Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020

Απόλυση συνδικαλιστικού στελέχους λόγω προσκόμισης πλαστού πιστοποιητικού προϋπηρεσίας – Δεδικασμένο αποφάσεων του ΣτΕ

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Απόλυση συνδικαλιστικού στελέχους λόγω προσκόμισης πλαστού πιστοποιητικού προϋπηρεσίας – Δεδικασμένο αποφάσεων του ΣτΕ

Το άρθρο 14 παρ. 10 ν.1264/1982 απαριθμεί τους λόγους για τους οποίους, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των προστατευόμενων συνδικαλιστικών στελεχών, στους οποίους συγκαταλέγεται (περ. α΄) και η εξαπάτηση του εργοδότη κατά τη σύναψη της σύμβασης με τη χρήση ψεύτικων πιστοποιητικών ή βιβλιαρίων προκειμένου το συνδικαλιστικό στέλεχος να προσληφθεί ή να λάβει μεγαλύτερη αμοιβή.

Ο λόγος αυτός πρέπει να διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15 του ιδίου νόμου και αν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος σύμβασης εργασίας είναι άκυρη.

Για την ύπαρξη ενός από τους λόγους αυτούς του άρθρου 14 παρ. 10 αποφασίζει, πριν από την καταγγελία της σχέσεως εργασίας, κατά πλειοψηφία, η πρωτοβάθμια Επιτροπή Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών, της οποίας η απόφαση υπόκειται σε έφεση ενώπιον δευτεροβάθμιας επιτροπής.

Παρά την διαπιστωμένη ύπαρξη του λόγου, ο εργαζόμενος δεν κωλύεται να υποστηρίξει ότι η άσκηση εκ μέρους του εργοδότη του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική (Α.Κ. 281).

Αν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της έκτακτης καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, όμως η προσφυγή του εργοδότη στην έκτακτη καταγγελία ελέγχεται κατά το άρθρο 281 Α.Κ. από το δικαστήριο, το οποίο ερευνά αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας.

Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη.  Η απόφαση του ΣτΕ, με τους ίδιους διαδίκους, που επικύρωσε την απόφαση της Επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών με την οποία κρίθηκε ότι συντρέχει ο συγκεκριμένος λόγος καταγγελίας, δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια, αφού αυτή αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των παρόντων διαδίκων για το ότι ο ενάγων, κατά τη σύναψη της συμβάσεως εργασίας με την εργοδότρια εταιρεία, υπέβαλε την επίμαχη αναληθή βεβαίωση προκειμένου να επιτύχει την καταβολή αυξημένης μηνιαίας αμοιβής με την αναγνώριση του σχετικού χρόνου προϋπηρεσίας και ενώ γνώριζε το αναληθές του περιεχομένου της (Απόφαση του Α.Π., Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου, τόμος 2020, σελ. 609 επ.).

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ