Παρασκευή 03 Δεκεμβρίου 2021

Ιωάννης  Β. Σαμέλης: Φορολογικός έλεγχος και καταλογισμός: Πρακτικός οδηγός «βήμα-βήμα» αντιμετώπισης, από την έναρξη του ελέγχου μέχρι τα Διοικητικά Δικαστήρια

Αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του Δημοσίου να ελέγχει όλους τους φορολογουμένους και να προβαίνει σε κάθε πρόσφορο, αλλά και σύννομο μέτρο, για την ορθή αποτύπωση και απόδοση των φορολογικών εσόδων, αλλά και την πάταξη της φοροδιαφυγής.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Ιωάννης  Β. Σαμέλης: Φορολογικός έλεγχος και καταλογισμός: Πρακτικός οδηγός «βήμα-βήμα» αντιμετώπισης, από την έναρξη του ελέγχου μέχρι τα Διοικητικά Δικαστήρια

Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους κάθε επιχειρηματία, αυτοαπασχολούμενου ή ελεύθερου επαγγελματία είναι να πληροφορηθεί ότι ξεκινά από την φορολογική αρχή έλεγχος στα βιβλία και στοιχεία του, με σκοπό την ενδεχόμενη ανακάλυψη αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης, όλων των φορολογικών αντικειμένων. Αιτία για αυτό είναι η πολυνομία, η πολυπλοκότητα των φορολογικών διατάξεων, ενδεχομένως και η διάπραξη φοροδιαφυγής εκ μέρους του ελεγχόμενου.

Από την άλλη, αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του Δημοσίου να ελέγχει όλους τους φορολογουμένους και να προβαίνει σε κάθε πρόσφορο, αλλά και σύννομο μέτρο, για την ορθή αποτύπωση και απόδοση των φορολογικών εσόδων, αλλά και την πάταξη της φοροδιαφυγής.

Προκειμένου να είμαστε, επομένως, απολύτως σύννομοι, αλλά και έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε, με κάθε νόμιμο μέσο, όλες τις ελεγκτικές ενέργειες, αλλά και να αντικρούσουμε ενδεχόμενες διοικητικές παραλείψεις ή και αυθαιρεσίες, παρατίθεται συνοπτικός «οδικός χάρτης» των ελεγκτικών ενεργειών, αλλά και αντίστοιχα «βήματα» αντιμετώπισής τους, ώστε να μην δημιουργείται αχρείαστος πανικός στον φορολογούμενο, εν όψει των ενεργειών των ελεγκτικών αρχών.

  • Πρώτο βήμα της ελεγκτικής αρχής που υπάγεται στην ΑΑΔΕ είναι να εκδώσει και να αποστείλει την εντολή ελέγχου στον φορολογούμενο, στην οποία υποχρεωτικώς περιλαμβάνονται τα ελεγχόμενα φορολογικά αντικείμενα, και οι αντίστοιχες φορολογικές χρήσεις. Παράλληλα, αποστέλλεται, κατ’ άρθρο 14 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [ν.4174/2013], Αίτημα παροχής πληροφοριών, με το οποίο ζητάται εντός πέντε [5] εργασίμων ημερών από την λήψη του, η προσκόμιση συγκεκριμένων εγγράφων [π.χ. βιβλία και στοιχεία της επιχείρησης, κατάσταση τραπεζικών λογαριασμών και χρηματοοικονομικών προϊόντων, κατάσταση συμμετοχών σε εταιρίες εξωτερικού, έγγραφα στοιχεία απόκτησης εμπράγματων δικαιωμάτων κλπ.] Συχνά, με την αποστολή του ως άνω αιτήματος, παρέχεται η δυνατότητα εκ των υστέρων υποβολής συμπληρωματικών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, ώστε να καταβληθούν την ύστατη στιγμή φόροι, από απόκρυβείσα μέχρι πρότινος φορολογητέα ύλη, προ της έναρξης του ελέγχου.
  • Σε περίπτωση που δεν υποβληθούν δηλώσεις, προσκομιστεί το σύνολο ή μέρος των όσων ζητήθηκαν, και τα στοιχεία δεν κριθούν επαρκή από την ελεγκτική αρχή, τότε εκδίδεται Σημείωμα Διαπιστώσεων κατ’ άρθρο 28 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας [ν.4174/2013], εντός του οποίου περιγράφονται ακριβώς οι διαπιστώσεις του ελέγχου, προτού ακουστεί ο φορολογούμενος, εκδίδονται μάλιστα και προσωρινές πράξεις προσδιορισμού φόρου, που αποτυπώνουν ποσοτικώς σε επίπεδο φορολογίας και προστίμων τα όσα έχουν διαπιστωθεί, και επιδίδονται. Σε απάντηση αυτών, και προκειμένου να εκπληρωθεί και το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης κατ’ άρθρο 20 παρ.2 του Συντάγματος, και 6 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ο φορολογούμενος δύναται να υποβάλει απαντητικό υπόμνημα, εντός είκοσι [20] ημερών από την επίδοση των ανωτέρω, στην ελεγκτική αρχή, με την οποία θα αντικρούει τα όσα διαπιστώνονται εις βάρος του.
  • Εφόσον οι απαντήσεις δεν κριθούν ικανοποιητικές, εν όλω ή εν μέρει, τότε ακολουθεί το επόμενο στάδιο, η ελεγκτική αρχή συντάσσει Έκθεση Ελέγχου, στην οποία αναγράφει τα αποτελέσματα αυτού συμπεριλαμβάνοντας τις απόψεις του φορλογούμενου και εκδίδει Οριστικές Πράξεις καταλογισμού, αναλόγως του φορολογικού αντικειμένου, που αποτελούν εκτελεστές καταλογιστικές πράξεις. Αυτές επιδίδονται και ταυτοχρόνως, η ελεγκτική αρχή βεβαιώνει ταμειακώς τους φόρους και τα πρόστιμα, στο ΑΦΜ του φορολογούμενου και των κατά νόμον συνυπόχρεων, εάν υπάρχουν. Σε αντίκρουση αυτών, ασκείται Ενδικοφανής προσφυγή κατ’ άρθρο 63 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, εντός τριάντα [30] ημερών από την επίδοση, η οποία απευθύνεται στην Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ, και κατατίθεται σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή στην εκδούσα τις καταλογιστικές πράξεις αρχή, η οποία υποχρεούται στην αντίστοιχη διαβίβαση εντός επτά [7] ημερών από την κατάθεση. Προσοχή! Η άσκηση Ενδικοφανούς προσφυγής αποτελεί υποχρεωτικό δικονομικό στάδιο, καθώς απευθείας άσκηση προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου είναι απαράδεκτη.
  • Η άσκηση Ενδικοφανούς προσφυγής δεν αναστέλλει τον καταλογισμό, το σχετικό αίτημα θα πρέπει να ασκηθεί με αντίστοιχη αίτηση αναστολής, ταυτόχρονα, ενώπιον της ίδιας αρχής.
  • Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών οφείλει εντός εξήντα [60] ημερών να απαντήσει επί του αιτήματος αναστολής, άλλως αυτό τεκμαίρεται ως σιωπηρώς απορριφθέν. Αντιστοίχως, επί της Ενδικοφανούς προσφυγής, η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών οφείλει εντός εκατόν είκοσι [120] ημερών από την άσκησή της να απαντήσει. Οι προθεσμίες αυτές αναστέλλονται για το διάστημα 1-31 Αυγούστου.
  • Σε περίπτωση που δεν εκδοθεί απόφαση στην ως άνω προθεσμία, η Ενδικοφανής προσφυγή τεκμαίρεται απορριφθείσα, και εκκινεί προθεσμία τριάντα [30] ημερών για την άσκηση Προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου κατ’ άρθρα 63-70 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Στην περίπτωση που εκδοθεί απορριπτική απόφαση από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, εν όλω ή εν μέρει, ομοίως ασκείται Προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου, η προθεσμία όμως των [30] ημερών εκκινεί από την ημέρα επίδοσης της απόφασης, και όχι από την λήξη της προηγούμενης προθεσμίας των εκατόν είκοσι [120] ημερών, όπως στην περίπτωση της σιωπηράς απόρριψης. Σε περίπτωση που η Ενδικοφανής Προσφυγή γίνει δεκτή, το Ελληνικό Δημόσιο δεν δικαιούται να προσφύγει εναντίον της και η φορολογική υπόθεση λήγει εκεί.
  • Η Προσφυγή ασκείται ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου, και συνοδεύεται από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου ίσου με το 1% του επιβληθέντος κύριου φόρου ή προστίμου, καταβλητέου κατά το 1/3 με την άσκηση της προσφυγής και των υπολοίπων 2/3 μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης κατ’ άρθρο 277 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Η άσκηση προσφυγής ομοίως δεν αναστέλλει τον καταλογισμό, το σχετικό αίτημα θα πρέπει να ασκηθεί με ξεχωριστή αίτηση αναστολής, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, κατ’ άρθρα 200-205 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
  • Για φορολογική διαφορά κύριου φόρου ή προστίμου μέχρι εξήντα χιλιάδες [60.000,00] Ευρώ, αρμόδιο είναι το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο του τόπου όπου εδρεύει η εκδούσα τις καταλογιστικές πράξεις αρχή. Για φορολογική διαφορά κύριου φόρου και προστίμου άνω των εξήντα χιλιάδων και μέχρι τις εκατόν πενήντα [60.000,01-150.000,00] Ευρώ, αρμόδιο είναι το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο, ενώ για φορολογική διαφορά κύριου φόρου και προστίμου άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων [150.000,00] Ευρώ, αρμόδιο είναι σε πρώτο και τελευταίο βαθμό το Τριμελές Διοικητικό Εφετείο, κατ’ άρθρον 6 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
  • Κατά της απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου για φορολογική διαφορά κύριου φόρου ή προστίμου άνω των πέντε χιλιάδων [5.000,00] Ευρώ, δύναται να ασκηθεί Έφεση κατ’ άρθρα 92-100 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου, εντός εξήντα [60] ημερών από την επίδοση αυτής, και πάντως όχι μετά από τρία [3] χρόνια από την έκδοσή της.
  • Κατά της απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, ομοίως δύναται να ασκηθεί Έφεση κατ’ άρθρα 92-100 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου, εντός εξήντα [60] ημερών από την επίδοση αυτής, και πάντως όχι μετά από τρία [3] χρόνια από την έκδοσή της.
  • Η Έφεση συνοδεύεται από την υποχρέωση καταβολής παραβόλου ίσου με το 1% του πρωτοδίκως επιβληθέντος κύριου φόρου ή προστίμου, καταβλητέου κατά το 1/3 με την άσκηση της προσφυγής και των υπολοίπων 2/3 μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης, καθώς και από την καταβολή ποσοστού 20% επί του επιβληθέντος κύριου φόρου. Τα ανωτέρω ποσά ή ποσοστά παραβόλων μειώνονται στο μισό για αποφάσεις Μονομελούς Δικαστηρίου.
  • Η Έφεση δεν αναστέλλει το αποτέλεσμα της πρωτόδικης απόφασης και την υποχρέωση καταβολής ποσοστού ποσοστού 20% επί του επιβληθέντος κύριου φόρου, τούτο δύναται να επιτευχθεί με ξεχωριστή αίτηση αναστολής, κατ’ άρθρα 206-210 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
  • Κατά των αποφάσεων του Μονομελούς Διοικητικού Εφετείου για φορολογική διαφορά κύριου φόρου ή προστίμου άνω των Σαράντα χιλιάδων [40.000,00] Ευρώ, καθώς και κατά των αποφάσεων του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου, κατ έφεση ή σε πρώτο βαθμό, δύναται ο φορολογούμενος να ασκήσει Αίτηση Αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ άρθρα 53-57 του Π.Δ. 18/1989.
  • Η Αίτηση Αναίρεσης συνοδεύεται για την παραδεκτή άσκησή της από υποχρέωση καταβολής παραβόλου τριακοσίων πενήντα [350,00] Ευρώ], αλλά και από έκθεση στο δικόγραφο με την οποία να επισημαίνεται ότι δεν υφίσταται αντίθετη νομολογία του ΣτΕ με το τιθέμενο νομικό ζήτημα, ή νομολογία που συνάδει με αυτό, και ρητή επίκλησή της. Η Αίτηση Αναίρεσης ασκείται εντός εξήντα [60] ημερών από την επίδοση της Εφετειακής Απόφασης, και δεν χωρεί αναστολή σε αυτήν.
  • Αυτά ήταν τα βήματα, από το «Α» της έκδοσης εντολής φορολογικού ελέγχου, έως το «Ω» της συζήτησης της υπόθεσης στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, με τρόπο συνοπτικό, και ελπίζω, να φανούν χρήσιμα.

Ο Ιωάννης Β. Σαμέλης είναι Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω και ΣτΕ

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ