Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Σύμβαση εμμίσθου δικηγόρου στον δημόσιο τομέα

Αντισυνταγματική η υποχρεωτική εκ του νόμου μετατροπή της σύμβασης εμμίσθου δικηγόρου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Σύμβαση εμμίσθου δικηγόρου στον δημόσιο τομέα

Εφόσον για την πρόσληψη του δικηγόρου δεν προβλέπεται υποχρεωτικά εκ του νόμου η τήρηση ορισμένης ειδικής διοικητικής διαδικασίας επιλογής, η σύμβαση καταρτίζεται αποκλειστικά βάσει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου και δεν προηγείται αυτής η έκδοση διοικητικής πράξης.

Η παροχή υπηρεσιών του δικηγόρου στο πλαίσιο σχέσης εξαρτημένης εργασίας και η εξάρτησή του από το διευθυντικό δικαίωμα οποιουδήποτε εργοδότη (συμπεριλαμβανομένου και του Δημοσίου) δεν συνάδει με τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της δικηγορίας.

Η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου αποτελεί δικαιολογημένη εξαίρεση από τον ανωτέρω κανόνα, επειδή δεν φέρει τα κύρια χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ενώ διατηρούνται παράλληλα η ανεξαρτησία και οι ειδικές υποχρεώσεις του δικηγόρου ως συλλειτουργού της δικαιοσύνης.

Μεταφορά δικηγόρων από καταργούμενη Α.Ε. του δημοσίου τομέα σε νεοϊδρυόμενο Ν.Π.Δ.Δ. που υποκαθίσταται στις δραστηριότητες τις οποίες προηγουμένως ασκούσε εκείνη.

Μετά τη μεταφορά, επιλογή ορισμένου μόνο αριθμού εξ αυτών που θα συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως δικηγόροι, και υποχρεωτική μετατροπή των συμβάσεων των υπολοίπων σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας υπαλλήλων ΠΕ Νομικής, επί ποινή απολύσεως.

Ο εξαναγκασμός με νόμο δικηγόρων να αποδεχθούν την απασχόλησή τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, που συνεπάγεται την απώλεια της δικηγορικής τους ιδιότητας, προσβάλλει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, λόγω του αιφνίδιου χαρακτήρα της ρύθμισης και της έλλειψης κάθε μεταβατικής περιόδου, όταν μάλιστα το σύνολο του προσωπικού της Α.Ε. μεταφέρθηκε αυτούσιο στο Ν.Π.Δ.Δ. χωρίς την αλλαγή του status του.

Η βλαπτική αυτή μεταβολή του νομικού statusτων εναγόντων που επιχειρήθηκε χωρίς να συντρέχει κάποιος λόγος δημοσίου συμφέροντος συνιστά ανεπίτρεπτη νομοθετική επέμβαση, η οποία πλήττει παράνομα το ατομικό τους δικαίωμα στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους (άρθρο 5 Σ.), καθώς και το δικαίωμά τους στην περιουσία (άρθρο 1 του Π.Π.Π. Ε.Σ.Δ.Α.).

Επιπλέον, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, επειδή οι υπηρεσίες που καλούνται να παρέχουν οι ενάγοντες είναι καθαρά δικηγορικές, το εναγόμενο δεν αποκομίζει κανένα οικονομικό όφελος από τη ρύθμιση, αφού οι ενάγοντες θα συνεχίσουν να λαμβάνουν τις ίδιες αποδοχές, ενώ το εναγόμενο στερείται των υπηρεσιών που μόνο δικηγόροι έχουν το δικαίωμα να παρέχουν.

Είναι δε υπέρμετρα επαχθές για τους ενάγοντες, αφού η απώλεια της ιδιότητας του δικηγόρου δεν ωφελεί καθόλου το εναγόμενο, όπως δεν το βλάπτει σε τίποτα η διατήρηση της ιδιότητάς τους αυτής, με συνέπεια να ξεπερνιέται κάθε όριο του αναγκαίου για την προστασία του νομικού προσώπου μέτρου.

Οι ενάγοντες δεν δικαιούνται όμως αντιμισθίες υπερημερίας, επειδή το εναγόμενο κατέβαλε σε όσους απολύθηκαν τελικά τη νόμιμη αποζημίωσή τους (Απόφαση του Μον.Πρωτ.Αθηνών, Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου, τόμος 2020, σελ. 687 επ.).

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ