Με βάση αυτή την αρχή, ο χρόνος απλής μετακίνησης εκτός έδρας —δηλαδή ο χρόνος μετάβασης από την έδρα της υπηρεσίας προς τον τόπο αποστολής και ο χρόνος επιστροφής— δεν συνυπολογίζεται, κατά κανόνα, ως χρόνος εργασίας. Η μετακίνηση αυτή καθαυτή δεν συνιστά παροχή υπηρεσίας, εφόσον ο υπάλληλος δεν εκτελεί κατά τη διάρκειά της συγκεκριμένα υπηρεσιακά καθήκοντα. Επομένως, η απλή χρονική επιβάρυνση λόγω ταξιδιού δεν προσμετράται αυτομάτως στο ημερήσιο υποχρεωτικό ωράριο.
Αντίθετα, ως χρόνος εργασίας λογίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπάλληλος, ευρισκόμενος εκτός έδρας, συμμετέχει σε σύσκεψη, διενεργεί έλεγχο, ασκεί εποπτεία, εκτελεί συγκεκριμένη αποστολή ή εν γένει παρέχει πραγματική υπηρεσία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν έχει σημασία ότι η εργασία παρέχεται εκτός του συνήθους χώρου εργασίας· κρίσιμο είναι ότι υπάρχει ενεργή εκτέλεση καθηκόντων. Συνεπώς, η διάκριση δεν γίνεται με βάση τον γεωγραφικό τόπο, αλλά με βάση το αν υπάρχει ουσιαστική παροχή εργασίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το ζήτημα της υπερωριακής ή πρόσθετης απασχόλησης. Στον δημόσιο τομέα, η υπερωρία δεν αναγνωρίζεται αυτομάτως λόγω υπέρβασης του οκταώρου ή του καθορισμένου ημερήσιου ωραρίου. Για να υπάρξει δικαίωμα υπερωριακής αποζημίωσης, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά ορισμένες προϋποθέσεις: να υπάρχει πραγματική εργασία πέραν του κανονικού ωραρίου, να καλύπτονται αυξημένες ή έκτακτες υπηρεσιακές ανάγκες και, κυρίως, να έχει προηγηθεί σχετική διοικητική πράξη ή έγκριση από το αρμόδιο όργανο, η οποία να προβλέπει την υπερωριακή απασχόληση και να καθορίζει το σχετικό πλαίσιο.
Η απλή υπέρβαση του ημερήσιου χρόνου απασχόλησης λόγω μετακίνησης, χωρίς να έχει παρασχεθεί πρόσθετη εργασία και χωρίς προηγούμενη έγκριση υπερωρίας, δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημίωσης. Η λογική της νομοθεσίας είναι ότι η υπερωρία αποτελεί θεσμοθετημένη εξαίρεση και όχι αυτόματη συνέπεια κάθε χρονικής επιβάρυνσης. Απαιτεί διοικητική πρόβλεψη και πραγματική παροχή υπηρεσίας.
Συνολικά, το ισχύον πλαίσιο στον δημόσιο τομέα δίνει έμφαση στο ουσιαστικό περιεχόμενο της εργασίας και όχι στη χρονική διάρκεια της μετακίνησης. Ο χρόνος ταξιδιού εκτός έδρας δεν λογίζεται κατ’ αρχήν ως εργασία, ενώ η υπερωριακή αποζημίωση προϋποθέτει συγκεκριμένες νομικές και διοικητικές προϋποθέσεις. Για τον λόγο αυτό, κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά και τις σχετικές υπηρεσιακές αποφάσεις, ώστε να διαπιστώνεται αν συντρέχουν οι όροι αναγνώρισης χρόνου εργασίας ή υπερωρίας.
Πηγή: Δικηγόρος Εργατολόγος

