Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

ΕΔΔΑ: Η αφαίρεση γονικής μέριμνας από τον μη βιολογικό πατέρα ανηλίκου παραβίασε την οικογενειακή ζωή

NEWSROOM icon
NEWSROOM
ΕΔΔΑ: Η αφαίρεση γονικής μέριμνας από τον μη βιολογικό πατέρα ανηλίκου παραβίασε την οικογενειακή ζωή

Γονιός δεν είναι μόνο εκείνος που φέρνει στον κόσμο ένα παιδί αλλά και εκείνος που το αγαπά και το μεγαλώνει, εκείνος που αναπτύσσει στενό συναισθηματικό δεσμό μαζί του. Η άσκηση γονικής μέριμνας από άτομο που δεν είναι ο βιολογικός πατέρας ανηλίκου μπορεί να διατηρηθεί εάν αυτό είναι προς το συμφέρον του παιδιού. Η σχέση αυτή ισοδυναμεί με την οικογενειακή ζωή.

Ένας μη βιολογικός πατέρας, που οι αρχές της χώρας του του αφαίρεσαν την επικοινωνία με τον ανήλικο γιο του προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είχε αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με το παιδί του και δεν τον ενδιέφερε αν ήταν ή όχι ο βιολογικός πατέρας. Θεώρησε ότι το πιο σημαντικό ήταν ότι αγαπούσε το παιδί και ότι το παιδί τον αγαπούσε και τον χρειαζόταν. Υποστήριξε ότι η αφαίρεση της γονικής μέριμνας θα είχε ως αποτέλεσμα τον πλήρη αποκλεισμό του από τη ζωή του παιδιού.

Εν προκειμένω το Στρασβούργο αποφαίνεται ότι οι δικαστικές αρχές της Ρωσίας δεν εξέτασαν ποιο ήταν το βέλτιστο συμφέρον παιδιού στην αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον πατέρα του, επειδή εκείνος κρίθηκε ότι δεν ήταν ο βιολογικός του πατέρας, με βάση την άρνησή του να υποβληθεί σε τεστ DNA και την κατάθεση ενός μάρτυρα, κατάθεση την οποία έδωσε ο τελευταίος σε κατάσταση μέθης.

Από την πλευρά του ο προσφεύγοντας πατέρας ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν αρνήθηκε να υποβληθεί σε τεστ πατρότητας DNA, αλλά απλώς δεν μπόρεσε να εμφανιστεί στις καθορισμένες ημερομηνίες. Σε κάθε περίπτωση, δεν τον ενδιέφερε αν ήταν ή όχι ο βιολογικός πατέρας αλλά η αγάπη που έτρεφε ο ένας για τον άλλον.

Παραβίασαν την οικογενειακή ζωή

Το Στρασβούργο, αρχικά, λαμβάνοντας υπόψη τους στενούς προσωπικούς δεσμούς μεταξύ προσφεύγοντος και παιδιού, διαπίστωσε ότι η σχέση τους ισοδυναμούσε με την οικογενειακή ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8 § 1.

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, εν προκειμένω, οι εγχώριες αρχές δεν προέβαλαν επαρκείς λόγους σχετικά με το αν ο πλήρης αποκλεισμός του προσφεύγοντος από τη ζωή του παιδιού θα εξυπηρετούσε το συμφέρον του. Δεν είχε ποτέ προταθεί ότι η επικοινωνία με τον προσφεύγοντα θα ήταν επιζήμια για την ανάπτυξη του.

Συνεπώς, οι Ρωσικές αρχές αρνούμενες στον προσφεύγοντα το δικαίωμα να διατηρήσει επικοινωνία με το παιδί βάσει μιας άκαμπτης εγχώριας νομικής διάταξης που ορίζει έναν εξαντλητικό κατάλογο προσώπων που δικαιούνται να διατηρήσουν επαφή με ένα παιδί, χωρίς να εξεταστεί το ζήτημα εάν μια τέτοια επικοινωνία θα ήταν προς το συμφέρον του παιδιού, δεν συμμορφώθηκαν με την υποχρέωσή τους να εξετάζουν κατά περίπτωση εάν είναι προς το συμφέρον του παιδιού να διατηρήσει επικοινωνία και σχέση με ένα άτομο, που είτε βιολογικά είτε όχι, το φρόντιζε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του δικαιώματος στην οικογενειακή ζωή (άρθρου 8 της ΕΣΔΑ) και επιδίκασε ποσό 6.000 ευρώ για ηθική βλάβη.

Πανομοιότυπη υπόθεση

Το ΕΔΔΑ στην απόφαση του επικαλέσθηκε παρόμοια υπόθεση που είχε εκδικάσει (υπόθεση Nazarenko), η οποία αφορούσε επίσης μια κατάσταση κατά την οποία είχε αφαιρεθεί η γονική μέριμνα ενός παιδιού (συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων επικοινωνίας) από τον προσφεύγοντα που το είχε μεγαλώσει για πολλά χρόνια, πριν αποδειχθεί ότι δεν ήταν ο βιολογικός του πατέρας.

Στην υπόθεση Nazarenko, το Δικαστήριο διαπίστωσε, πρώτον, ότι η σχέση μεταξύ πατέρα και παιδιού το οποίο είχε αναθρέψει και μεγαλώσει για αρκετά χρόνια ισοδυναμούσε με οικογενειακή ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8. Στην παρούσα υπόθεση, ο προσφεύγων ανέθρεψε και παρείχε φροντίδα στον V. για περισσότερα από πέντε χρόνια. Όπως διαπιστώθηκε από ειδικούς ψυχολόγους, υπήρχε ένας στενός συναισθηματικός δεσμός μεταξύ του προσφεύγοντος και του παιδιού. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων και το παιδί πίστευαν ότι ήταν πατέρας και γιος για πολλά χρόνια έως ότου αποδείχθηκε τελικά ότι ο προσφεύγων δεν ήταν ο βιολογικός πατέρας του V. και λαμβάνοντας υπόψη τους στενούς προσωπικούς δεσμούς μεταξύ τους, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η σχέση τους ισοδυναμούσε με την οικογενειακή ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8 § 1 της ΕΣΔΑ.

Στην υπόθεση Nazarenko, το Δικαστήριο εξέφρασε περαιτέρω την ανησυχία του σχετικά με την ακαμψία των ρωσικών νομικών διατάξεων που διέπουν τα δικαιώματα επικοινωνίας. Οι εν λόγω διατάξεις καθορίζουν έναν πλήρη κατάλογο ατόμων που είχαν το δικαίωμα να διατηρούν επικοινωνία με ένα παιδί, χωρίς να προβλέπουν εξαιρέσεις ώστε να ληφθεί υπόψη η ποικιλία των οικογενειακών καταστάσεων και του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού. Ως αποτέλεσμα, ένα άτομο που δεν έχει συγγένεια με το παιδί αλλά που το είχε φροντίσει για μεγάλο χρονικό διάστημα και είχε σχηματίσει στενό προσωπικό δεσμό μαζί του, αποκλειόταν πλήρως και αυτόματα από τη ζωή του παιδιού και μπορούσε να μην αποκτήσει δικαιώματα επικοινωνίας σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από τα συμφέροντα του παιδιού. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο πλήρης και αυτόματος αποκλεισμός του προσφεύγοντος από τη ζωή του παιδιού μετά την αφαίρεση της γονικής μέριμνας ως αποτέλεσμα της δυσκαμψίας των εσωτερικών νομικών διατάξεων – ιδίως της άρνησης των δικαιωμάτων επικοινωνίας χωρίς να ληφθεί δεόντως υπόψη προς το συμφέρον του παιδιού – ισοδυναμούσε με αποτυχία σεβασμού της οικογενειακής ζωής του προσφεύγοντος.

Το Δικαστήριο δεν διέκρινε τίποτα στη συλλογιστική των εθνικών δικαστηρίων που θα του επέτρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα στην παρούσα υπόθεση. Σημείωσε ότι μετά την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση Nazarenko, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση Ολομέλειας με αρ. 16, στην οποία έκρινε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η άσκηση γονικής μέριμνας από άτομο που δεν ήταν ο βιολογικός πατέρας θα μπορούσε να διατηρηθεί εάν αυτό ήταν προς το συμφέρον του παιδιού. Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε λίγο πριν από την επ’ ακροατηρίω συζήτηση στην παρούσα υπόθεση και ο προσφεύγων στηρίχθηκε αμέσως σε αυτήν. Ωστόσο, τα δικαστήρια απέρριψαν συνοπτικά το επιχείρημα αυτό, διαπιστώνοντας ότι δεν υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις για την εφαρμογή του Κανονισμού, παρά το γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε υποβάλει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τις περιστάσεις που αναφέρονται σε αυτό ως λόγους διατήρησης της γονικής κατάστασης, ιδίως τη μακρά οικογενειακή σχέση μεταξύ αυτού και του V., τη σταθερή συναισθηματική προσκόλληση του παιδιού σ’ αυτόν και τη πρόθεσή του να συνεχίσει να το φροντίζει και να το μεγαλώσει ως δικό του, καθώς και την έλλειψη επιθυμίας εκ μέρους του βιολογικού πατέρα να συμμετάσχει στη ζωή του.

Εν πάση περιπτώσει, η ουσία της απόφασης Nazarenko ήταν ότι ήταν αδύνατο να αποκτηθούν δικαιώματα επικοινωνίας μετά την αφαίρεση της γονικής μέριμνας. Καμία τροποποίηση της σχετικής εσωτερικής νομοθεσίας δεν πραγματοποιήθηκε μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης και, όπως επιβεβαιώνεται από την παρούσα υπόθεση, παραμένει αδύνατο για ένα άτομο στην κατάσταση του προσφεύγοντος να αποκτήσει δικαιώματα επικοινωνίας, ανεξάρτητα από το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Πράγματι, μετά την αφαίρεση της γονικής μέριμνας η αίτηση του δικαιώματος επικοινωνίας του προσφεύγοντος απορρίφθηκε με το επιχείρημα ότι δεν ήταν πατέρας του V. ή συγγενής με αυτόν με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και ως εκ τούτου δεν είχε δικαίωμα να υποβάλει αίτηση για δικαιώματα επικοινωνίας.

Είναι αλήθεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης εν συντομία στην απουσία στενής συναισθηματικής σχέσης μεταξύ του προσφεύγοντος και του V. στην απόφασή του. Ωστόσο, δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης ότι ο συναισθηματικός δεσμός μεταξύ του προσφεύγοντος και του V. εκτιμήθηκε ποτέ κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επικοινωνίας, είτε από τις αρχές πρόνοιας είτε από τα δικαστήρια. Πράγματι, η εκτίμηση των αρχών πρόνοιας περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι ο προσφεύγων δεν είχε δικαίωμα επικοινωνίας επειδή δεν ήταν πατέρας του V., ενώ τα εθνικά δικαστήρια, όπως τόνισε το Ανώτατο Δικαστήριο του Bashkortostan, δεν εξέτασαν την αίτηση για δικαιώματα επικοινωνίας επί της ουσίας.

(Πηγή:ECHRCaseLaw)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ