Κυριακή 05 Δεκεμβρίου 2021

Κυβερνοβία: Δικαστική απόφαση δικαιώνει γυναίκα για τη νέα διαδικτυακή μορφή ενδοοικογενειακής βίας – Επιδικάζει αποζημίωση

Με ψεύτικα προφίλ στο όνομά της σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο πρώην σύντροφός της ανέβαζε φωτογραφίες και την απειλούσε.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Κυβερνοβία: Δικαστική απόφαση δικαιώνει γυναίκα για τη νέα διαδικτυακή μορφή ενδοοικογενειακής βίας – Επιδικάζει αποζημίωση

Είχε ζήσει την ενδοοικογενειακή βία κυριολεκτικά στο… πετσί της, όταν ο σύντροφός της μετά τον χωρισμό τους άρχισε να της επιτίθεται και να την παρενοχλεί. Οι καταγγελίες της δεν εισακούστηκαν.

Ο πρώην σύντροφος, όμως, προχώρησε σε ένα ακόμη βήμα κακοποίησης. Πρόκειται για το νέο φαινόμενο της κυβερνοβίας, όπου στην πράξη αξιοποιούνται το διαδίκτυο και τα ψηφιακά μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την παρενόχληση.

Εκτός από τις δια ζώσης επιθέσεις για τις οποίες δεν ελήφθη κάποιο μέτρο από τις αρχές, η γυναίκα υπέστη και διαδικτυακή παρενόχληση. Τον Ιούνιο του 2016 κατήγγειλε στην  αστυνομία ότι ο πρώην σύντροφός της είχε χρησιμοποιήσει το όνομά της, προσωπικά στοιχεία και γυμνές φωτογραφίες της, για να δημιουργήσει ψεύτικα προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσθέτοντας συμμαθητές του γιου τους και του δασκάλου του ως φίλους.

Αυτή ανέφερε, επίσης,  στην αστυνομία τα ψεύτικα προφίλ της στο Instagram και σε ένα εγχώριο κοινωνικό δίκτυο, την ανακάλυψη μιας συσκευής εντοπισμού GPS στην επένδυση της τσάντας της και απειλές για θανάτωσή της που αποστέλνονταν μέσω των κοινωνικών μέσων.

Ωστόσο, όπως έκρινε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στο οποίο προσέφυγε η απάντηση των αρχών στον γνωστό κίνδυνο επαναλαμβανόμενης βίας ήταν προφανώς ανεπαρκής και μέσω της αδράνειας και της αποτυχίας τους να λάβουν μέτρα αποτροπής, είχαν επιτρέψει στον σύντροφό της να συνεχίσει να απειλεί, να παρενοχλεί και να επιτίθεται στην προσφεύγουσα.

Αναγκάστηκε να αλλάξει όνομα

Η προσφεύγουσα, Valeriya Igorevna Volodina, είναι Ρωσίδα υπήκοος η οποία γεννήθηκε το 1985. Άλλαξε το όνομά της το 2018 και το νέο της όνομα και διεύθυνση δεν αποκαλύπτονται για λόγους ασφαλείας.

Μετά τον χωρισμό της από τον τότε σύντροφό της S., υπήκοο του Αζερμπαϊτζάν, ο τελευταίος άρχισε να της επιτίθεται και να την παρενοχλεί. Η αποτυχία των αρχών να την προστατεύσουν  από τις πράξεις βίας ήταν το θέμα της πρώτης προσφυγής της  προσφεύγουσας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, Volodina κατά Ρωσίας.

Εκτός από τις επιθέσεις, η προσφεύγουσα υπέστη και τη διαδικτυακή παρενόχληση. Οι αρχές αρνήθηκαν αρχικά να προχωρήσουν περαιτέρω με τις καταγγελίες, επικαλούμενοι την έλλειψη εδαφικής δικαιοδοσίας ή την έλλειψη αδικήματος. Μια ποινική έρευνα ξεκίνησε τελικά τον Μάρτιο του 2018.

Τον Οκτώβριο του 2020 η αστυνομία έκλεισε την υπόθεση λόγω παραγραφής, παρόλο που διαπίστωσε ότι ήταν, όντως, ο S. αυτός που είχε δημοσιεύσει τις γυμνές φωτογραφίες της προσφεύγουσας- οι οποίες βρέθηκαν στο κινητό του – χωρίς τη συγκατάθεσή της.

Καμία ποινική έρευνα δεν κινήθηκε σχετικά με την ανακάλυψη του GPS ή των απειλών για τη ζωή της. Η αστυνομία δεν διερεύνησε καθόλου τις διαδικτυακές απειλές, καταλήγοντας στο συμπέρασμα, ότι δεν υπήρξε κανένα αδίκημα, επειδή οι απειλές δεν ήταν «πραγματικές». Κι έτσι υπέβαλε νέα προσφυγή στο ΕΔΔΑ.

Η απόφαση του ΕΔΔΑ

Το Δικαστήριο επανέλαβε ότι τα κράτη ήταν υποχρεωμένα να θεσπίσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικά ένα σύστημα κυρώσεων για κάθε μορφή ενδοοικογενειακής βίας, είτε συμβαίνει εκτός διαδικτύου είτε διαδικτυακά, και να παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις για τα θύματα.

Πρώτον, το Δικαστήριο ήταν πεπεισμένο ότι το ρωσικό δίκαιο περιείχε μηχανισμούς αστικού δικαίου και ποινικές διατάξεις για την προστασία της ιδιωτικής ζωής ενός ατόμου. Οι αρχές ήταν, έτσι, εξοπλισμένες με τα νομικά εργαλεία για τη διερεύνηση της βίας στον κυβερνοχώρο, της οποίας η προσφεύγουσα ήταν  θύμα.

Ωστόσο, η ρωσική νομοθεσία δεν παρείχε στα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας κανένα μέτρο προστασίας, όπως περιοριστικά μέτρα ή εντολή προστασίας. Μία προσφάτως εκδομένη διάταξη για την αποτροπή ορισμένων σχετικών συμπεριφορών δεν προσέφερε την απαραίτητη προστασία σε θύματα συμπάσχοντα με την προσφεύγουσα. Τέτοιες διατάξεις γίνονται διαθέσιμες μόνο όταν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να προσαφθούν στον δράστη, αλλά στην περίπτωση της προσφεύγουσας, η έρευνα δεν ξεπέρασε το στάδιο της απλής υποψίας.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απάντηση των ρωσικών αρχών στον γνωστό κίνδυνο επαναλαμβανόμενης βίας ήταν προφανώς ανεπαρκής και ότι, μέσω της αδράνειας και της αποτυχίας τους να λάβουν μέτρα αποτροπής, είχαν επιτρέψει στον S. να συνεχίσει να απειλεί, να παρενοχλεί και να επιτίθεται στην προσφεύγουσα.

Τέλος, ο τρόπος με τον οποίο οι ρωσικές αρχές χειρίστηκαν την έρευνα, ιδίως την αρχική καθυστέρηση δύο ετών στο άνοιγμα ποινικής υπόθεσης και ο αργός ρυθμός των διαδικασιών που οδηγούν στην παραγραφή της δίωξης, απέδειξε την αποτυχία να διασφαλίσουν ότι ο αυτουργός κυβερνοβίας οδηγείται στη δικαιοσύνη. Η ατιμωρησία του δράστη είχε δημιουργήσει αμφιβολίες  σχετικά με την ικανότητα του κρατικού μηχανισμού να αποτρέψει αποτελεσματικά το φαινόμενο της κυβερνοβίας κατά των γυναικών και να τις προστατεύσει επαρκώς.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ρωσία έπρεπε να καταβάλει στην προσφεύγουσα 7.500 ευρώ για ηθική βλάβη και 5.386,46 ευρώ για δαπάνες και έξοδα.

Πηγή: www.echrcaselaw.com

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ