Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Δημήτρης Πατώκος: «Το πειρατικό του καπτεν-Θάνου…»

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Δημήτρης Πατώκος: «Το πειρατικό του καπτεν-Θάνου…»

Του Δημήτρη Πατώκου

Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό,
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο,
είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει,
είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε
.
ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Σε περιόδους μεταβατικές, αυτές που εκ των υστέρων τις χαρακτηρίζουμε ενίοτε καθ’υπερβολήν ως  «ορόσημο», εποχές σημαντικών γεγονότων ή αποδημίας σημαινόντων προσώπων που χάραξαν με τη σαρωτική τους παρουσία το ιστορικό γίγνεσθαι, επανέρχεται το διαχρονικό και ευλόγως αναπάντητο ερώτημα τι είναι αυτό που ορίζει και νοηματοδοτεί μια γενιά. Πρόκειται για έναν απλό χρονικό ή σπανιότερα γεωγραφικό προσδιορισμό ή ένα σύνολο υπόγειων αλλά πάσης φύσεως ισχυρών συνεκτικών γνωρισμάτων μιας ομάδας ανθρώπων; Τι σηματοδοτεί, για παράδειγμα, τη γενιά του 1-1-4, αυτή του Πολυτεχνείου ή εσχάτως την ονομαζόμενη «γενιά της κρίσης»; Αν προσπεράσουμε απλουστευτικούς χωροχρονικούς προσδιορισμούς, θα διαπιστώσουμε πως μάλλον έχουμε να κάνουμε για ερεθίσματα, καίρια γεγονότα, γενικευμένες τάσεις, εμβληματικά πολιτιστικά επιτεύγματα που συνένωσαν νοερά ανθρώπους νέους, άγνωστους μεταξύ τους, τους κινητοποίησαν και τους συστράτευσαν σε μία κοινή πορεία, συνήθως προς το φως…

Γράφει ο

Δημήτρης Πατώκος

Ακολουθεί βίωμα αρκούντως χαρακτηριστικό: Στα μέσα της δεκαετίας του 80, θυμάμαι τον εαυτό μου, μαθητή Γυμνασίου, να μαγεύεται, ολοκληρωτικά και εξακολουθητικά με μία κασέτα που έλιωνε από τις απανωτές ακροάσεις σε ένα φορητό γουόκμαν. Ήταν ο θρυλικός πλέον «Σταυρός του Νότου», η μελοποιητική απόπειρα του Θάνου Μικρούτσικου πάνω στα ποιήματα του Νίκου Καββαδία, που είχε κυκλοφορήσει λίγα χρόνια πριν. Δεν είχε καμία σχέση με τα υπόλοιπα, εύπεπτα και μη, ακούσματα της ανώριμης εκείνης ηλικίας. Μελωδίες δύσκολες και εσκεμμένα μονότονες – όπως το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του θαλασσινού κύματος, το σαγηνευτικό «σουέλ» κατά την Ιωάννα Καρυστιάνη-, ποίηση κατάστικτη από μια  άγνωστη μα σαγηνευτική ναυτική ορολογία… Ο νέγρος θερμαστής Γουίλι που ικέτευε για λίγη άσπρη σκόνη, το καταραμένο μαχαίρι, η ερωτική κάτω από φώτα κόκκινα Θεσσαλονίκη, το πειρατικό του captain-Jimmy, ο πυρετός στους Τροπικούς και η μαχαιριά του Μαγιάρου στην Κωστάντζα έγιναν σκιές που στοίχειωναν τα εφηβικά μου όνειρα. Δεν πέρασε πολύς καιρός που διαπίστωσα πως αυτή η προσωπική και ιδιαίτερη επιλογή είχε αποκτήσει πρωτοφανή, μαζικό χαρακτήρα! Πως χιλιάδες έφηβοι λάμβαναν τα ίδια σήματα μορς, έλιωναν τις δικές τους κασέτες και ταξίδευαν νοερά σε εξωτικά λιμάνια και ανεξερεύνητους προορισμούς. Τα τραγούδια αυτά χωρίς τίποτα το απλοϊκό ή εκλαϊκευμένο λατρεύτηκαν, τραγουδήθηκαν μαζικά σε συναυλιακούς χώρους από χιλιάδες εφήβους κι έφτασε ο «Σταυρός του Νότου» να αποτελεί έναν από τους πλέον εμπορικούς δίσκους στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας! Έντεκα τραγούδια χωρίς τετριμμένους λαϊκούς ρυθμούς, χωρίς προδομένους έρωτες, χωρίς κουπλέ και ρεφρέν, χωρίς τραγουδιστικές φίρμες. Ο Γιάννης Κούτρας βρισκόταν ακόμα στα πρώτα του βήματα, αλλά και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου τότε περίπου ξεκινούσε την εξωστρεφή και θριαμβική του πορεία. Μιλάμε, λοιπόν, για ένα μουσικό έργο που συνένωσε ανθρώπους, που διαμόρφωσε μια γενιά, που τους έδωσε ένα όραμα, έστω κι αν ορισμένους κόντεψε να τους στείλει να μπαρκάρουν στο Εμπορικό Ναυτικό, κανονικά με ναυτικό φυλλάδιο, όπως χαριτωμένα ειπώθηκε τότε… Κι αυτό το κατόρθωσε εκείνος, ο μέγας Θάνος Μικρούτσικος… το τελευταίο και τραυματικά ηχηρό φευγιό, πάνω στο νήμα μιας χρονιάς που μας άφησε με χτύπημα πισώπλατο…!

Πώς είναι εύκολο να γράψει κανείς για μια ζώσα και επιτακτική πτυχή της ίδιας της ζωής του, της ιδεολογίας του, της αντίληψης που διαμορφώνει για τα πράγματα; Προσωπικότητα χειμαρρώδης, δρομέας μεγάλων, πολύ μεγάλων και διαφορετικών αποστάσεων αποδείχθηκε ο Θάνος Μικρούτσικος. Εκπληκτική πολυσχιδία ταλέντων, οργανωτικών αρετών, εναλλακτικών δραστηριοτήτων, ακατάβλητου δημιουργικού οργασμού! Χωρίς ποτέ να υποκύπτει σε ευκολίες, υποχωρήσεις, συμβιβασμούς και οπισθοχωρήσεις στην ακριβή του Τέχνη. Μας αρέσει ή όχι, συμφωνούμε ή διαφωνούμε μαζί του, οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε αυτό! Ξεκάθαρα!

Γενέτειρα η αγαπημένη Πάτρα. Από την πρώτη και τρυφερή δεκαετία της ζωής του, παίζει στο πιάνο Ντεμπυσί και Μπετόβεν, συνθέτει πρωτόλεια ενώ ταυτόχρονα ανακαλύπτει την κλίση του για την επιστήμη των μαθηματικών, την οποία και σπουδάζει!  Τι μοναδικός συνδυασμός! Το εξαίρετο δίλημμα! Μουσική ή μαθηματικά; Η καταβύθιση στην Τέχνη ή ο εξαίρετος ορθολογισμός; Επέλεξε άραγε ποτέ οριστικά και τελεσίδικα; Πάντως τα χρόνια που έρχονται τον βρίσκουν να παίζει πιάνο στην μπουάτ «Παράγκα» με τον Σαββόπουλο αλλά και στην πρώτη παρουσίαση των «Νέγρικων» του Μάνου Λοΐζου και του Γιάννη Νεγρεπόντη, συναυλία που ματαιώνεται λόγω επιβολής της δικτατορίας των Συνταγματαρχών! Και στη συνέχεια; Αντιδικτατορική δράση, συλλήψεις και ξύλο στην Ασφάλεια, ένα μικρό δισκάκι, με την Μαρίζα Κωχ σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη… Πολυτεχνείο. Μεταπολίτευση. Κάπου εκεί στα 1975, θα ξεκινήσει μια λαμπρή δισκογραφική και όχι μόνο πορεία, ιδιαζόντως -και ενίοτε κραυγαλέα- πολιτικοποιημένη, τουλάχιστον στην πρώτη της φάση, σε μια απόπειρα του δημιουργού να μετουσιώσει ηχητικά -ή μήπως να πυροδοτήσει- τον μεταπολιτευτικό οίστρο ενός λαού, μέσα σε θέατρα και γήπεδα όπου η Ελλάδα αναστενάζει…

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν μπορώ να απαλλαγώ από το αίσθημα ότι με ουκ ολίγους δίσκους του με συνδέουν ακόμα ανοιχτοί λογαριασμοί, που δύσκολα θα κλείσουν. Τι διέβλεψε, άραγε, σε αυτόν τον ανήσυχο και πολυπράγμονα νέο, ο δαιμόνιος Αλέκος Πατσιφάς, ο ιδιοκτήτης της θρυλικής δισκογραφικής εταιρείας LYRA, στις μπουάτ της Πλάκας και τον εμπιστεύτηκε, να ντύσει μουσικά κείμενα τόσο ιδιαίτερα και προκλητικά για την εποχή τους; Ο πρώτος δίσκος, με τίτλο «Πολιτικά Τραγούδια», συνιστά ένα έργο παρεμβατικό και προχωρημένο μουσικά ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα! Πρόκειται για το πλέον εύγλωττο ξεκίνημα για όσα θα ακολουθήσουν, τα χρόνια που έρχονται. Ο Μικρούτσικος οριοθετεί τον δικό του προσωπικό και ιδιαίτερο χώρο στο πολιτικό τραγούδι, μακριά από τις συμβάσεις της αριστερής εμβατηριακής μουσικής, αισθητά διακριτό από εκείνον του Μίκη Θεοδωράκη ή του Διονύση Σαββόπουλου, που μεσουρανούσαν εκείνη την περίοδο. Ο δίσκος αυτός θα μας συστήσει δύο σπουδαίους ποιητές, τον αιχμηρό και επιθετικό Βολφ Μπίρμαν και τον ήπιο και λυρικό Ναζίμ Χικμέτ. Ο εναρκτήριος στίχος του πρώτου κιόλας τραγουδιού («Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη / ή κόκκινη από φωτιά ή κόκκινη από θάνατο / θα φροντίσουμε εμείς γι’αυτό / έτσι πρέπει να γίνει, έτσι θα γίνει!») θα σοκάρει ακόμα και τον πλέον ακραιφνή θιασώτη της μαχόμενης Αριστεράς! Αφουγκράζεται το κλίμα μιας εποχής επιθετικής διεκδίκησης, ωστόσο δεν απουσιάζει η ευαισθησία, κυρίως από τον «ανατολίτη» Χικμέτ («Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει / Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα / Τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα / Κι αυτό που θέλω να σου πω, το πιο όμορφο απ’ όλα, δε στο ‘χω πει ακόμα»). Οι τζαζ μελωδικές φόρμες με κουιντέτα, σεξτέτα αλλά και ηλεκτρικό μπάσο, ανακαλούν αρώματα από καμπαρέ και Κουρτ Βάιλ ενώ οι rock ενορχηστρώσεις συνθέτουν ένα ηχητικό τοπίο μοναδικό για την εποχή του κι ανεπανάληπτο. Ο τελευταίος στίχος αφήνει ισχυρό το αποτύπωμα του στην ψυχή του ακροατή, χάρη βέβαια και στην στεντόρεια ερμηνεία της Μαρίας Δημητριάδη, που στην πρώτη πολιτικοποιημένη φάση θα καθιερωθεί ως βασική ερμηνεύτρια των έργων του. (Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος / Το να μην παραδίνεσαι / Αυτό είναι!)…

Η απρόσμενη απήχηση του εν λόγω δίσκου δεν θα οδηγήσει στην επανάπαυση! Το αντίθετο μάλιστα! Το 1976 θα κυκλοφορήσει η «Καντάτα για τη Μακρόνησο» και η ανήσυχη και ακατάπαυστη εγρήγορση του δημιουργού αποδεικνύεται εκ νέου εμπράκτως! Τα κείμενα από τον «Πέτρινο Χρόνο» του Γιάννη Ρίτσου ακολουθούν την ίδια εξωστρεφή και επιθετική γραμμή των προαναφερθέντων ποιητών, απηχούν τις κραυγές απόγνωσης από τα σπλάχνα των εκτοπισμένων, υπηρετούν το ελπιδοφόρο όραμα της φαντασίας στην εξουσία, αναβιώνουν αιμάσσουσες αναμνήσεις τόπων εξορίας, φυλακών, «μαύρων μανάδων με τα μαύρα φουστάνια» που καρτεράνε τα παιδιά τους «έξω απ’του Αβέρωφ ή απ’του Χατζηκώστα» αλλά και του Ντικ, ενός σκύλου που είχε υιοθετηθεί από τους εξόριστους στο Μούδρο της Λήμνου… Κι ανάμεσά τους ένας λυρικός ύμνος που καθαρίζει το ανθρώπινο συναίσθημα από κάθε ψεύτισμα, φανατισμό ή ανούσιο βερμπαλισμό! («Είναι σκληρός ο αγώνας μητέρα / Μα είναι πολλά τα αδέρφια μας / Είναι πολλά τα παιδιά σου μητέρα / Μη πικραίνεσαι / Με τις μεγάλες πέτρες στον ώμο μητέρα / Ανηφορίζοντας τον θάνατο / Μεγάλες πολιτείες θα χτίσουμε μητέρα / Μην πικραίνεσαι») … Δίσκος με θεατρική δομή, κραυγές και ψιθύρους ηθοποιών που έτρεχαν κυκλικά στο στούντιο Polysound, κάτω από δύο αιωρούμενα μικρόφωνα, ακανόνιστους ήχους ενός κουαρτέτου εγχόρδων και πνευστών και πρωτίστως την Μαρία Δημητριάδη να δεσπόζει με την έξοχη ερμηνεία της.

Αξίζει να αναφερθεί ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: Μια Κυριακή απόγευμα, την ώρα της ηχογράφησης των ηθοποιών, εμφανίστηκε απρόσμενα στο στούντιο ο Αλέκος Πατσιφάς. Ο Μικρούτσικος ταράχτηκε, φοβούμενος την αντίδρασή του για την πειραματική μουσική. «Τώρα βρήκε να έρθει ρε γαμώτο; Δεν μπορούσε να έρθει το βράδυ που θα ηχογραφούσαμε τα τραγούδια;» Ο Πατσιφάς παρακολούθησε αμίλητος για λίγη ώρα και έπειτα έγνεψε αυστηρά στον Μικρούτσικο: «Μπορώ να σου πω κάτι έξω;» Μόλις βγήκαν, έβαλε το χέρι στον ώμο του και του είπε: «Δεν καταλαβαίνω τι είναι αυτό που κάνεις, αλλά πρέπει να είναι πολύ σπουδαίο! Προχώρα!»…

Ένα χρόνο αργότερα ηχογραφεί τη μουσική και τα τραγούδια για τη θεατρική παράσταση «Φουέντε Οβεχούνα» του Λόπε ντε Βέγκα από το Ανοιχτό Θέατρο του Γιώργου Μιχαηλίδη. Οι μελωδίες του παραμένουν ορμητικές, ωστόσο η διάθεση για πειραματισμούς υποχωρεί, ένα διάλειμμα ανασύνταξης δυνάμεων, άλλωστε, κρίνεται απαραίτητο! Στον δίσκο αυτό, «Η μπαλάντα του ξεσηκωμού» και «Το τραγούδι του γάμου» ανήκουν στις ομορφότερες συνθέσεις του Μικρούτσικου, ενώ ο στίχος «Η μοίρα σου εσύ – εσύ μονάχος είσαι / Στα χέρια κανενός μη την αφήνεις!» που κλείνει τον δίσκο, συμπυκνώνει την κοσμοθεωρία μιας ολόκληρης γενιάς…

Το 1977 οι φωνές κοπάζουν, το πάθος για πολιτικό τραγούδι αρχίζει να υποχωρεί, οι αφίσες να ξεθωριάζουν και τα συνθήματα να αφορούν πλέον μόνο ορισμένους. Τότε θα ηχογραφηθούν τα «Τροπάρια για φονιάδες» σε ποίηση Μάνου Ελευθερίου. Εδώ έχουμε ένα δίσκο που δεν κραυγάζει, δεν συνθηματολογεί, δεν εξάπτει, δεν… χειραγωγεί! Τα «Τροπάρια για φονιάδες» μέσα από τον κρυπτικό και σύνθετο λόγο του Ελευθερίου, οικοδομούν σε ένα ζοφερό τοπίο, μια πινακοθήκη προσώπων, ιδιαίτερων φυσιογνωμιών, καταραμένων υπάρξεων ή ταπεινών ανθρώπων που βρέθηκαν στο περιθώριο της Ιστορίας και σπάνια στο επίκεντρο αυτής. Ανάμεσά τους θα συναντήσουμε τον οσιομάρτυρα της Αριστεράς Νίκο Πλουμπίδη, τη γερμανίδα επαναστάτρια των Σπαρτακιστών Ρόζα Λούξεμπουργκ αλλά και τον ελάσσονα, αυτόχειρα ποιητή Κώστα Μίχο.        Οι συγκεκριμένοι στίχοι δεν ήταν προορισμένοι να γίνουν τραγούδια. Χωρίς μέτρο και ομοιοκαταληξία θα «υποταχθούν» στη μελωδική δεινότητα του Θάνου Μικρούτσικου και θα αναγεννηθούν ως τραγούδια συγκλονιστικά. Ο Μικρούτσικος βουτάει στη βαθιά και αγριεμένη θάλασσα του υψηλών απαιτήσεων ποιητικού λόγου του Ελευθερίου και αναδύεται ολόστεγνος!  (Α!  Ρόζα Λούξεμπουργκ τι σου ‘χω φυλαγμένα / Πάνω στο κάρο σ’ είδα το εννιακόσια επτά / Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως του εικοσιένα / Κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά). Άραγε πρόκειται για την ίδια εκείνη Ρόζα που θα υμνήσει πάλι ο Μικρούτσικος με το λόγο του Άλκη Αλκαίου, είκοσι χρόνια αργότερα; Εκείνη τη Ρόζα, στην οποία το ποιητικό υποκείμενο θα εξομολογηθεί αφοπλιστικά σε ρυθμό ζεϊμπέκικο: «Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο, / συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω / τι λένε τα κομπιούτερ κι οι αριθμοί»…;

Τον επόμενο χρόνο, τη σκυτάλη θα πάρει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. 1978, «Μουσική Πράξη στον Μπρεχτ» με ερμηνευτή αυτή τη φορά τον πρωτοεμφανιζόμενο Γιάννη Κούτρα. Άλλος ένας δίσκος θεατρικής δομής και μάχιμης έκφρασης με ένα πιάνο και δύο κλαρινέτα. Πολλαπλά τα επίπεδα ακρόασης εδώ! Το πρώτο, πιο «εύπεπτο» περιλαμβάνει το διαχρονικό «Άννα μην κλαις», ολίγον μελοδραματικό αλλά με υπερχειλίζουσα τρυφερότητα, που είναι δύσκολο να της αντισταθεί κανείς. Στο δεύτερο ελλοχεύουν, για τους πιο απαιτητικούς ακροατές, δύο από πλέον στρατευμένα μπρεχτικά κείμενα, το «Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου» και το «Τρόμος και αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ». Σε αυτά, δυστυχώς, το ευρύ κοινό δεν θα τον ακολουθήσει…

Η πρώτη πολιτικοποιημένη περίοδος θα κλείσει με τον «Σταυρό του Νότου», έναν δίσκο μη πολιτικό, με τον οποίο ο Μικρούτσικος θα οδηγηθεί σε πιο βατές τραγουδιστικά περιοχές σηματοδοτώντας έτσι την επόμενη φάση του. Η εταιρεία δεν τον ήθελε τον δίσκο («Στον κάνω δώρο! Δεν θα πουλήσει τίποτα» του έλεγε ο Πατσιφάς στη LYRA), ενώ οι κριτικές της εποχής τον έθαψαν κανονικότατα! Τον θεώρησαν μία ατυχή παρένθεση στη δημιουργική του πορεία. («Ευχόμαστε στον ταλαντούχο συνθέτη να τον ξεχάσει το συντομότερο δυνατόν», εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1979). Ευτυχώς κοινό και πανδαμάτωρ χρόνος απεφάνθησαν αλλιώς…

Η δεκαετία του 80 εισβάλλει δυναμικά: Όνειρα και προσδοκίες. Βουτιά στον υλισμό και την αυτοπραγμάτωση. Επικράτηση μιας νοοτροπίας που εξιδανικεύει την ατσιδοσύνη και τον ωχαδερφισμό, που απαξιώνει την ολιγάρκεια και το εργασιακό ήθος. Η διάψευση δεν θα αργήσει και θα είναι μάλλον οδυνηρή, στα χρόνια της πιστωτικής επέκτασης. Ο Θάνος Μικρούτσικος έχει πλέον καθιερωθεί ως ένας από τους πλέον παραγωγικούς και περιζήτητους συνθέτες. Αντιπαλότητες: δημόσια κόντρα και ανταλλαγή ατυχών δηλώσεων με τον Διονύση Σαββόπουλο! Δεν «συναντήθηκαν» ποτέ τους, μέχρι το τέλος, μολονότι κινήθηκαν στα ίδια νεανικά –ίσως και ιδεολογικά- ακροατήρια. Ποτέ μου δεν κατάλαβα αν αυτή η αντιπαράθεση των δύο εκρηκτικών προσωπικοτήτων είχε βαθύτερες αιτίες ιδεολογικές-αισθητικές ή απλά ψυχοπαθολογικές. Πέρα, όμως, από τις αντιπαλότητες υπήρξαν και βαθιές, ουσιαστικές φιλίες: συναυλίες με τον Μάνο Λοΐζο και τον Χρήστο Λεοντή. Μεγάλα ακροατήρια. Υφέρπον πάθος. Ο Μάνος Λοΐζος τον αγάπησε πολύ. Εκτιμούσε, με το σπάνιο αισθητήριό του, το ταλέντο του και επεδίωκε να τον σπρώξει σε πιο λαϊκότροπα μονοπάτια. Μέσα από την έξοχη εξιστόρηση του Ισαάκ Σούση, προσπαθώ με τη φαντασία μου να αναπλάσω τη σκηνή: Παρέα στο Πόρτο-Ράφτη. Λοΐζος, Λεοντής και λοιποί φίλοι, σε υπαίθριο γλέντι, κάτω από τα δέντρα, με κέφι διονυσιακό, ακράτητα γέλια και σόκιν ανέκδοτα. Ανάμεσά τους και ο πιο intellectual Μικρούτσικος, κάπως εκτός του κλίματος, να απολαμβάνει ωστόσο τον αυθορμητισμό της παρέας. Μεζέδες πικάντικοι, σαλάτες, μπίρες και κρασιά. Μεθύσια όμορφα, φιλοσοφικές συζητήσεις, σχέδια για συναυλίες. Ο Λοΐζος να χαμογελά πονηρά στον φίλο του τον Μέγκουλη. Είναι η ώρα για την πλάκα που γουστάρει. «Μάνο, να φέρω κανένα φρουτάκι;» ρωτά με νόημα ο τελευταίος. «Μμμ… ένα φρουτάκι είναι ό,τι πρέπει!» απαντά ο Λοΐζος. Σηκώνεται ο Μέγκουλης και τραντάζει με δύναμη τα κλαδιά της βερυκοκιάς. Πέφτουν τα βερύκοκα κατά ριπάς μέσα στα φαγητά, στις σαλάτες, στα λάδια… γίνονται όλοι ένα χάλι! Ξεκαρδίζεται ο Λοΐζος, πετάγεται αλαφιασμένος ο Μικρούτσικος!  «Γράψε βρε… κάνα ζεϊμπέκικο!», του φωνάζει ο Μάνος μέσα στην αναστάτωση. «Μας έχεις ζαλίσει τον έρωτα με τα κουλτουριάρικα και τον στρατηγό Τιλ!» (σ.σ. από τη «Μουσική πράξη στον Μπρεχτ»). Εδώ που τα λέμε, ήταν να μην πάρει φόρα ο Μικρούτσικος. Τα επόμενα χρόνια, θα μας χαρίσει εκπληκτικά στακάτα ζεϊμπέκικα, όπως η «Πιρόγα», η «Ρόζα» ή το «Ατομική μου ενέργεια».

Ο δίσκος «Εμπάργκο» θα κυκλοφορήσει γύρω στα 1982. Ο Μικρούτσικος απλώνει το χέρι σε μία νέα γενιά στιχουργών και ποιητών. Πρώτη ολοκληρωμένη εμφάνιση του Άλκη Αλκαίου. Συνεργασία και σχέση ζωής που ξεκινά από ένα ποίημα του Αλκαίου δημοσιευμένο στον «Ριζοσπάστη» στα τέλη της δεκαετίας του 70, με τίτλο «Φλεβάρης 1848», το οποίο ο Μικρούτσικος θα μελοποιήσει πάραυτα. Και σε αυτό τον δίσκο, τα σοκ που υπέστη ο «υποφαινόμενος» ακροατής ήταν πολλαπλά και εφάμιλλα του προηγηθέντος αριστουργήματος «Τροπάρια για φονιάδες». Πρόκειται για ένα μουσικό έργο που επιβάλλεται στον ακροατή από την πρώτη μέχρι την τελευταία του νότα. Ο Άλκης Αλκαίος σκιαγραφεί ένα σύμπαν μεθυστικό, όπου το σημαίνον βρίσκεται σε ανελέητο αγώνα δρόμου με το σημαινόμενο. Το σύντομο εναρκτήριο τραγούδι αισθητοποιεί το μανιφέστο μιας καλλιτεχνικής πορείας με έμπρακτο παρελθόν αλλά και προοπτική: «Η Τέχνη δεν πρέπει να αντανακλά σαν τον καθρέφτη / μα σα φακός να μεγεθύνει!». Ακολουθεί το «Κακόηθες Μελάνωμα» αφιερωμένο στον αυτόχειρα αναθεωρητή φιλόσοφο του μαρξισμού Νίκο Πουλαντζά. Αμφότερα ερμηνευμένα μοναδικά από τον ίδιο τον συνθέτη. Και τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου κεντρίζουν τον εφησυχασμό μας, ξυπνούν τις αισθήσεις, ζωγραφίζουν στον αέρα τοπία απόκοσμα. Ο Ίκαρος και ο Προμηθέας, ο Χικμέτ που κάνει διαδήλωση στη Ρώμη, ο χλωμός Μιγκέλ στην πλατεία Χόρχε ντ’Αλβαράδο (τι εξαίσια απροσδιόριστη φιγούρα, μου θύμιζε ανέκαθεν τον καβαφικό νεαρό Καισαρίωνα, για τον οποίο ελάχιστα είχε καταγράψει η Ιστορία κι έτσι ο ποιητής «ελεύθερα τον έπλασε στο νου του, ωραίο κι αισθηματικό, χλωμό και κουρασμένο, ιδεώδη εν τη λύπη του…»), τα κελιά μέσα στο Χημείο του Μαγιού, η ποιήτρια Σύλβια Πλαθ, ο δρομέας «ημιαντοχής» (Διονύσης Σαββόπουλος) έξω από την Ιεριχώ, οι «πρεζονόμοι» που νανουρίζονται με Βάγκνερ, οι Βησιγότθοι, η Αντιγόνη και φυσικά μια Μεσόγειος δεμένη με σκοινιά! Ναι, σωστά καταλάβατε! Στον δίσκο αυτό, καταλαμβάνει τη θέση του  και το «Ερωτικό», γνωστό και ως «Πιρόγα», με τον Μανώλη Μητσιά. Το πρώτο ζεϊμπέκικο του Θάνου Μικρούτσικου που σφράγισε μια εποχή. Θείο και λυτρωτικό. Τραγούδι συγκυρίας, από αυτά που θα αποτελέσουν σπάνια αρχαιολογικά ευρήματα για τον ιστορικό του μέλλοντος! Αλλά και η απαρχή μιας ευρύτατης αποδοχής! Η μετάβαση σε μία νέα δημιουργική περίοδο. Πάντως, χωρίς υπερβολή, το «Εμπάργκο» μας στοίχειωσε, μας αιχμαλώτισε ισόβια!

Αναπόδραστα, αυτή η πλατιά αποδοχή θα εδραιωθεί με τον επόμενο δίσκο. Συνάντηση κορυφής, με την Χαρούλα Αλεξίου. «Η αγάπη είναι ζάλη». Πρωτοφανής εμπορική απήχηση που δεν συνεπάγεται και υποχώρηση στην ποιότητα. Τα ραδιόφωνα παίζουν νυχθημερόν το ομώνυμο του δίσκου, που επικαλύπτει τα υπόλοιπα πανέμορφα τραγούδια με στίχους ακριβούς, όπως το «Μικρή μου μωβ βεντάλια», το «Θέατρο σκιών», το «Φεύγω και μη με περιμένεις» και φυσικά την εμβληματική «Ελένη», σε στίχους του ακριβοθώρητου Μπάμπη Τσικληρόπουλου («Να πεθαίνεις για την Ελλάδα είναι άλλο / κι άλλο εκείνη να σε πεθαίνει… »). Ακολουθεί η δημιουργική ώσμωση με τον κοφτερό λόγο του Κώστα Τριπολίτη, που θα γεννήσει δύο ανατρεπτικούς δίσκους, το «Όλα από χέρι καμένα» με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου (1988) και το «Συγγνώμη για την άμυνα», (1992) με τον Γιώργο Νταλάρα.

Και μετά; Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας. Μια εμπλουτισμένη επαναπροσέγγιση στον Καββαδία με τις «Γραμμές των Οριζόντων» (1991), η θητεία του στο Υπουργείο Πολιτισμού, ένας δίσκος με την ντίβα του ιταλικού τραγουδιού Μίλβα, η καλλιτεχνική διεύθυνση της δισκογραφικής εταιρείας HIS MASTER’S VOICE, με την ετικέτα της οποίας θα εκδοθούν αληθινά διαμάντια επί των ημερών του…

Στην ύστερη περίοδό του, επιβάλλεται μια αναφορά σε τρεις τελευταίους αλλά πολύτιμους δίσκους: 1996 και «Στου αιώνα την παράγκα». Μια κομβική συνεργασία ζωής με τον Δημήτρη Μητροπάνο. Το μέτρο του απόλυτου λαϊκού τραγουδιού! Όλα άρτια! Ο κατάλληλος ερμηνευτής στην κατάλληλη στιγμή. Στον δίσκο αυτό, βρήκε επιτέλους στέγη φιλόξενη και η θρυλική «Ρόζα» που περιπλανήθηκε «αδισκογράφητη» για αρκετά χρόνια. Όταν ο Μικρούτσικος έγραψε την «Πιρόγα», λένε ότι την πήγε στον Βασίλη Τσιτσάνη, στο «Σκοπευτήριο» της Καισαριανής, να του πει τη γνώμη του. Εκείνος άκουγε σκεφτικός και αμίλητος. Έπειτα, του είπε ξερά: «Καλό ήταν…». «Τι θα πει καλό ήταν, δάσκαλε;» ρώτησε ανυπόμονα ο Μικρούτσικος. «Καλό» επανέλαβε ο Τσιτσάνης. «Μόνο βρε παιδί μου, τι τους ήθελες τους Βησιγότθους; Δεν μπορείς να γράφεις λίγο πιο straight;;;» συνέχισε. Ο Μικρούτσικος έφυγε λίγο τσατισμένος και αρκετά προβληματισμένος. Πήγε στο σπίτι του και το ίδιο βράδυ, έγραψε τη «Ρόζα». Την ηχογράφησε πρόχειρα σε μία άθλια κασέτα και την πρότεινε στη Χαρούλα Αλεξίου, μερικά χρόνια αργότερα. Εκείνη το απέρριψε από την πρώτη στροφή, μάλλον λόγω της κακής ηχογράφησης! Δέκα χρόνια αργότερα το πρότεινε στον Δημήτρη Μητροπάνο, με τη σκέψη ότι θα απορριφθεί και πάλι. Ο Μητροπάνος, από την πρώτη στροφή επίσης, πετάχτηκε ενθουσιασμένος φωνάζοντας: «Αυτό είναι!». Το ένστικτό του τον δικαίωσε. Και εκεί η Ρόζα τερμάτισε την περιπλάνησή της και βρήκε δικαιωματικά τη θέση της, ανάμεσα σε σπουδαία καθαρόαιμα λαϊκά τραγούδια… («Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι / με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη / στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι / πάντα γελαστοί, πάντα γελαστοί / πάντα γελαστοί και γελασμένοι»).

Ο Μάνος Λοΐζος θα χαμογελούσε δικαιωμένος…

1999 και «Θάλασσα στη σκάλα». Άλλη μία ολοκληρωμένη συνεργασία με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, μάλλον η κορυφαία τους! Οι στίχοι εδώ χρεώνονται στον Οδυσσέα Ιωάννου, ένα στιχουργό που φαίνεται εδώ να ωριμάζει απότομα και να συνομιλεί επί ίσοις όροις με τον Μάνο Ελευθερίου από τα «Τροπάρια…» και τον Άλκη Αλκαίο του «Εμπάργκο». («Είναι που ονειρεύεται πως φεύγει για ταξίδια / πως μπαίνει μέσα σε παλιές φωτογραφίες / ξέρει αν μπορούσε θα ‘κανε μία απ’ τα ίδια / αλλά τι νόημα έχει το όνειρο χωρίς μικρές νοθείες», ονειρώδες και αισιόδοξα ευφρόσυνο το ξεκίνημα του δίσκου, μελαγχολικό ωστόσο το φινάλε, στην απαρχή μιας νέας χιλιετίας: «Φοράνε τζιν και κόβουν βόλτες / της εποχής μου οι καταδότες / πίνουν ποτά, μασάν παγάκια / φτύνουν γυαλιά μες τα τασάκια»).

Τελευταίος σταθμός, το 2003. Ο «Άμλετ της Σελήνης» με τη βελούδινη φωνή του Χρήστου Θηβαίου. Και μόνο για το ομότιτλο διαχρονικό διαμάντι του Μάνου Ελευθερίου, αφιερωμένο στον ψυχογράφο – πεζογράφο Γιώργο Χειμωνά, θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για μία εξέχουσα δισκογραφική κατάθεση.

Τελευταία εικόνα. Ημίφως. Ένα μαύρο πιάνο με ουρά. Ο μαυροντυμένος Θάνος Μικρούτσικος,σκυμμένος στα πλήκτρα, εκστατικός, με την πίπα του να αφήνει δαχτυλίδια από καπνό, αυτοσχεδιάζει…  «Επτά σε παίρνει αριστερά / μην το ζορίζεις / μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη». Οι εφτά νάνοι από το S/S Cyrenia βγαίνουν επί σκηνής. Κοιτάζουν γύρω τους σα χαμένοι. Τον περιτριγυρίζουν, καθώς ο αυτοσχεδιασμός ξεδιπλώνεται. «Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα / ποιος ρήγα γιός θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι». Τα μάτια βουρκώνουν. Οι αναπτήρες ανάβουν. Ταπεινό ρέκβιεμ. Ύστατος αποχαιρετισμός. «Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει». Ναι! Πιο βαθύ. Μα τι είναι αυτό που με «λερώνει»; Σαράντα χρόνια και βάλε, δεν μπόρεσα να το συναισθανθώ… «Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια». Κι εσύ πού θα πας Θάνο; Σε ποιους δρόμους θα σε βγάλει η ανήσυχη ιδιοσυγκρασία σου; Και να, τι θέλω τώρα να σας πω… Θα μας λείψει εκείνος ο αεικίνητος άνθρωπος που με κινήσεις νευρικές, μέσα σε ένα κλειστό αποστειρωμένο δωμάτιο, άνοιγε διαρκώς παράθυρα στο αθέατο, να μπει αέρας καθαρός. Κι εσύ Άννα, μην κλαις… Οι άνθρωποι φεύγουν, τα τραγούδια μένουν. Με ακέραιους τους χυμούς τους. Σαν πυγολαμπίδες. Σαν φάροι στο σκοτάδι. Σαν εγερτήρια. Ή ακόμα και σαν συλλογικές φαντασιώσεις… τι πειράζει…;

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ