Τετάρτη 03 Μαρτίου 2021

Οι δικαστές παρεμβαίνουν και ζητούν κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους

 Διάκριση σε βάρος συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών καταγγέλλουν οι δικαστές, υποστηρίζοντας πως το καθεστώς εισφοράς αλληλεγγύης ισχύει μόνον για όσους υπηρετούν στο Δημόσιο και τους συνταξιούχους.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Οι δικαστές παρεμβαίνουν και ζητούν κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για δημόσιους υπαλλήλους και συνταξιούχους

Αντίθετη με τις συνταγματικές επιταγές και αυθαίρετη χαρακτηρίζουν οι δικαστές τη διατήρηση της εισφοράς αλληλεγγύης μόνον για στις κατηγορίες των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων, θέτοντας και ζητήματα σχετικά με τον ορισμό της αλληλεγγύης και την επιβολή της δια νόμου η οποία υποκρύπτει ενός είδους «κρατική φιλανθρωπία» όπως σημειώνουν.

«Η μεταμνημονιακή Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται σε μια αποσπασματική και συγκυριακή κρατική φιλανθρωπία που αντιμετωπίζει τα συμπτώματα και όχι την ασθένεια. Η συνταγματική επιταγή για αναλογική και προοδευτική φορολογική επιβάρυνση των πολιτών ανάλογα με τα εισοδήματά τους να γίνει ο ανεξαίρετος κανόνας. Η εισφορά αλληλεγγύης πρέπει να καταργηθεί και για τους μισθωτούς του δημοσίου τομέα και τους συνταξιούχους» υπογραμμίζουν σε άρθρο – παρέμβαση τους ο Χριστόφορος Σεβαστίδης, εφέτης, ΔΝ, πρόεδρος της ΕΝΔΕ, ο Βασίλης Φαϊτάς, εφέτης ΔΔ, γενικός γραμματέας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών και η Βανέσσα- Παναγιώτα Ντέγκα, πρόεδρος Πρωτοδικών ΔΔ, ταμίας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών.

Όπως αναφέρουν με νόμο του 2020 απαλλάχθηκαν από την υποχρέωση καταβολής εισφοράς αλληλεγγύης οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, μέλη Δ.Σ, ενώ απαλλαγή προβλέπεται και για το φορολογικό έτος 2020 στα εισοδήματα από κεφάλαιο, από επιχειρηματική δραστηριότητα, από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου και από τόκους.

Η μοναδική κατηγορία πολιτών που υπόκειται στο εξής σε εισφορά αλληλεγγύης είναι οι μισθωτοί του δημοσίου τομέα και οι συνταξιούχοι.

«Ο περιορισμός της υποχρέωσης «εισφοράς αλληλεγγύης» μόνο στους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα και στους συνταξιούχους, πέρα από το γεγονός ότι επιβαρύνει τους φορολογικά συνεπέστερους πολίτες, δημιουργεί πρόβλημα ασυμβατότητας με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Το νόημα της συνταγματικής διάταξης είναι ότι οι νόμοι που επιβάλουν φορολογικά βάρη δεν μπορούν να προβαίνουν σε αδικαιολόγητες διακρίσεις ή να επιβαρύνουν δυσανάλογα και υπέρμετρα ορισμένες κατηγορίες πολιτών, πόσο μάλλον μία μοναδική κατηγορία» τονίζουν.

Ολόκληρο το άρθρο των δικαστών

Η εισφορά αλληλεγγύης επιβλήθηκε για πρώτη φορά στο κατώφλι της μνημονιακής εποχής με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011 και εξακολούθησε με διαδοχικές παρατάσεις.

Στην αιτιολογική έκθεση του συγκεκριμένου άρθρου ο νομοθέτης επικαλούνταν τα εξής «..Η δεινή αυτή δημοσιονομική κατάσταση πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα με σημαντικές τομές και πρωτοβουλίες και με τήρηση των αρχών της ισότητας, της αναλογικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Κάθε πολίτης καλείται να συμμετέχει στην εθνική αυτή προσπάθεια και ανάλογα με την ικανότητά του να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη».

Με το άρθρο 298 του ν. 4738/2020 απαλλάσσονται πλέον από την υποχρέωση καταβολής εισφοράς αλληλεγγύης οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, μέλη Δ.Σ, ενώ απαλλαγή προβλέπεται και για το φορολογικό έτος 2020 στα εισοδήματα από κεφάλαιο, από επιχειρηματική δραστηριότητα, από υπεραξία μεταβίβασης κεφαλαίου και από τόκους.

Η μοναδική κατηγορία πολιτών που υπόκειται στο εξής σε εισφορά αλληλεγγύης είναι οι μισθωτοί του δημοσίου τομέα και οι συνταξιούχοι.

Αφετηρία της συζήτησης θα πρέπει να είναι η νοηματοδότηση της έννοιας «αλληλεγγύη» και να διερευνηθεί κατά πόσο ειλικρινής είναι η επίκλησή της από τον νομοθέτη.

Το βασικό προσδιοριστικό στοιχείο της αλληλεγγύης είναι οι κοινοί δεσμοί που αναπτύσσονται ανάμεσα σε ανθρώπους ή ομάδες ανθρώπων που αγωνίζονται στην ίδια κατεύθυνση και έχουν την συνείδηση του κοινού συμφέροντος.

Η αλληλεγγύη προϋποθέτει κατά βάση ισότιμες, διαρκείς και ανιδιοτελείς σχέσεις των μελών στηριγμένες στον απόλυτο σεβασμό. Η «δια νόμου» επιβολή κοινωνικής αλληλεγγύης αντιφάσκει με τον αυθόρμητο χαρακτήρα της και υποκρύπτει μιας μορφής κρατική φιλανθρωπία.

Αυτήν που γεννήθηκε μέσα από τα συντρίμμια του κοινωνικού κράτους και των κοινωνικών παροχών.

Τη φιλανθρωπία που αντιμετωπίζει τη μεγέθυνση της φτώχειας και των ανισοτήτων σαν νομοτέλεια, που απαλλάσσει τα μεγάλα εισοδήματα και τα τεράστια επιχειρηματικά κέρδη από την αναλογική κατανομή φορολογικών βαρών και αναθέτει την ευθύνη συντήρησης των φτωχών στους λιγότερο φτωχούς.

Η θεσμοποιημένη φιλανθρωπία είτε ιδιωτική είτε κρατική, που δεν είναι «ούτε σα σταγόνα νερού σε φλογισμένο καμίνι», βασίζεται σε ανισότιμες κοινωνικές σχέσεις που διαρκώς αναπαράγονται.

Ο περιορισμός της υποχρέωσης «εισφοράς αλληλεγγύης» μόνο στους εργαζόμενους στον δημόσιο τομέα και στους συνταξιούχους, πέρα από το γεγονός ότι επιβαρύνει τους φορολογικά συνεπέστερους πολίτες, δημιουργεί πρόβλημα ασυμβατότητας με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος που ορίζει «οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους».

Το νόημα της συνταγματικής διάταξης είναι ότι οι νόμοι που επιβάλουν φορολογικά βάρη δεν μπορούν να προβαίνουν σε αδικαιολόγητες διακρίσεις ή να επιβαρύνουν δυσανάλογα και υπέρμετρα ορισμένες κατηγορίες πολιτών, πόσο μάλλον μία μοναδική κατηγορία.

Αλλά και  με τα άρθρα 20 και 21 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ που καθιερώνουν την αρχή της απαγόρευσης αθέμιτων διακρίσεων, η οποία, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις, εκτός αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση δικαιολογείται, ως ερειδόμενη σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο.

Τέτοιο κριτήριο δεν υφίσταται εν προκειμένω, αφού, ως εκ της φύσης της επίμαχης φορολογικής υποχρέωσης, κανένας αποχρών λόγος δεν δικαιολογεί τη διατήρησή της ειδικά και μόνο στους μισθωτούς του δημόσιου τομέα και τους συνταξιούχους.

Η κατά τον ανωτέρω τρόπο δυσμενής φορολογική μεταχείριση μόνο των εν λόγω κατηγοριών φορολογούμενων  καθίσταται σαφώς αυθαίρετη, αφού στον ν. 4738/2020 δεν γίνεται επίκληση κανενός γενικού και αντικειμενικού κριτηρίου που να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες συνθήκες αυτών. Το τελευταίο τούτο επιβεβαιώνεται από την ίδια την αιτιολογική έκθεση του νόμου που επέβαλε την «εισφορά αλληλεγγύης», η οποία επικαλείται την ευθύνη «κάθε πολίτη».

Για συναφείς λόγους, άλλωστε, η συγκεκριμένη φορολογική επιβάρυνση μετά τον περιορισμό της σε μία μόνο κατηγορία πολιτών παύει να είναι σύμφωνη με τις απαιτήσεις της προβλεπόμενης στο άρθρο 25 παρ. 1 δ΄ του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας.

Η έξοδος της Ελλάδας από τις δεσμεύσεις των μνημονίων αίρει τη δικαιολογητική βάση ενός ειδικού φόρου που, σύμφωνα με τους εμπνευστές του, είχε εξ αρχής στενό χρονικό ορίζοντα και επιβλήθηκε λόγω έκτακτων καταστάσεων.

Η μεταμνημονιακή Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται σε μια αποσπασματική και συγκυριακή κρατική φιλανθρωπία που αντιμετωπίζει τα συμπτώματα και όχι την ασθένεια.

Η συνταγματική επιταγή για αναλογική και προοδευτική φορολογική επιβάρυνση των πολιτών ανάλογα με τα εισοδήματά τους να γίνει ο ανεξαίρετος κανόνας.

Η εισφορά αλληλεγγύης πρέπει να καταργηθεί και για τους μισθωτούς του δημοσίου τομέα και τους συνταξιούχους.

Το άρθρο υπογράφουν: Χριστόφορος Σεβαστίδης, Εφέτης, ΔΝ, Πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Βασίλης Φαϊτάς, Εφέτηςη ΔΔ, Γενικός Γραμματέας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών Βανέσσα Παναγιώτα Ντέγκα, Πρόεδρος Πρωτοδικών ΔΔ, Ταμίας της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ