Παρασκευή 06 Φεβρουαρίου 2026

Πρόταση απαλλαγής για τις κατηγορίες βιασμού σε βάρος ηθοποιού – Εισαγγελέας: «Κενά και αντιφάσεις» στις καταγγελίες

Η εισαγγελέας υπογράμμισε ότι, όταν απουσιάζουν άμεσα αποδεικτικά μέσα, το δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει έμμεσους δείκτες αξιοπιστίας

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Πρόταση απαλλαγής για τις κατηγορίες βιασμού σε βάρος ηθοποιού – Εισαγγελέας: «Κενά και αντιφάσεις» στις καταγγελίες (ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΛΙΑΡΑΣ / EUROKINISSI)

Να απαλλαγεί λόγω αμφιβολιών ο 43χρονος ηθοποιός και δάσκαλος υποκριτικής από τις κατηγορίες του βιασμού και της απόπειρας βιασμού κατ’ εξακολούθηση σε βάρος δύο γυναικών, τον Δεκέμβριο του 2012 και τον Αύγουστο του 2013, ζήτησε η εισαγγελέας έδρας του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου. Η υπόθεση έφθασε στη Δικαιοσύνη στο πλαίσιο του ελληνικού meToo, όταν ο κατηγορούμενος καταγγέλθηκε από γυναίκες για σεξουαλική βία.

Η αγόρευση πραγματοποιήθηκε σε μια κατάμεστη δικαστική αίθουσα, παρουσία προσώπων από τον χώρο του πολιτισμού και του θεάτρου. Ανάμεσα στο ακροατήριο βρέθηκε και γνωστός σκηνοθέτης, γεγονός που συνδέεται με το ότι μία εκ των καταγγελλουσών είναι συγγενικό πρόσωπο ηθοποιού με την οποία έχει συνεργαστεί στο παρελθόν.

Απαλλακτική πρόταση για ηθοποιό: Το σκεπτικό της εισαγγελέως

Αναπτύσσοντας το σκεπτικό της, η εισαγγελέας ξεκίνησε με γενικές παρατηρήσεις για τη φύση των εγκλημάτων σεξουαλικής βίας, επισημαίνοντας ότι πρόκειται συνήθως για πράξεις που τελούνται χωρίς μάρτυρες, σε συνθήκες απομόνωσης, και συχνά χωρίς τη δυνατότητα ύπαρξης αντικειμενικών αποδεικτικών στοιχείων, όπως ιατροδικαστικά ευρήματα. Υπό αυτό το πρίσμα, χαρακτήρισε κατανοητό το ερώτημα που συχνά τίθεται στη δημόσια σφαίρα σχετικά με την καθυστέρηση στην υποβολή καταγγελιών.

Αναφερόμενη στον ρόλο του κινήματος #MeToo, τόνισε ότι πρόκειται για μια συλλογική διαδικασία που ενθαρρύνει τα θύματα να μιλήσουν και, ως τέτοια, οφείλει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Παράλληλα, έθεσε ένα κρίσιμο, κατά την άποψή της, ερώτημα: πότε και με ποιον τρόπο ένα άτομο αντιλαμβάνεται ότι έχει υποστεί βιασμό. Όπως σημείωσε, στη δημόσια συνείδηση το έγκλημα ταυτίζεται συχνά αποκλειστικά με τη διείσδυση, ενώ στην πραγματικότητα ο νόμος αναγνωρίζει ευρύτερο φάσμα πράξεων και συμπεριφορών.

Η εισαγγελέας υπογράμμισε ότι, όταν απουσιάζουν άμεσα αποδεικτικά μέσα, το δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει έμμεσους δείκτες αξιοπιστίας. Ένας από αυτούς, σύμφωνα με την εισαγγελική κρίση, είναι η μεταγενέστερη στάση των καταγγελλουσών και συγκεκριμένα η ύπαρξη επαφών ή συναντήσεων με τον φερόμενο ως δράστη μετά τον χρόνο τέλεσης των καταγγελλόμενων πράξεων.

Στρέφοντας την ανάλυσή της στην πρώτη καταγγέλλουσα, η εισαγγελέας έκανε εκτενή αναφορά στο ψυχολογικό της προφίλ, όπως αυτό προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία. Περιέγραψε ένα άτομο με έντονη ψυχική ευαλωτότητα και μακροχρόνια προβλήματα ψυχικής υγείας, τα οποία, όπως ανέφερε, προϋπήρχαν της γνωριμίας της με τον κατηγορούμενο. Επισήμανε ότι η γυναίκα είχε απευθυνθεί κατά καιρούς σε ειδικούς ψυχικής υγείας και ότι, κατά τη χειμερινή περίοδο 2021–2022, προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας, από την οποία αποτράπηκε χάρη στην παρέμβαση της αδελφής της.

Κατά την εισαγγελική εκτίμηση, από τις μαρτυρικές καταθέσεις δεν προέκυψε σαφής αιτιώδης σύνδεση ανάμεσα στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και την απόπειρα αυτοκτονίας. Αντιθέτως, η εισαγγελέας χαρακτήρισε το περιστατικό ως κρίση ενταγμένη στο συνολικό ψυχικό ιστορικό της κοπέλας, επισημαίνοντας μάλιστα ότι, όπως κατέθεσε και η μητέρα της, τα προβλήματα αυτά είχαν για χρόνια αποσιωπηθεί.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις καταθέσεις της πρώτης καταγγέλλουσας, στις οποίες, σύμφωνα με την εισαγγελική άποψη, εντοπίζονται αντιφάσεις, ασάφειες και χρονικές ανακολουθίες, ακόμη και σε βασικά στοιχεία, όπως οι ημερομηνίες των φερόμενων περιστατικών. Η εισαγγελέας διερωτήθηκε, επίσης, γιατί δεν διατηρήθηκε –όπως ανέφερε– το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που υποστηρίχθηκε ότι υπήρχε, δηλαδή μια τηλεφωνική ομολογία του κατηγορουμένου, επισημαίνοντας ότι οι γονείς της καταγγέλλουσας έχουν νομική κατάρτιση.

Κατά την καταληκτική της κρίση για την πρώτη υπόθεση, η εισαγγελέας υποστήριξε ότι οι αδυναμίες αυτές κλονίζουν σοβαρά τις ενδείξεις που οδήγησαν στην παραπομπή και ότι οι ενδείξεις δεν μετουσιώθηκαν ποτέ σε αποδείξεις επαρκείς για την επιβολή ποινής.

Αναφορικά με τη δεύτερη καταγγέλλουσα, η οποία κατήγγειλε τον κατηγορούμενο για βιασμό, η εισαγγελέας στάθηκε κυρίως στη μεταγενέστερη επικοινωνία της με τον ίδιο. Όπως ανέφερε, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι του έστελνε για μεγάλο χρονικό διάστημα μηνύματα με ιδιαίτερα φιλικό και εγκάρδιο περιεχόμενο, γεγονός που, κατά την εισαγγελική αξιολόγηση, δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την εκδοχή των γεγονότων που παρουσίασε.

Η απολογία του ηθοποιού

Σε προηγούμενη δικάσιμο, ο 43χρονος κατηγορούμενος είχε απολογηθεί αρνούμενος κατηγορηματικά όλες τις κατηγορίες. Υποστήριξε ότι οι καταγγελίες εντάσσονται σε μια προσπάθεια εκμετάλλευσης της δημοσιότητας που προσέφερε το κίνημα #MeToo και εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στις γυναίκες που τον κατηγόρησαν. Για τη μία έκανε λόγο για σοβαρά ψυχικά προβλήματα, ενώ για τη συγγενή της χρησιμοποίησε ιδιαίτερα αιχμηρούς χαρακτηρισμούς. Όσον αφορά τη δεύτερη καταγγέλλουσα, ισχυρίστηκε ότι επιθυμούσε αποκλειστική ερωτική σχέση μαζί του και ότι προχώρησε στην καταγγελία από εκδικητικότητα, όταν εκείνος την απέρριψε.

Ο κατηγορούμενος αναρωτήθηκε, τέλος, γιατί η γυναίκα που τον κατήγγειλε για βιασμό συνέχισε, όπως είπε, να παρακολουθεί μαθήματα υποκριτικής κοντά του, υποστηρίζοντας ότι η μεταξύ τους σχέση ήταν συναινετική. Κλείνοντας την απολογία του, μίλησε για την προσωπική και επαγγελματική καταστροφή που, κατά τους ισχυρισμούς του, υπέστη εξαιτίας της υπόθεσης, καθώς και για τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπισαν οι γονείς του στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ