Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2020

Δημήτρης Πατώκος: Τζιμάκος και Λουκιανός… η ευθύβολη σάτιρα μιας άγουρης εφηβείας!

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Δημήτρης Πατώκος: Τζιμάκος και Λουκιανός… η ευθύβολη σάτιρα μιας άγουρης εφηβείας!

Μου φαίνεται κάπως παράξενο που τα τελευταία χρόνια, αποχαιρετούμε τον έναν μετά τον άλλον, όλους εκείνους τους «ήρωες» που σημάδεψαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την πρώιμη και άγουρη, ανέμελη εφηβεία μας… ένας-ένας, αγαπημένοι, αιρετικοί και μη καλλιτέχνες αποχωρούν με ένα μελαγχολικό χαμόγελο, σαν από ένα πάρτυ που φτάνει πια στο τέλος του… ο Σάκης Μπουλάς, ο Βλάσσης Μπονάτσος, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, ο Τζίμης Πανούσης, ο Χάρρυ Κλυνν και πόσοι άλλοι ακόμα…

Μάλλον πέφτει η αυλαία, λοιπόν, για μια γενιά καλλιτεχνών με περίπου κοινές καταβολές και αφετηρίες, παρά την μετέπειτα διακριτή πορεία που διέγραψε ο καθένας από αυτούς, στο εγχώριο καλλιτεχνικό στερέωμα.

Γράφει

  ο Δημήτρης

  Πατώκος

Η αναφορά στους συγκεκριμένους καλλιτέχνες δεν είναι τυχαία. Πέρα από το γεγονός ότι αγαπήθηκαν πολύ από ένα ευρύτατο κοινό, κυρίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80, υπηρέτησαν, μέσα από την ενδιαφέρουσα δισκογραφία τους, το συχνά παρεξηγημένο και υποτιμημένο σατιρικό τραγούδι.

Άλλοτε με εύστοχο σαρκασμό, άλλοτε με αναπόφευκτες υπερβολές, πάντα ωστόσο με αναμφισβήτητο και πηγαίο ταλέντο, χάρισαν το γέλιο και την εκτόνωση σε ένα ακροατήριο που πάσχιζε να υπερκεράσει ταμπού και άτυπες απαγορεύσεις και να εκφραστεί ποικιλοτρόπως… Με αφορμή θλιβερά γεγονότα που εκτυλίσσονται, τον τελευταίο καιρό στον πολιτικό μας βίο, ένιωσα τη διακαή επιθυμία να επικεντρωθώ σε δύο ιδιαίτερα σημαντικούς δημιουργούς, των οποίων η απουσία αποβαίνει ιδιαίτερα ηχηρή και οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά με την ιδιαιτερότητα του τραγουδιστικού έργου τους και την πανθομολογούμενη δημοφιλία τους, στην απενοχοποίηση και την καταξίωση της μεταπολιτευτικής σατιρικής έκφρασης.

Ασφαλώς και δεν χρειάζεται συστάσεις ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Συνθέτης με αναγνωρίσιμες μελωδικές φόρμες, μπορεί να μην έφτασε στο δημιουργικό απόγειο άλλων ομότεχνων της δικής του γενιάς, όπως ο Δήμος Μούτσης, ο Μάνος Λοΐζος ή ο Σταύρος Κουγιουμτζής, ωστόσο στις αρχές της δεκαετίας του 70 μας χάρισε όχι λίγα πανέμορφα τραγούδια («Μη χτυπάς σ’ ένα σπίτι κλειστό», «Όσο αγαπιόμαστε τα δυό», «Μια Κυριακή του Μάρτη»). Μέχρι που, κάπου στα 1973, ένα μήνα πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, έκαναν την εμφάνισή τους στις προθήκες των δισκοπωλείων τα «Μικροαστικά».

Δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηρίσουμε τον δίσκο αυτό ως τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως ενός σατιρικού τραγουδιού με αξιώσεις, που απευθύνεται σε ένα κοινό άκρως υποψιασμένο. Οφείλουμε να σημειώσουμε πως την περίοδο εκείνη κάνουν την εμφάνισή τους και άλλοι καλλιτέχνες με παρόμοια χιουμοριστική διάθεση, αν και πιο επιφανειακή προσέγγιση, όπως ο Γιάννης Λογοθέτης, ο Θέμης Ανδρεάδης και λίγο αργότερα ο Δημήτρης Πουλικάκος (με το «Ελλαδέξ» και το θρυλικό «Εκδρομαί-μεταφοραί ο Μήτσος»), εντούτοις στα «Μικροαστικά» συμβαίνει κάτι σχεδόν συγκλονιστικό. Τα τραγούδια αυτά κυκλοφορούσαν για καιρό σε παράνομες μαγνητοταινίες, χέρι με χέρι, κατά τη διάρκεια της επταετίας, μέχρι που η COLUMBIA αποφάσισε να εκδώσει όσα κομμάτια ξεπέρασαν τον ασφυκτικό κλοιό της τότε λογοκρισίας.

Σε ένα κατακόκκινο βινύλιο της φωτιάς (ευτυχώς το γεγονός πέρασε απαρατήρητο από την Επιτροπή Λογοκρισίας!) και ένα πανέμορφο λευκό φάκελο, πρωτοποριακό σύνολο για τα δεδομένα της εποχής, καταγράφεται με ακρίβεια χρονογράφου, ο σφυγμός μιας ολόκληρης εποχής. Ο ακριβός ποιητικός λόγος του Γιάννη Νεγρεπόντη (που κατέκτησε επάξια τη θέση του στο πάνθεον των μειζόνων ποιητών με το «Φυλάττειν Θερμοπύλας») αποδεικνύεται βαθιά διεισδυτικός, παράφορα αστείος και ανελέητα καυστικός και πικρόχολος! Όπως ακριβώς επιβάλλεται να λειτουργεί η πραγματική και ουσιαστική σάτιρα!

Τραγούδια μικρής διάρκειας, σύντομες ιστορίες ή μάλλον φωτογραφίες, όπως εκείνες του βιού-μάστερ που χαζεύαμε μικροί: Για τον Γιώργο που έμαθε δυο γραμματάκια στο χωριό του και διορίσθηκε κλητήρας στο Υπουργείο με τη φανταχτερή στολή, «γραφειοκράτης τέλειος και του κοσμάκη ο τρόμος». Για τον εργένη, που πνίγεται στο δυαράκι της μοναξιάς του και διασκεδάζει σε βαρετές φιλολογικές διαλέξεις αφού «το σινεμά πανάκριβο, το θέατρο επίσης…».

Για τον βολεμένο ανθρωπάκο, με δική του δουλίτσα, μια βιοτεχνία, «μήνα το μήνα δίχως κεσάτια», που τα έχει καλά με όλους, όσο επικρατεί «ησυχία, τάξις και ασφάλεια». Για τον «γιο του κολλήγα», που είναι πια ένας αστός σεβαστός, «που είναι πια καθεστώς». Πόσο παράδοξα ηχούν άραγε σήμερα στίχοι όπως «Οικονομία κάνε, παράς φέρνει παρά, να ’χεις σαν θα γεράσεις όλα σου τα καλά. Τι θες τώρα να ζήσεις, ζωή είναι και περνά, όμως σαν θα γεράσεις θα ’χεις παρά με ουρά», στην εποχή των πιστωτικών καρτών και του πλαστικού χρήματος… «Μου `παν θα βγεις απ’ τη δουλειά σου, αν πας με την αριστερά, το ζύγισα έτσι κι αλλιώς, κι είπα πως είμαι δεξιός». Ε, αυτό το τελευταίο ανήκει σε εκείνα που έκοψε τελικά η λογοκρισία και δυστυχώς απουσιάζει από τον δίσκο…

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει σε δύο αγνοημένα, μέχρι σήμερα, διαμάντια: Το «Ξερίζωμα», με την ανατριχιαστική εικόνα της γυναίκας που αναπολεί τον γάμο της «στα πέρα αλώνια», κατεβάζοντας από το εικονοστάσι τα σκονισμένα στέφανα, μέσα στην πλήξη και τα καυσαέρια της πολυκατοικίας. Και το λιτό, αινιγματικό «Κάποιος παλιός συνάδελφος»! Βυθισμένο στην ελκυστική αοριστία του, κατορθώνει να μιλήσει τόσο, μα τόσο συγκεκριμένα: «Κάποιος παλιός συνάδελφος, τον βρήκε κάπου κάποτε. Καθίσαν, κάτι ήπιανε και για πολύ μιλήσανε. Άνεργος όπως ήτανε εύκολα τότε δέχτηκε. Δεν το πολυκουβέντιασε, καθώς παιχνίδι έμοιασε. Πολλά δεν του ζητάγανε, ενώ πολλά του δίνανε. Καλά δεν το κατάλαβε πώς όλα τ’ άλλα γίνανε. Σιγά-σιγά, πώς γύρισε, παλιούς φίλους πώς μίσησε, πώς έγινε κι απάτησε όσους πολύ αγάπησε…».

Τι έκανε τελικά ο άνθρωπος αυτός; Σε ποιο ηθικό ατόπημα υπέπεσε; Ο στίχος δεν δίνει εξηγήσεις! Τα λέει όλα και δε λέει τίποτα!

 

  Ναι, δεν είναι υπερβολή να ισχυριστούμε πως τα «Μικροαστικά», στην ταραγμένη εκείνη περίοδο οριοθέτησαν την ουσία μιας νεοελληνικής σάτιρας υψηλών απαιτήσεων. Θα ήταν, βέβαια, παράλειψη η μη αναφορά και στον δίσκο που θα καθιερώσει τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, ως ολοκληρωμένο δημιουργό και ερμηνευτή των τραγουδιών του, πέντε χρόνια αργότερα, το -χωρίς υπερβολή θρυλικό πλέον- «Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπού». Απαράμιλλο χιούμορ, λεπτή νοσταλγία και εκείνη η χαρακτηριστική γαλάζια σιλουέτα στο υπέροχο εξώφυλλο, που με έκαναν να αγοράσω πάραυτα τον δίσκο, πριν πολλά χρόνια και να μην τον ξεχωρίζω από τα, κατά την κρίση μου, διαχρονικά αριστουργήματα της δισκοθήκης μου, όπως η «Ρεζέρβα», το «Atom heart mother» ή το «Aqualung»…

Στο δίσκο αυτό θα συναντήσουμε το έξοχο «Δελτίο Ταυτότητος», τα πασίγνωστα «Θερινά Σινεμά», το θρυλικό «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη» αλλά και το άγνωστο αριστούργημα «Του αντρειωμένου τ’ άρματα».

Στους μετέπειτα δίσκους του Λουκιανού, όπως το «Ψυχραιμία παιδιά» ή την «Χαμηλή πτήση», το σατιρικό στοιχείο αναφαίνεται εντονότατο, σε πανέξυπνα τραγούδια όπως «Αρχίζει το ματς!», «Δεν μας τρομάζουν τα νέα μέτρα», «Πως γεννιέται ο καμικάζι», «Που βαδίζουμε κύριοι;», «Ένα γουρούνι λιγότερο» και «Όπου και να πας θ’ ακούσεις disco».

Ωστόσο, παρά την σαρωτική τους απήχηση, δεν κατορθώνουν να φτάσουν στην αρτιότητα, στη βαθύτητα και μεστότητα νοήματος των πρώτων εκείνων τραγουδιών…

Στις αρχές της δεκαετίας του 80, στο πλαίσιο ενός νέου κύματος, περίπου rock, συγκροτημάτων, όπως οι «Τερμίτες», οι «Φατμέ» και αργότερα οι «Τρύπες», θα κάνει δυναμικά την εμφάνισή του στο εγχώριο στερέωμα ένα παράξενο, εναλλακτικό γκρουπ, με την ονομασία «Μουσικές Ταξιαρχίες» και οξεία διάθεση ανατρεπτικής αμφισβήτησης. Ανάμεσά τους, θα ξεχωρίσει ένας ιδιαίτερος, αντισυμβατικός καλλιτέχνης που θα επιδιώξει να φτάσει συχνά τη σάτιρα στα όρια της –αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν αυτά…-, ο Τζίμης Πανούσης.

Δημιουργός των τραγουδιών του, σε ευφάνταστη μουσική και κοφτερό στίχο, δεινότατος ερμηνευτής, ετοιμόλογος, εμπρηστικός και αναμφίβολα ευφυής, ο «Τζιμάκος» θα διαμορφώσει ένα προσωπικό, ακραία σαρκαστικό ύφος, σε ένα αδιάκοπα εξελισσόμενο one man show, που θα τον οδηγήσει ακόμα και σε απαγορεύσεις τραγουδιών του ή ψυχοφθόρες περιπέτειες στις αίθουσες των δικαστηρίων. Για τις τελευταίες, βέβαια, ευθύνη φέρουν οι χρόνιες και ενίοτε ίσως άδικες εμμονές του. Αλλά ποιος είπε ότι οι εμμονές δεν μπορούν να είναι δημιουργικές; Στο ιστορικό «Κύτταρο», ο Πανούσης με εναλλαγή πρόζας-θανατηφόρας ατάκας και τραγουδιού θα στήσει τις πρώτες ανατρεπτικές παραστάσεις του με το κοινό του να διευρύνεται, χρόνο με τον χρόνο. Δικαιωματικά του χρεώνουμε τον τίτλο του προπομπού των stand-up comedians, με την έννοια ότι το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού αλλά και τη αλληλεπίδρασης με το κοινό, ήταν ισχυρό.  

Ήδη το άκουσμα των πρώτων στίχων του θα σοκάρει και τον πλέον «προοδευτικό» ακροατή: «Μικροαστοί θα σας φάνε τα παιδιά σας θα σας φάνε ζωντανούς». Εδώ, δεν υπάρχει πλέον ο κρυπτικός, υπαινικτικός λόγος που επέβαλαν οι συνθήκες της προηγούμενης δεκαετίας. Η επίθεση γίνεται κατά μέτωπο. Εμπρηστικά και προκλητικά! Εναντίον πάντων.

Ακόμα και ομοϊδεατών, πρώην και νυν «συντρόφων». Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε! «Άιντε βγήκαν πάλι τα προβατάκια, άντε με ντουντούκες και πανό, θέλουνε να διώξουνε τις στάνες του θανάτου, θέλουν περισσότερο σανό». Ο ψυχολογικός διχασμός μας και η τηλεοπτική μας πραγματικότητα με τα παρεπόμενά τους συνιστούν το πλέον ανθεκτικό, διαχρονικό φαινόμενο: «Κάνω βουτιές σε βόθρο με εικόνες… θέλω να γίνω σαν Αμερικάνος, μ’ αρέσει στα κρυφά (κι) ο Μητροπάνος. Καίω τα δέντρα, χτίζω μεζονέτες, θα κάνω τα παιδιά μου μαριονέτες. Σ’ ένα κλουβί-γραφείο σαν αγρίμι, παίζω ατέλειωτο, βουβό, ταξίμι…».

 

  Δεν είναι, όμως λίγοι και οι στίχοι που μέσα από την αιχμηρή τους πρόθεση, φανερώνουν μια σχεδόν ποιητική ωρίμανση, πλήρως προσαρμοσμένη στις περιστάσεις των eighties και με διάθεση, η ουσία της σάτιρας να οριοθετηθεί εκ νέου. Πόση συζήτηση δύναται να προκαλέσει η θλιβερή ομολογία: «Είμαστε η αδικημένη γενιά του εξήντα, δίχως κατοχή και πείνα, χωρίς ρετσίνα»! (Το «Κάγκελα Παντού» υπήρξε ένα τραγούδι και ένα βιντεοκλίπ που η αλήθεια είναι ότι μας σόκαρε κάπως και εγκλωβίστηκε στα στερεότυπα ενός κακώς εννοούμενου χαβαλέ. Ήταν, όμως, κάτι πολύ περισσότερο. Α

ς είναι καλά ο Μάνος Χατζιδάκις που με την τότε επιμονή του στην αρτηριοσκληρωτική ΕΡΤ, μπόρεσε να παρακάμψει την «σοσιαλιστική» λογοκρισία, ώστε το τραγούδι να προβληθεί ελεύθερα στην εκπομπή του Σαββόπουλου «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι»).

 

  Ποιος μπορεί να μείνει ασυγκίνητος στον κατάφορτο από συμβολισμούς στίχο «Είμαι γυφτάκι στην Πανεπιστημίου, με τα τραγούδια-πατσαβούρια μου γυαλίζω το παρμπρίζ και τα όνειρά σας, σε στάσεις λεωφορείου, με τα λουλούδια τα κουλούρια μου πουλάω και την ψυχή μου…»; Ή στην προφητική δυστυχώς εικόνα: «μπαίνω με τα τσαρούχια, στο σαλονάκι της Ευρώπης μια ζωή πρετ-α-πορτέ, με περιμένει»…; Δεν μένει ασχολίαστη ούτε η ακατάσχετη ρεμπετολαγνεία με τις ατελείωτες κομπανίες της εποχής εκείνης: «Πόσο θ’ αντέξουνε ο Μάρκος κι ο Τσιτσάνης; / δεν έχουν κάνει ούτε ένα βιντεοκλίπ, / σαν τα κοράκια σού χυμάνε, όταν πεθάνεις / οι κομπανίες με τους πράκτορες της ΚΥΠ».

Ακόμα και το ζήτημα της περιώνυμης εθνικής συμφιλίωσης θα περάσει από το μικροσκόπιο της σαρκαστικής σάτιρας: «Πλέκω στιχάκια κι έχω ενα φόβο / να μη χτυπήσει το τηλέφωνο / και ειν’ ο τύπος απ’ το κράτος που ελέγχει / αν υπακούει το φερέφωνο… Μα όσο υπάρχουν απλωμένα στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών, άσπρα σεντόνια / δε φοβάμαι / Άραγε μέχρι πότε αλήθεια θα κρατήσει / αυτή η ανακωχή μεταξύ των ενοίκων;».Οι δίσκοι του Τζίμη Πανούση, παρά τις λεκτικές υπερβολές τους, τις βωμολοχίες και τα αλλεπάλληλα «μπιπ» των κομμένων και επίμαχων στίχων, διαμόρφωσαν ένα είδος ευθύβολης, εκτονωτικής σάτιρας, οριακής και απαραίτητης στη δεκαετία του 80, στον ασφυκτικό κλοιό μιας αποστειρωμένης κρατικής τηλεόρασης και μιας άτυπης γενικευμένης λογοκρισίας. Αυτής της δεκαετίας, που τόσο τη λοιδορήσαμε, μα που κι όσο απομακρύνεται, μας λείπει (!) όλο και περισσότερο.

 

  Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και ο Τζίμης Πανούσης μας χάρισαν δίσκους που αντιστρατεύθηκαν τη σοβαροφάνεια και τόλμησαν να αρθρώσουν έναν εντελώς δικό τους προσωπικό μα και ευρέως αποδεκτό λόγο. Τώρα, οι δίσκοι αυτοί σκονίζονται ξεχασμένοι, ίσως και ανεξίτηλα «χαραγμένοι», σε παλιά έπιπλα, δισκοθήκες και πατάρια, κουβαλώντας μέσα τους μνήμες από νεανικές παρέες, γέλια, πλάκες αλησμόνητες, καταστάσεις, πρόσωπα και γεγονότα μιας άλλης εποχής, τόσο μακρινής πια, που έχει ολοφάνερα παρέλθει…

Ανεπιστρεπτί;…

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ