Παρέμβαση Ι. Συμεωνίδη για τις ενδογενείς παθογένειες στη Διοικητική Δικαιοσύνη: «Να μην ακολουθούμε την τακτική της συγκάλυψης των δικών μας ευθυνών»

Ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων προτείνει ριζικές τομές στη δικονομία και τη χωροταξία για να αντιμετωπιστούν οι χρόνιες καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεων

NEWSROOM
Παρέμβαση Ι. Συμεωνίδη για τις ενδογενείς παθογένειες στη Διοικητική Δικαιοσύνη: «Να μην ακολουθούμε την τακτική της συγκάλυψης των δικών μας ευθυνών»

Η παρέμβαση του Ιωάννη Συμεωνίδη, Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, κατά τον χαιρετισμό του στην πρόσφατη Ετήσια Γενική Συνέλευση της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών (14 Φεβρουαρίου 2026), δεν περιορίζεται σε μια τυπική περιγραφή προβλημάτων. Αντιθέτως, προχωρά σε μια βαθιά ανατομή των ενδογενών αιτιών που καθηλώνουν τη Διοικητική Δικαιοσύνη, παρά τις ευνοϊκές συνθήκες που διαμορφώθηκαν τα τελευταία χρόνια.

Ο Γενικός Επίτροπος παραθέτει στοιχεία που αναδεικνύουν μια σημαντική αναντιστοιχία: ενώ η εισροή νέων υποθέσεων έχει μειωθεί κατά 50% την τελευταία δεκαετία και ο αριθμός των δικαστών έχει αυξηθεί κατά 30%, η εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων δεν ακολουθεί ανάλογους ρυθμούς. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, οι καθυστερήσεις αποδίδονται πλέον σε εσωτερικές δυσλειτουργίες του συστήματος, όπως η ανορθολογική κατανομή του προσωπικού και η ανακύκληση των αναβολών στο ακροατήριο.

Μέσα από αυτή την οπτική, ο κ. Συμεωνίδης υπογραμμίζει πως είναι χρέος των λειτουργών της Δικαιοσύνης «να μην ακολουθούν την τακτική της αδράνειας και της συγκάλυψης των δικών τους ευθυνών», αλλά να παρεμβαίνουν με πρωτοβουλίες που αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη του πολίτη. Παράλληλα, αναδεικνύονται τα κρίσιμα ζητήματα της υποστελέχωσης της γραμματείας, καθώς και της στεγαστικής κρίσης πολλών δικαστηρίων που λειτουργούν ακόμη σε ακατάλληλα μισθωμένα διαμερίσματα. Ο Επίτροπος τονίζει την ανάγκη μετάβασης σε σύγχρονα, δημόσια κτήρια που να ανταποκρίνονται στο κύρος του λειτουργήματος.

Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται μια στρατηγική τριών αξόνων:

  • Χωροταξική αναδιάρθρωση: Επανακαθορισμός των εδρών των δικαστηρίων με βάση τον πραγματικό όγκο εργασίας και την αποσυμφόρηση των μεγάλων κέντρων.
  • Τεχνολογικός εκσυγχρονισμός: Έναρξη τηλεματικών δικών και πλήρης ψηφιοποίηση των διαδικασιών από τον ερχόμενο Ιούνιο.
  • Εμπροσθοβαρής δικονομία: Μεταφορά του ελέγχου της υπόθεσης στο στάδιο της προδικασίας για την οριστική εξάλειψη της ταλαιπωρίας των πολιτών.

Η παρέμβαση κλείνει με μια ηχηρή υπενθύμιση της θεσμικής ευθύνης, καλώντας τους δικαστικούς λειτουργούς να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας μέσα από τον σεβασμό στον πολίτη και την ουσιαστική διερεύνηση των υποθέσεών του, μακριά από λογικές «υπαλληλοποίησης» και αδράνειας.

Αναλυτικά ο χαιρετισμός του Ιωάννη Συμεωνίδη

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και εφέτος, στο πλαίσιο της Ετήσιας Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών, βρισκόμαστε στη φιλόξενη αίθουσα τελετών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, για να προβούμε σε έναν απολογισμό για τα όσα έγιναν στον τομέα της Διοικητικής Δικαιοσύνης, κατά το έτος που διέρρευσε, και να καταθέσουμε προτάσεις σχετικά με όσα πρέπει να γίνουν στον τομέα αυτό.

  1. Θα ξεκινήσουμε με το σύστημα οργάνωσης της Διοικητικής Δικαιοσύνης στη Χώρα μας, το οποίο παρουσιάζει δύο πολύ σημαντικά δομικού χαρακτήρα προβλήματα.

Το πρώτο έχει να κάνει με τη μεγάλη ανομοιομορφία μεταξύ των δικαστικών μονάδων, η οποία εμφανίζεται σήμερα με πιο έκδηλο τρόπο. Σε αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι ενώ από το 2008/2010 αυξήθηκε ο αριθμός των δικαστών κατά 222 θέσεις (δηλ. κατά 30% περίπου), μετά το 2011 μειώθηκαν δραστικά οι εισερχόμενες υποθέσεις κατά ποσοστό 50%.

Παρατηρείται, ειδικότερα, από τη μία πλευρά να έχουμε εξαιρετικά μεγάλα δικαστήρια στην πρωτεύουσα, τα οποία είναι ιδιαίτερα δύσκολο να τα διαχειριστεί αλλά και να τα επιθεωρήσει κανείς με αποτελεσματικό τρόπο, με το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών να αριθμεί 216 οργανικές θέσεις δικαστών και 263 θέσεις υπαλλήλων και, από την άλλη, περιφερειακά δικαστήρια στα οποία υπηρετεί δυσανάλογα μεγάλος αριθμός δικαστών σε σχέση με τη μειωμένη πλέον δικαιοδοτική τους ύλη, γεγονός που οδηγεί αντίστοιχα σε μείωση της χρέωσης του κάθε δικαστή, όπως της Λαμίας, των Τρικάλων, της Χαλκίδας, αλλά και μεγαλυτέρων, όπως το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πατρών, στο οποίο, με 1.361 εκκρεμείς υποθέσεις, υπηρετούν 20 δικαστές, όταν στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Βέροιας με 1.638 εκκρεμείς υποθέσεις υπηρετούν 11 δικαστές, ή δικαστήρια αποδυναμωμένα, ακόμη και μονοτμηματικά, τρία εκ των οποίων, τα Διοικητικά Πρωτοδικεία Αγρινίου, Ναυπλίου και Σερρών, στελεχώνονται με την ελάχιστη δυνατή σύνθεση, ενόψει ακριβώς της ιδιαίτερα περιορισμένης δικαστηριακής τους κίνησης.

Το φαινόμενο αυτό, προκαλεί πιέσεις για μία αρνητική τάση εξίσωσης προς τις χαμηλότερες χρεώσεις. Κατά το έτος 2025, ο κάθε δικαστής του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών διεκπεραίωσε, κατά μέσο όρο, 116 υποθέσεις, αντί των 62 της Λαμίας, 71 των Τρικάλων, 86 της Χαλκίδας κ.ο.κ.). Η τάση αυτή εκδηλώνεται και με πληθώρα αιτημάτων για εσωτερικές μετακινήσεις, χωρίς να μπορεί να αντιμετωπιστεί με ήπιες, εξ ανάγκης, συγκλίσεις μέσω αυτεπάγγελτων μεταθέσεων και μεταφοράς θέσεων, καθώς τα μέτρα αυτά προϋποθέτουν να παραμένει ένας ικανός αριθμός κενών οργανικών θέσεων, κάτι για το οποίο εγείρονται συνήθως αντιρρήσεις, και, βεβαίως, την εκ του νόμου πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος.

Το δεύτερο αφορά την ανορθολογική κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφορετικών βαθμίδων δικαιοδοσίας. Βλέπουμε μία αντεστραμένη πυραμίδα, με τα Διοικητικά Πρωτοδικεία να είναι τα πιο ελαφρυμένα, τα Εφετεία να αποτελούν τη βασική επιλογή του νομοθέτη ως δικαστήρια πρώτου βαθμού και το Συμβούλιο της Επικρατείας να διατηρεί το τεκμήριο αρμοδιότητας επί όλων των διοικητικών διαφορών, να συγκεντρώνει τον έλεγχο αντισυνταγματικότητας του νόμου ιδίως μέσω του θεσμού της πρότυπης δίκης και να επιβαρύνεται με πληθώρα διοικητικών καθηκόντων.

Το σχήμα αυτό, πέραν της αυτονόητης επιβάρυνσης του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου της Χώρας με την υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων, παράγει πολυνομία λόγω της αποσπασματικής μεταφοράς ή ανάθεσης υποθέσεων στα κατώτερα δικαστήρια, χαρακτηρίζεται από διακριτά δικονομικά καθεστώτα και πολλαπλές ειδικές δικονομικές ρυθμίσεις, ανασφάλεια περί την αρμοδιότητα, συχνές παραπομπές, έως και τριχοτόμηση συναφών μεταξύ τους διαφορών, περισσότερα ένδικα βοηθήματα για την ίδια υπόθεση, παθογένειες που ταλαιπωρούν τους πολίτες και προκαλούν καθυστερήσεις.

Στον Οδικό Χάρτη για την ορθολογικότερη οργάνωση των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, σε συνέχεια του πορίσματος της Ομάδας Εργασίας που είχε συγκροτηθεί υπό τον τότε Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας Μιχαήλ Πικραμένο, διαμορφώσαμε το θεσμικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει τις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις για τη λειτουργία των λεγόμενων «δικαστικών γραφείων τηλεματικής» και συγκεκριμενοποιήσαμε τα μέτρα που θα πρέπει να προηγηθούν, έως ότου καταστεί εφικτή, από τεχνικής απόψεως, η νέα εφαρμογή, τα οποία, σχεδόν στο σύνολό τους, υιοθέτησε ο νομοθέτης με τον ν. 5028/2023, θέτοντας και σχετικό χρονοδιάγραμμα. Μεταξύ των μέτρων αυτών και η μεταφορά υποθέσεων προς τα Διοικητικά Δικαστήρια και δη του πρώτου βαθμού, η οποία δρομολογήθηκε με τους νόμους 5119/2024 και 5172/2025. Η παρέμβαση αυτή πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να συνεχιστεί με τη σταδιακή μεταφορά και άλλων κατηγοριών υποθέσεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας προς τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, εάν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τις προαναφερόμενες παθογένειες, με οριστικό δε τρόπο εφόσον αποφασίσουμε να απεγκλωβιστούμε από τα πρότυπα του Συντ./1975, κάτι που δεν φαίνεται να τίθεται σε συζήτηση στην επικείμενη διαδικασία αναθεώρησης. 

Η μεταφορά αυτή θα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής αποκέντρωσης της Διοικητικής Δικαιοσύνης, τόσο σε επίπεδο ανακαθορισμού εδρών και περιφερειών των δικαστηρίων, όσο και με υιοθέτηση νέων κριτηρίων για την κατά τόπο αρμοδιότητά τους, με βάση την κατοικία, την έδρα της επιχείρησης ή τον τόπο υπηρεσίας για έναν υπάλληλο, αποκέντρωση που καθίσταται ευχερέστερη όσο προωθείται η αποϋλοποίηση των διαδικασιών.

  1. Αξιοποίηση των νέων τεχνολογικών εργαλείων.

Είναι προφανές ότι, μετά την υλοποίηση όσων προβλέπονται στον ν. 5028/2023, την πορεία του οποίου παρακολουθεί Επιτροπή υπό την Επίτροπο της Γενικής Επιτροπείας, ένα νέο σχήμα οργάνωσης της Διοικητικής Δικαιοσύνης θα πρέπει να δρομολογηθεί το συντομότερο δυνατόν, με ένα χρονοδιάγραμμα ομαλής μετάβασης, επιδιώκοντας τη δικαιότερη χρέωση των δικαστών, τον περιορισμό των συχνών μετακινήσεών τους που προκαλούν δυσλειτουργία στα δικαστήρια, τη διευκόλυνση της ασκούμενης εποπτείας και της επιθεώρησης και την καλύτερη διαχείριση από τον διευθύνοντα της δικαιοδοτικής ύλης και του υπαλληλικού προσωπικού, στο πλαίσιο του Οδηγού Επιθεώρησης του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρακτικό 19/2023) και του Εγχειριδίου Δικαστικού Management που ετοιμάζει Ομάδα Εργασίας της Γενικής Επιτροπείας.

Τούτο καθίσταται πια εφικτό, όπως είχε προβλεφθεί στον Οδικό Χάρτη, ενόψει ολοκλήρωσης των δύο μεγάλων έργων που είχαν αναληφθεί για τη Διοικητική Δικαιοσύνη. Την εισαγωγή ενός δικτύου «δικαστικών γραφείων τηλεματικής» για τη διεξαγωγή τηλεματικών δικών, έργο που βρίσκεται στο στάδιο ολοκλήρωσης της πιλοτικής εφαρμογής στις μεταβατικές έδρες, καθώς και την ψηφιακή αναβάθμιση του Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης Δικαστικών Υποθέσεων Διοικητικής Δικαιοσύνης (Ο.Σ.Δ.Δ.Υ.-Δ.Δ.), το οποίο προβλέπεται να διαλειτουργεί με το έργο των υπηρεσιών τηλεδιάσκεψης και θα τεθεί σε παραγωγική λειτουργία από τον ερχόμενο Ιούνιο, στην πορεία της πλήρους αποϋλοποίησης της διοικητικής δίκης, με την ηλεκτρονική διακίνηση των εγγράφων και την ψηφιακή δικογραφία κατά τις προβλέψεις του ν. 4635/2019. Με αυτό, συμπληρώνεται ο ηλεκτρονικός κεντρικός και περιφερειακός εξοπλισμός των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, πρόσφατα μάλιστα εγκρίθηκε, μεταξύ άλλων, η χορήγηση 700 επιπλέον φορητών υπολογιστών στους δικαστές, αναβαθμίζεται το λογισμικό, ανασχεδιάζονται εφαρμογές του υφιστάμενου συστήματος, αξιοποιούνται πολλές νέες εφαρμογές και τεχνολογίες. Το έργο αυτό υποστηρίζεται ενεργά από τη Γενική Επιτροπεία με ειδικές Ομάδες Εργασίας, για τη σύνταξη πρότυπων εγγράφων, την επανεξέταση των τηρούμενων βιβλίων γραμματείας, τον έλεγχο των υπό υλοποίηση υποσυστημάτων κ.λπ.

  1. Όσον αφορά τη στέγαση των Διοικητικών Δικαστηρίων

Είναι προφανές ότι με τη χωροταξική αναδιάρθρωση της Διοικητικής Δικαιοσύνης θα πρέπει να εναρμονίζεται και η πολιτική στέγασης των Διοικητικών Δικαστηρίων. Στο ζήτημα αυτό, εάν εξαιρέσουμε ορισμένα Διοικητικά Δικαστήρια τα οποία φιλοξενούνται σε δημόσια κτήρια αντάξια της αποστολής τους, αρκετά στεγάζονται ακόμη σε διαμερίσματα / γραφεία πολυκατοικιών, στερούμενα ακροατηρίου και με μισθώσεις που έχουν λήξει για τα δέκα εξ αυτών. Επιδίωξη της Γενικής Επιτροπείας, είναι η μεταστέγαση των Διοικητικών Δικαστηρίων που λειτουργούν σε μισθωμένους από ιδιώτες χώρους, σε δημόσια κτήρια, ήδη δε έχουν συνταχθεί για τη μεταστέγαση ένδεκα Διοικητικών Δικαστηρίων, κτηριολογικά προγράμματα από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Το νέο δικαστικό μέγαρο, στο οποίο πρόκειται να μεταστεγαστούν τον Μάρτιο του 2027 τα Διοικητικά Δικαστήρια του Πειραιά (Εφετείο και Πρωτοδικείο), πρέπει να αποτελεί το πρότυπο για όλα τα δικαστήριά μας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.1 του άρθρου 22 του Κ.Ο.Δ.Κ.Δ.Λ. και στις κατευθυντήριες γραμμές για την οργάνωση και την πρόσβαση στα δικαστικά κτήρια του Συμβουλίου της Ευρώπης [CEPEJ(2014)15]. Άμεσο, ωστόσο, στεγαστικό πρόβλημα αντιμετωπίζει το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, καθώς και το Διοικητικό Πρωτοδικείο Ρόδου που τελεί υπό έξωση, για το οποίο αναμένουμε την τελική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης για τη μεταφορά του στο ανακαινισμένο κτήριο του παλαιού κτηματολογίου της πόλης, ενώ πρόσφατα υπεγράφη η σύμβαση για τη μεταφορά των Διοικητικών Δικαστηρίων της Πάτρας σε αξιοπρεπές κτήριο του ΟΤΕ και προωθείται η μεταστέγαση του Διοικητικού Εφετείου Τρίπολης και του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ναυπλίου. 

Αναφορικά με το κτηριακό συγκρότημα των Διοικητικών Δικαστηρίων Αθηνών, τα έργα που ξεκίνησαν το 2023 της αναβάθμισης του κτηρίου μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, έχουν ολοκληρωθεί το 2025, ενώ ήδη διασφαλίσαμε υψηλές ταχύτητες πρόσβασης στο διαδίκτυο και πολύ σύντομα για πρώτη φορά ασύρματη σύνδεση σε όλο το κτήριο, παραμένουν όμως εκκρεμή κρίσιμα ζητήματα ασφάλειας για τα οποία έχουμε προβεί σε σχετικές ενέργειες προς την εταιρεία «Κτιριακές Υποδομές – ΚΤ.ΥΠ. Α.Ε.». 

  1. Όσον αφορά τη στελέχωση της Γραμματείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, ένα χρόνιο πρόβλημα, κατά το έτος 2025, εισήλθαν σε αυτά 29 επιπλέον δικαστικοί υπάλληλοι, παραμένουν όμως 374 κενά εκ του συνόλου των 1.086 οργανικών θέσεων, με την αναλογία προς τους 987 υπηρετούντες διοικητικούς δικαστές να είναι πολύ μικρότερη του 1:1, γεγονός που οδηγεί ορισμένα περιφερειακά δικαστήρια σε αδυναμία εξυπηρέτησης ακόμη και των στοιχειωδών λειτουργιών τους, παρά τη μειωμένη δικαστηριακή ύλη. Ο προγραμματισμός για 32, 21, 46 και 23 θέσεις στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια από την πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη σειρά υπαλλήλων που εισήχθησαν με τη διαδικασία του ν.5001/2022 στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, συνιστά ασφαλώς ένα ιδιαίτερα θετικό βήμα, πλην δεν μπορεί να αντιμετωπίσει στο παρόν στάδιο το πρόβλημα, δεδομένου και ότι ο θεσμός της κινητικότητας δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Εξάλλου, η ταχεία πλήρωση των θέσεων των κλάδων Πληροφορικής, οι οποίες αυξήθηκαν με τις ανακατανομές του 2017 και 2021, από 19 σε 39, είναι εντελώς απαραίτητη ενόψει του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού της Διοικητικής Δικαιοσύνης που είναι σε εξέλιξη.

Σημαντική συμβολή στη λειτουργία των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων αποτελεί ο νέος αυτοτελής κλάδος ΠΕ Τεκμηρίωσης και Επικουρίας Δικαστικού Έργου. Πρόκειται για 42 μόλις υπαλλήλους για τη Διοικητική Δικαιοσύνη, οι οποίοι αξιοποιούνται σύμφωνα με το καθηκοντολόγιο που συντάξαμε σε συνεργασία με τους διευθύνοντες τα έξι δικαστήρια στα οποία τοποθετήθηκαν. Με έγγραφο που στείλαμε αρχές Οκτωβρίου του 2025 στον Υπουργό Δικαιοσύνης, ζητήσαμε γενναία αύξηση των υπαλλήλων του κλάδου αυτού για όλα τα δικαστήριά μας προκειμένου να στηρίξουν ενεργά και τις προτεινόμενες από τη Γενική Επιτροπεία δικονομικές αλλαγές. Στην ίδια κατεύθυνση, μεριμνήσαμε ώστε να έχουν όλοι οι υπάλληλοι του εν λόγω κλάδου, αλλά και κάθε προϊστάμενος διεύθυνσης γραμματείας, πρόσβαση στη «ΝΟΜΟΣ» και οργανώνουμε σε πρώτη φάση τη βιβλιοθήκη των Διοικητικών Δικαστηρίων Αθηνών με τις πλέον πρόσφατες εκδόσεις βιβλίων και ηλεκτρονικές συνδρομές. Καθήκοντα εκτελούν στα δικαστήρια των Αθηνών και στα Διοικητικά Εφετεία Θεσσαλονίκης και Πειραιά και 9 εν όλω υπάλληλοι του αστυνομικού τομέα της δικαστικής αστυνομίας που υπηρετούν στην περιφερειακή υπηρεσία της Γενικής Επιτροπείας από τις 26 θέσεις που της έχουν διατεθεί. 

  1. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης στην απονομή της Διοικητικής Δικαιοσύνης, η οποία θίγει μία βασική συνιστώσα της δίκαιης δίκης, ταυτόχρονα δε, θεμελιώδεις αρχές της έννομης τάξης μας, έχει έναν σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο και, βεβαίως, κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος και μας εκθέτει διεθνώς. 

Οι εκκρεμείς υποθέσεις στα 9 Διοικητικά Εφετεία και τα 30 Διοικητικά Πρωτοδικεία της Χώρας ανέρχονταν στις 31-12-2025 σε 102.185, έναντι 196.000 το 2018, 357.000 το 2014 και 463.000 περίπου το 2010. Η σταθερή μείωση του όγκου των εκκρεμών υποθέσεων, με αντίστοιχη μείωση στον μέσο χρόνο προσδιορισμού αρχικής δικασίμου λόγω περιορισμού του αριθμού των απροσδιόριστων υποθέσεων (στην Καλαμάτα, τη Λαμία και την Πάτρα των 6, 9 και 20 υπηρετούντων δικαστών αντίστοιχα, παραμένουν απροσδιόριστες στις 31-12-2025 μόλις 155, 174 και 173 υποθέσεις), οφείλεται, όπως αναφέρθηκε, κατά κύριο λόγο, στη δραστική μείωση των εισερχόμενων υποθέσεων, η οποία διατηρείται σταθερά σε ποσοστό 50% σε σχέση με την εισαγωγή πριν το 2010, σε συνδυασμό βεβαίως με τη σημαντική αύξηση κατά 30% του αριθμού των δικαστών. Το 2008 είχαμε 138.137 εισερχόμενες υποθέσεις, ενώ τα έτη 2020 έως και 2025 η εισροή περιορίζεται σε 65 έως 74 χιλιάδες περίπου υποθέσεις. 

Παρ’όλα αυτά, 34.277 υποθέσεις παραμένουν εκκρεμείς, σε έναν βαθμό δικαιοδοσίας, πέραν της διετίας από τον χρόνο κατάθεσής τους. Αυτό φανερώνει ότι οι βασικές αιτίες καθυστέρησης σήμερα είναι κυρίως ενδογενείς, αφορούν δηλ. τις εκροές του συστήματος. Οποιαδήποτε δε αναφορά στον εκτιμώμενο μέσο χρόνο περάτωσης των υποθέσεων, προκειμένου να πείσουμε ότι ακολουθούμε τους ευρωπαϊκούς μέσους χρόνους, είναι απολύτως ατυχής, καθώς ο στατιστικός αυτός δείκτης αποδίδει απλώς τη δυναμική του κάθε δικαστηρίου και αφίσταται προδήλως από τον πραγματικό χρόνο έκδοσης απόφασης. Άλλωστε, το 2025 αυξήθηκε σε 511 ημέρες για τα Διοικητικά Εφετεία και 502 ημέρες για τα Διοικητικά Πρωτοδικεία, σε ορισμένα δε δικαστήρια είναι ιδιαίτερα υψηλός (στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Μεσολογγίου αγγίζει τις 942,92 ημέρες, των Ιωαννίνων 888,50, του Αγρινίου 773,96, της Βέροιας 729,11, της Σύρου 645,62), με τις πλέον δύσκολες υποθέσεις να καθυστερούν περισσότερο από τον εκτιμώμενο μέσο χρόνο περάτωσης. 

Το ποσοστό, πράγματι, της ετήσιας εκκαθάρισης, ιδίως στα Διοικητικά Πρωτοδικεία, από 183 που ήταν το 2015, δηλ. επί 100 εισερχόμενων, εξέρχονταν 183 υποθέσεις, 163 το 2017 και το 2018, περιορίζεται σταδιακά σε 120 το 2023 και σε 91,54 το 2025 (και έως 75 σε Αγρίνιο, Πειραιά και Σύρο), με περαιωθείσες υποθέσεις κατά το έτος 2025, στο σύνολο των Διοικητικών Δικαστηρίων, 73.874, αντί των 84.898 το 2022 και των 120.419 το 2018. Εξ αυτών, 18.591 είναι τύποις απορριπτικές και αναβλητικές-προδικαστικές, 3.998 παραπεμπτικές λόγω αναρμοδιότητας και 4.040 καταργήσεις, εντός δε του 2025, 28.583 προσδιορισμένες προς συζήτηση υποθέσεις αναβλήθηκαν τουλάχιστον μία φορά επί έδρας. Ο μέσος όρος περαιωθεισών υποθέσεων ανά Εφέτη Δ.Δ. είναι 76, αντί των 65 το 2024, 64 το 2023 και 69 το 2022, ενώ ανά Πρωτοδίκη Δ.Δ., 105 υποθέσεις, αντί των 114 το 2024, 131 το 2023 και 146 το 2022, σε αρκετά δε Πρωτοδικεία ο αριθμός των περαιωθεισών ανά δικαστή υποθέσεων κινείται από 62 έως 85.

Από τα ανωτέρω εξάγονται με σαφήνεια τα ακόλουθα συμπεράσματα: 

Πρώτον, ότι ο στόχος για εξάλειψη της υφιστάμενης εκκρεμότητας των παλαιών υποθέσεων δεν πρόκειται να επιτευχθεί, καθώς προϋποθέτει ποσοστό εκκαθάρισης άνω του 100 με προτεραιότητα τις παλαιότερες υποθέσεις, προκειμένου, σε επόμενο στάδιο, να εκδικάζουμε τις περιορισμένες πια σε αριθμό νεοεισερχόμενες υποθέσεις σε σύντομο χρόνο, ταυτόχρονα δε να απεμπλακούμε από τη λογική διεκπεραίωσης και αναζήτησης εύκολων λύσεων που επικράτησε ιδίως κατά την τελευταία δωδεκαετία. Αντίθετα, βλέπουμε σε αρκετά Πρωτοδικεία ο αριθμός των εκκρεμών υποθέσεων να αυξάνεται.

Δεύτερον, ότι το στάδιο στο οποίο εκδηλώνεται σήμερα, για διάφορους λόγους, η μεγαλύτερη καθυστέρηση, είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω στατιστικά στοιχεία, το στάδιο από τον προσδιορισμό της αρχικής δικασίμου έως τη συζήτηση της υπόθεσης, με την πολλαπλή ανακύκληση των υποθέσεων, γεγονός που παρατείνει αδικαιολόγητα την εκκρεμότητα και δη και επί υποθέσεων που ανάγονται σε καταθέσεις προ πολλών ετών. 

Προκειμένου να συρρικνωθεί δραστικά το φαινόμενο των καθυστερήσεων στο στάδιο αυτό, των πολλαπλών αναβολών και της απίστευτης ταλαιπωρίας των διαδίκων, είναι αναγκαία η εισαγωγή ενός εμπροσθοβαρούς δικονομικού συστήματος, με την αποσύνδεση της υποχρέωσης της Διοίκησης για προσκόμιση του διοικητικού φακέλου ενόψει ορισμού δικασίμου με κλήση των διαδίκων και την ενεργοποίηση του δικαστή στο στάδιο της προδικασίας, μεταφέροντας απλώς, σε αυτό το στάδιο, διαδικαστικές ενέργειες που γίνονται ενόψει ή και μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς απαραίτητα να υιοθετείται το εμπροσθοβαρές σύστημα της ακυρωτικής δίκης του ν. 5119/2024, με τον πολύ πιο ενεργό ρόλο του εισηγητή δικαστή.

Η ενεργοποίηση αυτή, η οποία ήδη προβλέπεται από το 2016 στον υφιστάμενο Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (άρθρο 128Α), πλην δεν εφαρμόζεται με το επιχείρημα ότι ο διοικητικός φάκελος προσκομίζεται λίγο πριν τη δικάσιμο, θα περιορίσει τις αχρείαστες καθυστερήσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται όχι μόνον για τα συμφέροντα του διαδίκου, αλλά και για πιθανές ανατροπές κατά τη διαδικασία διεξαγωγής της δίκης, καθώς και το άσκοπο και δαπανηρό πήγαινε – έλα των διαδίκων, θα συμβάλλει στον άμεσο έλεγχο του διακυβεύματος της υπόθεσης, μέγεθος κρίσιμο για τον πολίτη, στην επικοινωνία και ενημέρωσή του για την κάλυψη τυπικών ελλείψεων, ώστε να μην αναγκάζεται να επαναφέρει την υπόθεση με νέα έξοδα, στην έγκαιρη συμπλήρωση των στοιχείων του φακέλου, στην επίκαιρη εφαρμογή του θεσμού της πρότυπης δίκης με πρωτοβουλία του δικαστηρίου και όχι μετά από δύο έως τέσσερα χρόνια από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου, στην αξιοποίηση των εν συμβουλίω διαδικασιών που τελούν σχεδόν σε αδράνεια, ώστε να μην παραπέμπονται μετά από πολλά χρόνια αναρμοδίως εισαχθείσες υποθέσεις, οδηγώντας συχνά στην εγκατάλειψή τους εκ μέρους του πολίτη και σε πολλά άλλα, τα οποία θα αναπτυχθούν διεξοδικότερα, με σχετική τεκμηρίωση, στην ετήσια έκθεσή μας προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Στην κατεύθυνση αυτή, Ομάδα Εργασίας της Γενικής Επιτροπείας, στην οποία μετείχαν εξαίρετα στελέχη της διοικητικής δικαιοσύνης από διάφορα διοικητικά δικαστήρια, συνέταξε, όπως είναι γνωστό, μετά από δύο έτη επεξεργασίας, σχέδιο Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, με το οποίο προσαρμόζεται το δικονομικό πλαίσιο στα πλέον σύγχρονα πρότυπα δικαστικής προστασίας, με ιδιαίτερη μέριμνα για την ποιότητα και αποτελεσματικότητα της παρεχόμενης προστασίας, όπως αναλυτικά αναπτύσσεται στο εισαγωγικό μας σημείωμα που το συνοδεύει. Με το σχέδιο αυτό απλοποιείται και ενοποιείται το δικονομικό μας σύστημα, παρέχοντας τη δυνατότητα εκδίκασης όλων των διαφορών των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων υπό ενιαίο πια δικονομικό καθεστώς. 

Είναι χρέος όλων μας, όταν υπάρχουν έκδηλες παθογένειες που γνωρίζουμε ότι ταλαιπωρούν τους πολίτες, να μην ακολουθούμε την τακτική της αδράνειας και της συγκάλυψης των δικών μας ευθυνών, διαιωνίζοντας καταστάσεις που θίγουν το κύρος της δικαιοσύνης, σε μία εποχή κατά την οποία βλέπουμε την κοινωνία να απομακρύνεται και να αναπτύσσεται ένας όλο και πιο επιθετικός καταγγελτικός λόγος, αλλά να παρεμβαίνουμε, με κατάλληλες πρωτοβουλίες, επιζητώντας εποικοδομητικές προτάσεις από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Και αυτό εμείς το κάναμε πράξη. Η επικοινωνία του πολίτη με τον δικαστή, ο σεβασμός και η ενδελεχής και υπεύθυνη ενημέρωσή του με στόχο την επί της ουσίας και το συντομότερο δυνατό διερεύνηση της υπόθεσής του, αποτελούν αναγκαίες συνθήκες για την ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης του στη δικαιοσύνη και στο κράτος δικαίου και δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται ως «υπαλληλοποίηση» του δικαστή και ενασχόλησή του «με αλλότρια καθήκοντα».

Σας ευχαριστώ και εύχομαι επιτυχία στις εργασίες της σημερινής Γενικής Συνέλευσης της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών.

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr