρίσιμα σημεία
Σύμφωνα με τον κ. Γιαννούλα, η νέα πραγματικότητα που εισάγει το Υπουργείο συνοψίζεται σε τέσσερα κρίσιμα σημεία:
- Ανατροπή του ρόλου του δικηγόρου: Η διαδικασία φεύγει από τον επιστημονικό έλεγχο του δικηγόρου και μεταφέρεται στον δικαστικό επιμελητή, ο οποίος καθίσταται πλέον ο συντάκτης της έκθεσης κατάσχεσης.
- Γραφειοκρατικά εμπόδια: Η υποχρεωτική ανάρτηση στην πλατφόρμα και η αναμονή για «μοναδικό αριθμό» απειλούν την ταχύτητα της διαδικασίας, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για τη δέσμευση χρηματικών απαιτήσεων.
- Οικονομική επιβάρυνση: Η προσθήκη νέων σταδίων και η υποχρεωτική σύμπραξη περισσότερων παραγόντων αυξάνει το τελικό κόστος για τον πολίτη.
- Απουσία ουσιαστικού διαλόγου: Επισημαίνεται η παράκαμψη των προτάσεων του δικηγορικού σώματος για μια ψηφιοποίηση που θα αφορούσε μόνο την υποβολή των δηλώσεων, χωρίς να ανατρέπει όλο το σύστημα εκτέλεσης.
Αναλυτικά η τοποθέτηση του Φώτη Γιαννούλα: Αλλαγές στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου – Μια κακή νομοθέτηση σε εξέλιξη
Φώτης Γιαννούλας
Κατατέθηκε την Παρασκευή 13/2/2026 στην Βουλή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης που ανάμεσα σε άλλες ρυθμίσεις περιλαμβάνει περαιτέρω τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Το νομοσχέδιο έχει δύο σκέλη: Το κύριο έχει να κάνει με διορθώσεις ελλείψεων και αντιφάσεων στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που προκλήθηκαν από τον βιαστικό και εσπευσμένο τρόπο νομοθέτησης κατά την τελική φάση της νομοπαρασκευαστικής διαδικασίας του Ν. 5221/2025. Το σκέλος αυτό ήταν καλοδεχούμενο και είχε αποτελέσει και αντικείμενο πίεσης και από το δικηγορικό σώμα, έστω και αν οι ίδιες αυτές οι «διορθώσεις» ούτε επαρκείς είναι, ούτε απαλλαγμένες σημαντικών προβλημάτων. Το δεύτερο σκέλος είχε δυστυχώς να κάνει με αμιγώς νέες τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Η κυριότερη και πιο σημαντική νέα ρύθμιση είναι αυτή που αφορά τον τρόπο που διενεργείται η κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Ο διακηρυγμένος βασικός σκοπός του Υπουργείου είναι η αποδικαστηριοποίηση της διαδικασίας, ώστε να παύσει η υποβολή των δηλώσεων τρίτου (κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ) στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου. Ο τρόπος που επιλέχθηκε είναι η ανάπτυξη μιας πλατφόρμας, στην οποία οι τρίτοι (κατά την έννοια του άρθρου 982 ΚΠολΔ) θα υποβάλλουν τις δηλώσεις τους.
Πώς το Υπουργείο εξειδίκευσε την βασική σκέψη; Εισηγείται στην Βουλή την τροποποίηση του άρθρου 983 ΚΠολΔ, ώστε πλέον οι κατασχέσεις εις χείρας τρίτου να επιβάλλονται όπως η οιαδήποτε κατάσχεση κινητού πράγματος: Κατά το νομοσχέδιο, ο επισπεύδων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του δίνει την εντολή και ο επιμελητής συντάσσει έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Την έκθεση αυτή την αναρτά στην πλατφόρμα, της δίνει μοναδικό αριθμό και την επιδίδει στον τρίτο και τον καθ’ ου η εκτέλεση στις γνωστές προθεσμίες. Ο τρίτος στην συνέχεια αποστέλλει μέσω της πλατφόρμας στον επιμελητή που επέβαλε την κατάσχεση την δήλωσή του, ο οποίος την διαβιβάζει στον επισπεύδοντα. Κατά το κείμενο που κατατέθηκε στη Βουλή η δήλωση του τρίτου πρέπει κι αυτή να υπογράφεται από πληρεξούσιο δικηγόρο, κάτι που δεν απαιτείτο μέχρι τώρα.
Με τον τρόπο αυτό το Υπουργείο αντί να αλλάξει μόνον τον τρόπο υποβολής των δηλώσεων, κάτι που θα αρκούσε για την θεραπεία του (ευλόγου) σκοπού που είχε, επιλέγει να αλλάξει εκ βάθρων όλο το σύστημα επιβολής αναγκαστικών κατασχέσεων εις χείρας τρίτου, ένα σύστημα που έχει λειτουργήσει με επιτυχία από το 1968, οπότε εισήχθη από τον νέο (τότε) Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς συνδυάζει απλότητα και ταχύτητα, αλλά και ασφάλεια, καθώς πλέον έχει λυθεί το σύνολο των κρίσιμων ερμηνευτικών και λειτουργικών θεμάτων.
Η αλλαγή αυτή είναι εσφαλμένη και επιζήμια για όλο σχεδόν το σύστημα παροχής έννομης προστασίας:
(α) Το προτεινόμενο σύστημα παραγνωρίζει τις θεμελιώδεις διαφορές που έχει αυτή η κατάσχεση από άλλα είδη κατασχέσεων. Στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου αντικείμενο της κατάσχεσης είναι η απαίτηση, η περιγραφή της οποίας είναι πολλές φορές δυσχερές έργο. Αυτό το δυσχερές έργο κατά τεκμήριο μπορούν να το φέρουν εις πέρας αυτοί που έχουν την κατάλληλη επιστημονική ειδίκευση. Το σήμερα ισχύον σύστημα αναγνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητες των διαφόρων ειδών κατάσχεσης έχει – ορθά – αναθέσει την κατάσχεση κινητού και ακινήτου πράγματος στους δικαστικούς επιμελητές, την κατάσχεση των απαιτήσεων στους δικηγόρους, ενώ υπάρχει και κατηγορία αντικειμένων που για να κατασχεθούν πρέπει να δοθεί και ειδική άδεια δικαστηρίου: τα ειδικά περιουσιακά στοιχεία (άρθρα 1022 επ. ΚΠολΔ). Όλα αυτά έκαναν και σωστά πρωταγωνιστή της διαδικασίας της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου τον δικηγόρο. Και δεν υπάρχει κανένας λόγος τούτο να αλλάξει.
(β) Το σήμερα ισχύον σύστημα εξασφαλίζει ταχύτητα και απλότητα, αναθέτοντας την κατάσχεση εις χείρας τρίτου στον παράγοντα εκείνον που έχει την κατά τεκμήριο γνωστική επάρκεια να διενεργήσει το ουσιαστικό κομμάτι. Το νομοσχέδιο παρεμβάλλει στην διαδικασία (όπως την ξέραμε τώρα) ένα ακόμα γραφειοκρατικό βήμα. Κι όλα αυτά, ενώ στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου η ταχύτητα είναι κομβικό στοιχείο, γιατί το αντικείμενό της, η απαίτηση, μπορεί να «κάνει φτερά» πολύ πιο γρήγορα από κάθε άλλη περίπτωση.
(γ) Το κόστος αυξάνεται. Η προσθήκη ενός παράγοντα, η αμοιβή μάλιστα του οποίου είναι ρυθμισμένη εκ του νόμου, αυξάνει σημαντικά το κόστος, όταν μάλιστα τις περισσότερες περιπτώσεις φορές οι κατασχέσεις εις χείρας τρίτου είναι άγονες. Είναι σαφές ότι όλο αυτό δυσχεραίνει – αχρείαστα – την πρόσβαση του πολίτη σε ένα εργαλείο που ο νόμος του παρέχει προς ικανοποίηση των απαιτήσεών του.
(δ) Το επιπλέον αυτό βήμα δεν προσθέτει κάτι ουσιαστικό στην διαδικασία σε σχέση με αυτό που γίνεται μέχρι σήμερα. Η προσθήκη του βήματος αυτού δεν βελτιώνει κάτι στην ισχύουσα διαδικασία επιβολής της κατάσχεσης, καθώς η διαδικασία δεν έχρηζε βελτίωσης. Το κομμάτι που έχρηζε βελτίωσης είχε να κάνει με την υποβολή των δηλώσεων και όχι με τον τρόπο επιβολής της ίδιας της κατάσχεσης. Προφανώς, μόνη η χορήγηση ρόλου σε κάποιον παράγοντα (εδώ στον επιμελητή) δεν μπορεί να είναι θεμιτός σκοπός νομοθέτησης, ιδίως όταν αυτό διαταράσσει την ισορροπία ενός επιτυχημένου συστήματος.
Άλλος τρόπος ρύθμισης υπήρχε, που να μπορεί να συμβιβαστεί με την λειτουργία της περίφημης πλατφόρμας; Ασφαλώς και ναι. Κατά την εναλλακτική αυτή πρόταση, η βασική εικόνα θα μπορούσε να διαμορφωθεί ως εξής: Το κατασχετήριο εξακολουθεί να συντάσσεται από δικηγόρο, διαβιβάζεται στον Δικαστικό Επιμελητή, ο οποίος το αναρτά στην πλατφόρμα και του δίνει μοναδικό αριθμό (όπως κάνουμε και εμείς με την ένορκες βεβαιώσεις στο portal της Ολομέλειας) και το κατασχετήριο με την επισημείωση του μοναδικού αριθμού επιδίδεται στον τρίτο και τον καθ’ ου η εκτέλεση. Η δήλωση τρίτου υποβάλλεται από αυτόν στην πλατφόρμα με τον μοναδικό αριθμό που έχει γνωστοποιηθεί στο επιδοθέν έγγραφο (όπως προβλεπόταν περίπου στο νομοσχέδιο). Με τον τρόπο αυτό, προκαλείτο αλλαγή μόνον εκεί που απαιτείτο (στο κομμάτι της υποβολής της δήλωσης τρίτου), χωρίς να θίγεται ουσιαστικά το κομμάτι που λειτουργούσε καλά και δεν υπήρχε λόγος να αλλάξει, το κομμάτι του τρόπου επιβολής της κατάσχεσης. Η πρόταση αυτή εστάλη στο Υπουργείο, διατυπωμένη σε συγκεκριμένο σχέδιο διάταξης, αλλά απάντηση γιατί αυτό δεν μπορούσε να υιοθετηθεί δεν δόθηκε.
Το Υπουργείο προχώρησε σε μια τροποποίηση του κειμένου του νομοσχεδίου όπως κατατέθηκε στη Βουλή (σε σχέση με αυτό που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση), ορίζοντας ότι τόσο η εντολή, όσο και η δήλωση τρίτου πρέπει να υπογράφονται από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η αλλαγή αυτή δεν είναι ικανή να αλλάξει την κριτική που παρατίθεται ανωτέρω: Το νέο σύστημα παραμένει πιο δυσκίνητο και πιο ακριβό σε σχέση με το ισχύον εδώ και 60 σχεδόν χρόνια, ενώ παραμένει πρωταγωνιστής της νέας διαδικασίας ο δικαστικός επιμελητής αντί του δικηγόρου, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για την επιδιωκόμενη αποδικαστηριοποίηση του τρόπου υποβολής των δηλώσεων. Η πρόβλεψη της εντολής είναι περίπου αυτονόητη (συναγόμενη ήδη από το άρθρο 927 ΚΠολΔ), ενώ παρά την μη ρητή πρόβλεψη της υπογραφής εντολής από δικηγόρο, αυτό συμβαίνει στο 99,9% των περιπτώσεων. Αυτό που δεν ήταν αυτονόητο είναι η υπογραφή της δήλωσης τρίτου από δικηγόρο, η βελτίωση όμως αυτή δεν είναι ικανή να αντισταθμίσει τα προβλήματα που εκτίθενται ανωτέρω.
Πέρα από την προβληματική ουσία της ρύθμισης δεν είναι δευτερεύον να σημειωθεί ότι είναι άκρως προβληματικός ο τρόπος που η διάταξη αυτή φτάνει ελάχιστα πριν γίνει νόμος του κράτους: Πριν γίνει η κατάστρωση της διάταξης κανένας διάλογος δεν είχε γίνει με τους εκπροσώπους των «πρωταγωνιστών» της διαδικασίας, των δικηγόρων, καθώς για πρώτη φορά γνωστοποιήθηκε το σχέδιο ελάχιστα πριν από την θέση του σε δημόσια διαβούλευση. Διαρκούσης δε της δημόσιας διαβούλευσης το Υπουργείο επιλέγει να παρουσιάσει ως δεδομένη την πλατφόρμα, ενώ υποτίθεται ότι όλο αυτό αποτελούσε αντικείμενο διαβούλευσης.
Από το περασμένο καλοκαίρι το Υπουργείο Δικαιοσύνης βρίσκεται στο στόχαστρο της κριτικής για βιαστική και πρόχειρη νομοθέτηση, για νομοθετικές πρωτοβουλίες που βαφτίζονται επείγουσες χωρίς να είναι, για παράλειψη της ουσιαστικής διαβούλευσης. Και αντί να κινείται στην κατεύθυνση της αλλαγής πορείας, φαίνεται δυστυχώς να επιμένει στην ίδια κακή συνταγή. Μόνο που με αυτή την στάση της πλήττει τον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και τα δικαιώματα των πολιτών. Σε αυτή την στάση εμείς οι δικηγόροι ως συλλειτουργοί οφείλουμε με παρρησία, με διεκδικητικότητα, με ειλικρίνεια απέναντι στους συναδέλφους μας και αποφασιστικότητα να στεκόμαστε απέναντι έχοντας πάντα στο νου την προάσπιση της δικηγορίας και των δικαιωμάτων των πολιτών, για τα οποία κάθε μέρα μοχθούμε.
Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr