Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

N/σ για την προστασία των έργων τέχνης: «Στόχος η εισαγωγή νέου ποινικού αδικήματος» – Οι τοποθετήσεις των κομμάτων

Νέες ποινικές διατάξεις και σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων με αποκλειστικό και μόνο έργο την διαπίστωση της γνησιότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων

NEWSROOM icon
NEWSROOM
N/σ για την προστασία των έργων τέχνης: «Στόχος η εισαγωγή νέου ποινικού αδικήματος» – Οι τοποθετήσεις των κομμάτων (ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI)

«Δημιουργούμε ένα καινούριο, καινοτόμο θεσμικό πλαίσιο για την προστασία της Τέχνης και των συλλεκτικών αντικειμένων από την πλαστογραφία, την απάτη και τις δολιοφθορές» ανέφερε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη κατά την έναρξη της επεξεργασίας του σχεδίου νόμου για την «Προστασία έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Καταπολέμηση της κατασκευής και διακίνησης πλαστών έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων και της φθοράς έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων – Ποινικές διατάξεις – Σύσταση Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων – Λοιπές διατάξεις Υπουργείου Πολιτισμού» στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων.

Η υπουργός, μιλώντας επί της Αρχής του νομοσχεδίου, ανέφερε ότι η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία εντάσσεται στον γενικότερο σχεδιασμό του υπουργείου για τη θεσμική θωράκιση της πολιτιστικής κληρονομιάς και της σύγχρονης καλλιτεχνικής λειτουργίας. Η εκτελεστική εξουσία, σημείωσε η κ. Μενδώνη «οφείλει όταν βλέπει να διογκώνονται θέματα που μπορούν να αντιμετωπιστούν, να τα αντιμετωπίζει».

Βασικός στόχος του νομοσχεδίου, είπε η υπουργός, είναι η δημιουργία «ενός καινούριου, καινοτόμου θεσμικού πλαισίου στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται πρωτίστως η προστασία της Τέχνης, αλλά και όσων εμπλέκονται με αυτήν (καλλιτέχνες, φορείς, συλλέκτες κ.λπ.)». Επισήμανε, πως παρά τη συνταγματική κατοχύρωση της Τέχνης και της καλλιτεχνικής έκφρασης έως σήμερα, δεν υφίσταται στην ελληνική έννομη τάξη νομοθετικό κείμενο που να αφορά ειδικώς την προστασία της Τέχνης και τις παραβατικές συμπεριφορές γύρω από αυτήν, όπως είναι η πλαστογραφία και η απάτη έργου Τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, σε αντίθεση με την πολιτιστική κληρονομία που προστατεύεται σχεδόν εκ της συστάσεως του νεοελληνικού κράτους.

Η υπουργός υπογράμμισε πως ένα στοιχείο που εισάγεται στο νομοσχέδιο είναι η κάλυψη του κενού που υπήρχε στην επιβολή ποινής σε παραβατικές δραστηριότητες στον χώρο της Τέχνης, «καθώς μέχρι σήμερα αυτές αντιμετωπίζονται με γενικές διατάξεις περί πλαστογραφίας και απάτης του Ποινικού Κώδικα, ρυθμίσεις όμως που δεν καλύπτουν την ποικιλομορφία και τις ιδιαιτερότητες των καλλιτεχνικών πλαστογραφιών και αφετέρου προβλέπουν την επιβολή ποινής μόνο εφόσον υπάρξει συναλλαγή».

Τα τελευταία χρόνια, παρατήρησε η κ. Μενδώνη, η παραβατικότητα στον χώρο της Τέχνης έχει ενταθεί λόγω διαφόρων παραγόντων. Θύματα της απάτης και της πλαστογραφίας είναι ο ίδιος ο καλλιτέχνης ή οι δικαιούχοι του, ο αγοραστής, ο ιδιώτης, ο δημόσιος φορέας, ο επαγγελματίας της Τέχνης, αλλά και το ίδιο το έργο και γενικά το σύνολο της αγοράς Τέχνης. Η εμπειρία έχει καταδείξει ότι για ορισμένους για παράδειγμα εμπορικούς ζωγράφους τα πλαστά έργα που κυκλοφορούν είναι ενδεχομένως περισσότερα από τα γνήσια, ενώ η παράνομη εμπορία πολιτιστικών αγαθών έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον παγκόσμιων εγκληματικών οργανώσεων. Η αποτελεσματικότητα καταστολής αυτών των αδικημάτων, τόνισε η υπουργός «αποτελεί μια πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπίσουμε» όπως και οι «ανησυχητικές διαστάσεις των φαινομένων της φθοράς και του βανδαλισμού των έργων Τέχνης, που θίγουν τα δικαιώματα της ελευθερίας της Τέχνης και συνακόλουθα της έκφρασης» θυμίζοντας τον πρόσφατο βανδαλισμό στην Εθνική Πινακοθήκη χαρακτηρίζοντάς τον «μαύρη κηλίδα στην Ιστορία των Τεχνών στην Ελλάδα».

Στο πλαίσιο αυτό της πάταξης της πλαστογραφίας και της απάτης έργων Τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, ανέφερε η κ. Μενδώνη «με το νομοσχέδιο στοχεύουμε στην εισαγωγή ενός νέου Ποινικού αδικήματος». Πρόκειται «για μια κρίσιμη πολιτική επιλογή για την προστασία των θυμάτων και της αγοράς αλλά και για την διαφύλαξη της ακεραιότητας της ίδιας της Τέχνης» και πρόσθεσε πως αυτή «κινείται σε ορισμένους βασικούς πυλώνες που αποτελούν καινοτομία στη θεσμική προστασία της Τέχνης καθιστώντας την Ελλάδα μια από τις πρώτες χώρες διεθνώς που αναλαμβάνει σχετική νομοθετική πρωτοβουλία» Οι διατάξεις αυτές, επισήμανε, «είναι διατυπωμένες έτσι ώστε να καταλαμβάνουν την προστασία όλων των μέσων της Τέχνης συμπεριλαμβανομένου τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης που είναι πιθανόν να εμφανιστούν στο μέλλον» ακόμη και «τις πιο σύγχρονες ηλεκτρονικές καλλιτεχνικές πλαστογραφήσεις που παρά τις πιστοποιήσει NFD εντούτοις πλαστογραφούνται». Οι ποινικές αυτές διατάξεις διαμορφώθηκαν μετά από πολύμηνη συνεργασία με το Υπουργείο Δικαιοσύνης και «καλύπτουν όλα τα στάδια παραγωγής και διακίνησης και το αδίκημα πλέον δεν εξαρτάται από την ταυτοποίηση μιας συναλλαγής αλλά καθιστά το ίδιο το έργο Τέχνης ή το συλλεκτικό αντικείμενο στο επίκεντρο του συστήματος προστασίας και γίνεται το έδαφος για την ποινικοποίηση της πλαστογραφίας ή της απάτης, άρα δεν εξομοιώνεται με εμπόρευμα».

Για την πρόβλεψη σύστασης του Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων με αποκλειστικό και μόνο έργο την διαπίστωση της γνησιότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, η υπουργός είπε ότι «θα στελεχώνεται από Ιστορικούς Τέχνης και Συντηρητές οι οποίοι θα εξετάζονται και θα υφίστανται ειδική εκπαίδευση από Επιτροπή που θα ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ενώ προβλέπεται και η θέσπιση Κώδικα Δεοντολογίας με υποχρεώσεις και συνέπειες» και σημείωσε ότι σήμερα μόνο η Εθνική Πινακοθήκη σχεδόν καθημερινά κατακλύζεται από εκατοντάδες έργα που είναι προϊόντα πλαστογραφίας.

Για τις διατάξεις του νομοσχεδίου που αφορούν την σύσταση του Αυτοτελούς Τμήματος Έργων Τέχνης στο Υπουργείο Πολιτισμού, ανέφερε ότι «βεβαία και μπορεί να παρεμβαίνει και συμπληρώνει τον Οργανισμό ως Αυτοτελές Τμήμα και ακολουθείται, όπως για όλους του Οργανισμούς η ίδια διαδικασία της έκδοσης Προεδρικών Διαταγμάτων, που υπάρχει ήδη και θα συμπληρωθεί»

Σχετικά με το άρθρο του Β’ Κεφαλαίου του νομοσχεδίου που αφορά τους ιστορικούς κινηματογράφους, η υπουργός διευκρίνισε πως το Υπουργείο Πολιτισμού μπορεί να χαρακτηρίζει ως μνημείο το κτήριο εντός του οποίου στεγάζεται και λειτουργεί ένας κινηματογράφος. Η καταλληλότητα της χρήσης ενός κτηρίου για κινηματογράφο ήταν και εξακολουθεί να παραμένει αρμοδιότητας του υπουργείου Περιβάλλοντος.

Η κ. Μενδώνη, απαντώντας στην κριτική της αντιπολίτευσης για το άρθρο 16 του νομοσχεδίου που έρχεται να τροποποιήσει το πεδίο εφαρμογής του Ν. 5062/2023 για τη διαδικασία επιλογής οργάνων διοίκησης των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που εποπτεύονται από το Υπουργείο Πολιτισμού, είπε πως «δεν είναι κακό να δοκιμάζεις μια νομοθετική ρύθμιση και, όταν διαπιστώσεις ότι αυτή παρουσιάζει προβλήματα στην εφαρμογή της, να έχεις το θάρρος να την διορθώσεις». Εμείς, πρόσθεσε «δεν έχουμε ιδεοληψίες. Από τη στιγμή που η γενική ρύθμιση σε ορισμένους πολιτιστικούς οργανισμούς, που έχουν ιδιαιτερότητες, δεν λειτούργησε όπως αναμέναμε, ερχόμαστε και καθιερώνουμε έναν άλλο τρόπο» και αποσαφήνισε ότι «δεν διορίζει διοικήσεις -όπως ειπώθηκε από βουλευτές της αντιπολίτευσης- ο υπουργός αλλά δημιουργεί μια άλλη Επιτροπή με πρόσωπα που μετείχαν στην Επιτροπή της προηγούμενης διάταξης».

Οι θέσεις των κομμάτων

Η εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ- ΚΙΝΑΛ Νάγια Γρηγοράκου ανέφερε πως το νομοσχέδιο έχει πολλές διατάξεις δευτερογενούς νομοθεσίας καθώς το 40% των ρυθμίσεων παραπέμπει σε έκδοση μεταγενεστέρως σε Υπουργικές Αποφάσεις, Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις και σε Προεδρικά Διατάγματα. Η αντιμετώπιση της παραβατικότητας στην αγορά της Τέχνης, είπε η βουλευτής, είναι αναμφισβήτητο ότι χρειάζεται παρέμβαση, αλλά το θέμα είναι τι είδους παρέμβαση χρειάζεται και με ποια φιλοσοφία. Το νομοσχέδιο, υποστήριξε η κ. Γρηγοράκου δίνει βάρος στην καταστολή μέσω της διεύρυνσης του ποινικού οπλοστασίου και όχι στην πρόληψη. Η έννοια της γνησιότητας, σημείωσε η βουλευτής, «αντιμετωπίζεται μονοδιάστατα, ως τεχνικό ζήτημα πραγματογνωμοσύνης, ενώ διεθνώς αποτελεί σύνθετη διεπιστημονική διαδικασία, που περιλαμβάνει ιστορική έρευνα, τεκμηρίωση προέλευσης, ανάλυση της αγοράς και νομική αξιολόγηση» και παρατήρησε πως «η απουσία ρητής αναγνώρισης κρίσιμων ειδικοτήτων, όπως η έρευνα προέλευσης, υπονομεύει τον ίδιο το στόχο που διακηρύσσει το νομοσχέδιο, την αντιμετώπιση δηλαδή προβλημάτων πριν αυτά παγιωθούν και φτάσουν στις δικαστικές αίθουσες».

Θα μπορούσε, είπε η βουλευτής, να εισαχθεί ένα τυποποιημένο και υποχρεωτικό Πρωτόκολλο new diligence -δέουσας επιμέλειας- για εμπόρους, gallery, οίκους δημοπρασιών για τον έλεγχο των έργων τέχνης πριν από την πώληση, την εξαγωγή ή την έκθεση ενός έργου. Αναρωτήθηκε γιατί θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα νέο Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων -όταν ήδη στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υπάρχει το Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών- ή δεν ενσωματώνεται σε αυτό. Σχετικά με τις διατάξεις του νομοσχεδίου κατά της φθοράς έργων τέχνης σε δημόσιους ή μουσειακούς χώρους ζήτησε διευκρινίσεις.

Η ειδική αγορήτρια του ΣΥΡΙΖΑ Καλλιόπη Βέττα ανέφερε πως έχουμε ένα νομοσχέδιο 18 άρθρων εκ των οποίων τα 8 αμιγώς θεσπίζουν ποινικές διατάξεις και μία ακόμη τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα. Τα υπόλοιπα άρθρα απαιτούν και παραπέμπουν σε σωρεία κανονιστικών πράξεων και εξουσιοδοτικών διατάξεων. Εξαγγέλλεται η σύσταση ενός Αυτοτελούς Τμήματος έργων τέχνης του Υπουργείου, χωρίς να καθορίζεται ούτε η στελέχωση του τμήματος ούτε οι αρμοδιότητές του, ούτε η επιχειρησιακή λειτουργία και συμβολή του ή σύνδεσή του με την αγορά της τέχνης. Όλα αυτά, είπε η κ. Βέττα, «καταδεικνύουν όχι μόνο την ανωριμότητα του νομοσχεδίου, αλλά και τον εμπαιγμό της Βουλής που καλείται να νομιμοποιήσει μια δήλωση προθέσεων και ένα νομοσχέδιο περισσότερο επικοινωνιακού και διακηρυκτικού χαρακτήρα καθώς όλα τα κρίσιμα ζητήματα παραπέμπονται να ρυθμιστούν αργότερα μέσα σε κλειστά υπουργικά γραφεία, κατά το δοκούν, χωρίς καμία δημοκρατική νομιμοποίηση και έλεγχο της Βουλής».

Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ καταλόγισε στην υπουργό ότι «δεν επιζητά μια εποικοδομητική συζήτηση ή διαβούλευση για την προστασία της τέχνης, αλλά μια λευκή επιταγή». Μεταξύ άλλων, εκτίμησε πως οι νέες ποινικές διατάξεις που εισάγονται μπορεί να δημιουργήσουν παραθυράκι ή να ρίξει στα μαλακά διάφορες κακουργηματικές περιπτώσεις απάτης, πλαστογραφίας, αποδοχής και διάθεσης προϊόντων εγκλήματος, σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, αλλά και φθοράς πολιτιστικών αγαθών.

Για το Μητρώο Πραγματογνωμόνων είπε ότι η δημιουργία του είναι αποσπασματική. Δεν θεσπίζονται διαδικασίες, μέτρα πρόληψης της απάτης, ούτε μηχανισμοί ελέγχου της αγοράς τέχνης, ούτε υποχρέωση υιοθέτησης προτύπων ή ελέγχου ή κώδικες δεοντολογίας για εμπόρους έργων τέχνης, συλλεκτικών αντικειμένων, γκαλερί, οίκους δημοπρασιών κ.λπ. Ούτε ρύθμιση σε κανένα επίπεδο της συγκεκριμένης αγοράς, όπως θα περίμενε κανείς από ένα Υπουργείο Πολιτισμού. Αυτό το νομοσχέδιο, είπε η κ. Βέττα «δεν συγκροτεί μια ολοκληρωμένη θεσμική παρέμβαση. Η προχειρότητα της ρύθμισης αποτυπώνεται και στη χρήση αόριστων νομικών εννοιών».

Ο ειδικός αγορητής του ΚΚΕ Γιάννης Δελής υποστήριξε ότι το νομοσχέδιο «ομολογεί πως η ύπαρξη και λειτουργία της αγοράς στην Τέχνη είναι η ρίζα του προβλήματος, την οποία όμως και την αφήνει άθικτη». Η αντίληψη στην οποία εδράζεται είναι πως «τα έργα τέχνης αποτελούν εμπορεύματα μεγάλης οικονομικής αξίας». Υποστήριξε ότι «το νομοσχέδιο επιδιώκει να ανταποκριθεί στο κάλεσμα για υπεράσπιση της μεγάλης διευρυνόμενης αγοράς Τέχνης και της μεγάλης ιδιοκτησίας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων» κι ότι αντιλαμβάνεται «τη νομική προστασία τους ως επείγουσα και επιτακτική ανάγκη που πηγάζει από σχετική ρητή απαίτηση μεγαλοεπιχειρηματιών και ασφαλιστικών εταιρειών». Χαρακτήρισε προβληματική τη διάταξη που αφορά την καταπολέμηση της φθοράς έργων τέχνης έτσι όπως διατυπώνεται, καθώς εισάγονται ποινικές κυρώσεις ακόμα και εάν κάποιος παρεμποδίσει για λίγο την «ελεύθερη θέασή του». Για τις διατάξεις του νομοσχεδίου που αφορά τους ιστορικούς κινηματογράφους είπε ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να λάβει μέτρα, ώστε να προστατευθούν όλες οι μονές ανεξάρτητες αίθουσες σε όλη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των θερινών κινηματογράφων.

Η ειδική αγορήτρια της Νέας Αριστεράς Σία Αναγνωστοπούλου ανέφερε πως «δεν μπορώ να καταλάβω ως Νέα Αριστερά την ουσία και τη συνεισφορά αυτού του νομοσχεδίου στον πολιτισμό επί της ουσίας και δεν μιλάω για επιμέρους άρθρα» Η βουλευτής επισήμανε ότι με το άρθρο 16 του νομοσχέδιο το Υπουργείο έρχεται να παρέμβει μετά την πλήρη αποτυχία όλης της ιστορίας των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου Οργανισμών Πολιτισμού ανακαλώντας και ακυρώνοντας την ίδια την νομοθετημένη απόφαση που έλαβε το Υπουργείο αγνοώντας τις προειδοποιήσεις μας τότε. Η διάταξη για τους ιστορικούς κινηματογράφους, είπε, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά θα μπορούσε να είναι πολύ πιο τολμηρό.

Σχετικά με τις διατάξεις που αφορούν την πάταξη της πλαστογραφίας και την απάτη έργων Τέχνης είπε πως «δεν βλέπουμε καμία απόπειρα ρύθμισης της αγοράς ούτε κάποια αναγνώριση της διεθνούς επιστημονικής πρακτικής, απουσιάζει πλήρως η έννοια της πρόληψης, της διακίνησης. Η βουλευτής ανέφερε πως θα έπρεπε να διαχωρίζεται ρητά η πλαστογραφία από τη φθορά έργων και να περιλαμβάνονται προληπτικά και διοικητικά μέτρα. Επισήμανε ότι για το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων Έργων Τέχνης και Συλλεκτικών Αντικειμένων στη διαβούλευση υπήρξαν πολλά και σημαντικά σχόλια από την Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης και αναρωτήθηκε γιατί να αφορά μόνο ιστορικός και όχι πτυχιούχους Αρχαιολογίας ή Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης.

Η ειδική αγορήτρια της Ελληνικής Λύσης Σοφία-Χάιδω Ασημακοπούλου επιφυλασσόμενη να τοποθετηθεί στην Ολομέλεια τόνισε πως το κόμμα της «θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την πολιτιστική μας κληρονομιά, όχι με λόγια και επικοινωνιακές εξαγγελίες, αλλά με ξεκάθαρους κανόνες, διαφάνεια και σεβασμό στην ιστορία και την ταυτότητα του ελληνισμού». Ανέφερε πως «η θέσπιση ειδικών ποινικών διατάξεων για την προστασία των έργων Τέχνης και τα συλλεκτικά αντικείμενα «κινείται προς μία κατεύθυνση που θα έπρεπε ήδη να έχει θεσμοθετηθεί, αλλά θα πρέπει να δούμε τελικά αν θα υπάρξει πραγματική δυνατότητα του κράτους να τις εφαρμόσει.

Για τη δημιουργία του νέου Αυτοτελούς Τμήματος έργων τέχνης, είπε πως «δεν έχει ανάγκη από νέα τμήματα επί χάρτου αλλά από ουσιαστικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς». Σχετικά με τη δημιουργία Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων έργων τέχνης είπε ότι αυτή «γεννά σοβαρούς προβληματισμούς, τόσο σε θεσμικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο». Η βουλευτής ανέφερε πως «πολιτιστική μας κληρονομιά έχει προφανή ανάγκη προστασίας αλλά με εθνική στρατηγική και πραγματική βούληση». Για τη διάταξη που αφορά τους ιστορικούς κινηματογράφους είπε ότι «παραμένει ασαφές ποια ακριβώς οικονομικά κίνητρα προβλέπονται ή προτίθεται να θεσπίσει η πολιτεία» και επισήμανε πως γενικά «το παρόν νομοσχέδιο αγγίζει κρίσιμους τομείς της πολιτιστικής πολιτικής της χώρας, όμως δεν καταφέρνει να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: Αν η πολιτεία επιδιώκει πραγματικά την ουσιαστική προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς ή απλώς τη δημιουργία νέων δομών, Μητρώων και Επιτροπών, χωρίς σαφές θεσμικό βάθος και χωρίς εγγυήσεις διαφάνειας».

Ο ειδικός αγορητής της «Νίκης» Σπύρος Τσιρώνης χαρακτήρισε πρόχειρο το νομοσχέδιο με αβεβαιότητες πολλές για το πόσος χρόνος ακόμα περισσότερο θα χρειαστεί για να μπορέσει και εάν λειτουργήσει. Το νομοσχέδιο είπε «είναι ασαφές και βαθιά συγκεντρωτικό, δεν ενσωματώνει τις απόψεις των ειδικών και τελικά υπονομεύει την ίδια της έννοιας της προστασίας της Τέχνης». Στα άρθρα που αφορούν τον ορισμό του πλαστού έργου τέχνης και της παράνομης διακίνησης, είπε «αποφεύγει να δώσει σαφείς και νομικά ασφαλείς ορισμούς, οι έννοιες παραμένουν ανοιχτές επιδεχόμενες πολλαπλών ερμηνειών». Ακόμη πιο προβληματικές, σημείωσε ο βουλευτής, «είναι και οι διατάξεις που αφορούν τη φθορά έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Η έννοια της φθοράς περιγράφεται με τέτοια γενικότητα, ώστε μπορεί να περιλάβει ακόμα και πράξεις, χωρίς δόλο. Όπως ακούσια περιστατικά ή επιστημονικά αμφισβητούμενες επεμβάσεις συντήρησης και αυτό δημιουργεί φόβο και ανασφάλεια στους επαγγελματίες του χώρου». Για τη σύσταση του Μητρώου Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, είπε ότι «δεν καθορίζονται με σαφήνεια τα κριτήρια εγγραφής, δεν περιγράφει επαρκείς διαδικασίες αξιολόγησης και δεν θεσπίζει ουσιαστικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας. Οι κρίσιμες λεπτομέρειες παραπέμπονται σε μελλοντικές Υπουργικές Αποφάσεις».

Στο νομοσχέδιο πρόσθεσε ο κ. Τσιρώνης «δεν λαμβάνονται υπόψη «οι διεθνείς πρακτικές και οι ευρωπαϊκές συστάσεις στον τομέα της προστασίας έργων τέχνης. Δεν υπάρχει σύγκριση, δεν υπάρχει εναρμόνιση, δεν υπάρχει στρατηγική». Η Ελλάδα, είπε «εμφανίζεται να νομοθετεί απομονωμένα».

Ο ειδικός αγορητής της Πλεύσης Ελευθερίας Σπύρος Μπιμπίλας, ανέφερε πως «θα εκφράσουμε και εμείς τις ανησυχίες μας για την ουσία του νομοσχεδίου που είναι καλών προθέσεων, αλλά θα δούμε πώς θα εφαρμοστεί». Για την πάταξη της κατασκευής και διακίνησης και εμπορίας πλαστών έργων, ανέφερε ο βουλευτής, χρειάζεται και επιβάλλεται η ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου πιστοποίησης και ιχνηλασιμότητας έργων τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων. Παρατήρησε ότι το νομοσχέδιο επενδύει σχεδόν αποκλειστικά στην ποινική καταστολή και τη διεύρυνση της τιμωρητικής λογικής σε μεγάλο βαθμό αλλά δεν υπάρχει η ενίσχυση των δημόσιων φορέων Πολιτισμού, η χρηματοδότηση των μουσείων, των αρχείων, των σπάνιων βεστιάριων, των υπηρεσιών συντήρησης, της ψηφιακής αρχικοποίησης, η στήριξη των ανθρώπων, που καθημερινά προστατεύουν την πολιτιστική κληρονομιά. Το Μητρώο Ορκωτών Πραγματογνωμόνων, φαίνεται σαν ένα κλειστό σύστημα και προκαλεί ερωτήματα, η σύστασή του καθώς απουσιάζουν οι καλλιτέχνες, οι σύγχρονοι δημιουργοί, οι ενώσεις εικαστικών, οι συντηρητές, οι επιμελητές, οι εργαζόμενοι στον Πολιτισμό.

Η Πλεύση Ελευθερίας, είπε ο βουλευτής, υπερασπίζεται την τέχνη ως ζωντανή δημοκρατική πράξη, όχι ως προϊόν προς έκθεση. Συμπερασματικά, κατέληξε ο κ. Μπιμπίλας, «το παρόν νομοσχέδιο δεν διασφαλίζει επαρκώς τη διαφάνεια, δεν θωρακίζει την ανεξαρτησία των θεσμών, δεν ενισχύει επαρκώς τις δημόσιες δομές και μετατρέπει την προστασία της τέχνης, σε εργαλείο ελέγχου και αγοράς, γι’ αυτό και ζητάμε να επανεξεταστεί συνολικά το πλαίσιο, να γίνει ένας ουσιαστικός και ανοιχτός διάλογος με τους δημιουργούς και να γίνει νομοθέτηση με γνώμονα την ελευθερία στην τέχνη, την ελευθερία γενικά, τη Δημοκρατία και το δημόσιο συμφέρον. Γιατί, χωρίς ελευθερία, δεν υπάρχει στα αλήθεια Πολιτισμός».

Σχετικά με την διάταξη του νομοσχεδίου για τους ιστορικούς κινηματογράφους είπε πως «είναι αρκετά τολμηρό και προς τη σωστή κατεύθυνση».

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ