Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Επίθεση με βιτριόλι: Αποζημίωση στην «Ιωάννα της Αλβανίας» επιδίκασε το ΕΔΔΑ

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Επίθεση με βιτριόλι: Αποζημίωση στην «Ιωάννα της Αλβανίας» επιδίκασε το ΕΔΔΑ

Η παραμόρφωση του προσώπου μιας νεαρής γυναίκας από επίθεση με καυστικό υγρό που δέχθηκε από άγνωστο πριν από έντεκα χρόνια περπατώντας αμέριμνη στο δρόμο με την παρέα της, απασχόλησε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το οποίο έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος στη ζωή στη διαδικαστική του πτυχή.

Πρόκειται για μια ιστορία παρόμοια με αυτήν της δικής μας όμορφης Ιωάννας που δέχθηκε πριν από λίγους μήνες έξω από την εργασία της στην Καλλιθέα, τη βαρβαρότητα της επίθεσης με βιτριόλι στο πρόσωπο με τη διαφορά ότι οι Αρχές στη χώρα μας εντόπισαν τη δράστιδα και την οδήγησαν στη Δικαιοσύνη.

Στην περίπτωση της 36χρονης σήμερα  Dhurata Tërshana οι Αλβανικές αρχές δεν εξιχνίασαν ποτέ την υπόθεση αν και η ίδια είχε στρέψει τις υποψίες στον πρώην σύζυγο της από τον οποίο δεχόταν απειλές για τη ζωή της, αλλά και οι αρχές δεν ανίχνευσαν ποια ήταν η καυστική ουσία που της έκαψε το 25% του προσώπου της και το πάνω μέρος του σώματος της.

Έντεκα χρόνια μετά την βαρβαρότητα που δέχθηκε και την παραμόρφωση της η Dhurata, δεν έχει επιστρέψει ακόμα στα Τίρανα εξαιτίας του φόβου που την σημάδεψε εξίσου με το οξύ στο πρόσωπο και το σώμα και παραμένει στην Ιταλία, χώρα στην οποία κατέφυγε αμέσως μετά την επίθεση και στα νοσοκομεία της οποίας υποβλήθηκε σε 14 διαδοχικές επεμβάσεις αποκατάστασης του δέρματος.
Σε αντίθεση με την Ελλάδα, οι επιθέσεις με καυστικό υγρό αποτελούν πρακτική στην γείτονα χώρα και η βία σε βάρος των γυναικών τελεί σε καθεστώς ατιμωρησίας.

Η βία σε βάρος των γυναικών είναι συστημικό πρόβλημα της Αλβανίας, διαπιστώνει καταρχάς το ΕΔΔΑ. Η ατελέσφορη ποινική έρευνα των Αλβανικών αρχών η οποία δεν οδήγησε σε ποινική καταδίκη του πρώην συζύγου, αλλά και κανενός άλλου δράστη, παραβίασαν την διαδικαστική πτυχή του δικαιώματος στη ζωή της προσφεύγουσας στην οποία το Στρασβούργο επιδίκασε 12.000 ευρώ για ηθική βλάβη. 

Παράλληλα το δικαστήριο έκρινε ομόφωνα, ότι δεν υπήρξε παραβίαση της ουσιαστικής πτυχής του άρθρου 2, καθώς υπήρχε ένα αποτελεσματικό νομοθετικό πλαίσιο στην Αλβανία την εν λόγω περίοδο και ότι, πριν από την επίθεση, η προσφεύγουσα δεν είχε επισημάνει στις αρχές την απειλή που δεχόταν από τον πρώην σύζυγό της, το οποίο θα είχε προκαλέσει τη θετική υποχρέωση των αρχών να λάβουν προληπτικά μέτρα ή άλλα εύλογα μέτρα για την προστασία της ζωής της.

Στην απόφαση του το δικαστήριο του Στρασβούργου, επισημαίνει ότι στην Αλβανία είχε επικρατήσει κλίμα επιείκειας ή ατιμωρησίας έναντι των δραστών βίας κατά γυναικών. Εν προκειμένω, έκρινε ότι οι περιστάσεις της επίθεσης εναντίον της προσφεύγουσας – που είχε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα έμφυλης βίας – θα έπρεπε να έχουν παρακινήσει τις αρχές να αντιδράσουν με ιδιαίτερη επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή των ερευνών και ήταν ιδιαίτερα σημαντικό η έρευνα να συνεχιστεί με δυναμική και επιμέλεια προς ανεύρεση του δράστη.

Αναζητούν ακόμα το δράστη

Σύμφωνα με το ιστορικό της υπόθεσης στις 29 Ιουλίου 2009 και ενώ η προσφεύγουσα περπατούσε σε έναν δρόμο στα Τίρανα με συναδέλφους της, άγνωστος της επιτέθηκε και  την ψέκασε με οξύ. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση και διαπιστώθηκε ότι κάηκε στο 25% του σώματός της (κυρίως στο πρόσωπο και στο πάνω μέρος του σώματος). 

Λίγο μετά την επίθεση, πήγε στην Ιταλία για να λάβει εξειδικευμένη περίθαλψη και, μεταξύ 2009 και 2012, υπεβλήθη σε 14 τουλάχιστον εγχειρίσεις. Υπέφερε από άγχος και ψυχολογικές διαταραχές και φοβάται να επιστρέψει στην Αλβανία.

Η εισαγγελία ξεκίνησε αμέσως έρευνα για την επίθεση. Η προσφεύγουσα κατέθεσε και είπε ότι δεν αναγνώρισε τον δράστη, αλλά υποψιάστηκε τον πρώην σύζυγό της Ε.Α., ο οποίος στο παρελθόν ήταν βίαιος απέναντί της και είχε απειλήσει να τη σκοτώσει.

Έγινε αναζήτηση στο διαμέρισμα του πρώην συζύγου της και κατασχέθηκαν διάφορα αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένων δύο μαχαιριών. Ο Ε.Α. συνελήφθη για παράνομη κατασκευή και κατοχή όπλων. Ωστόσο, ο εισαγγελέας της περιοχής αποφάσισε στη συνέχεια να θέσει την δικογραφία στο αρχείο, θεωρώντας ότι τα μαχαίρια είχαν διακοσμητική λειτουργία και, κατά συνέπεια, δεν υπήρχε ποινικό αδίκημα. 

Λήφθηκαν άλλα ερευνητικά μέτρα, ιδίως επιτόπια επιθεώρηση, λήψη καταθέσεων από τις οικογένειες των δύο πρώην συζύγων, εξέταση βίντεο από κάμερες παρακολούθησης από δύο τράπεζες που βρίσκονται κοντά στο σημείο όπου έγινε η επίθεση, εκπόνηση εγκληματολογικών εκθέσεων και δύο άλλων πραγματογνωμοσυνών με στόχο την αναγνώριση των δακτυλικών αποτυπωμάτων που υπήρχαν στο δοχείο που είχε χρησιμοποιηθεί για τον ψεκασμό, καθώς και της ουσίας που βρέθηκε σε αυτόν και στα ρούχα του θύματος.

Η έρευνα τέθηκε σε αναστολή τον Φεβρουάριο του 2010 χωρίς να ταυτοποιηθεί ο δράστης ή η χρησιμοποιηθείσα ουσία. Έκτοτε, η προσφεύγουσα ρωτούσε επανειλημμένα για την εξέλιξη της έρευνας, χωρίς αποτέλεσμα. Σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες πληροφορίες, εξακολουθεί η αστυνομική έρευνα  και συνεχίζεται.

Το 2013, τα δικαστήρια αποφάσισαν να περατώσουν τη διαδικασία σχετικά με την αγωγή αποζημίωσης που ασκήθηκε εναντίον του κράτους, με την αιτιολογία ότι ούτε η προσφεύγουσα, ούτε ο δικηγόρος της εμφανίστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου που επιλήφθηκε την υπόθεση.

Βασιζόμενη ιδίως στο άρθρο 2 (δικαίωμα στη ζωή) της ΕΣΔΑ, η προσφεύγουσα παραπονέθηκε ότι οι αρχές απέτυχαν να λάβουν μέτρα για να την προστατεύσουν ενάντια στην επίθεση με οξύ και απέτυχαν να ερευνήσουν άμεσα και αποτελεσματικά, έτσι ώστε ο υπαίτιος να μπορεί να ταυτοποιηθεί, να διωχθεί και να τιμωρηθεί.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) της Σύμβασης, παραπονέθηκε ότι οι αρχές δεν της προσέφεραν ψυχοθεραπεία ή θεραπεία αποκατάστασης και, βάσει του άρθρου 13 (δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής) σε συνδυασμό με το άρθρο 2, ότι δεν μπορούσε να αμφισβητήσει τα μέτρα που έλαβε η εισαγγελία ούτε να ζητήσει αποζημίωση για την επίθεση κατά του δράστη ή του κράτους.

Τέλος, στηριζόμενη στο άρθρο 14 (απαγόρευση των διακρίσεων), θεωρούσε ότι οι αρχές επέδειξαν παθητική στάση κατά τη διεξαγωγή της έρευνας επειδή ήταν γυναίκα.

Αναποτελεσματική προσέγγιση των αρχών…

Το Δικαστήριο έπρεπε να εξετάσει εάν η έρευνα που διενήργησαν οι κρατικές αρχές πληρούσε τις προϋποθέσεις του διαδικαστικού σκέλους του άρθρου 2, λαμβάνοντας υπόψη τη γενική κατάσταση των γυναικών στην Αλβανία οι οποίες είχαν υποστεί επίθεση με οξύ και την απάντηση των αρχών στη διερεύνηση του περιστατικού.

Διεθνείς εκθέσεις σχετικά με την Αλβανία είχαν επανειλημμένα τονίσει την μεγάλη έξαρση βίας κατά των γυναικών. Επιπλέον, οι εθνικές εκθέσεις υποστηρίζουν την άποψη ότι την εν λόγω περίοδο η βία κατά των γυναικών ήταν ένα διαδεδομένο πρόβλημα. Διεθνείς εκθέσεις σημείωσαν επίσης ότι η βία κατά των γυναικών «υποεκτιμήθηκε, υποερευνήθηκε, υποδιώχθηκε».

 Υποστήριξαν ότι η αστυνομία και οι εισαγγελικές αρχές εκδήλωσαν αναποτελεσματική προσέγγιση ως προς τη βία κατά των γυναικών λόγω «κοινωνικής στάσης και πολιτιστικών αξιών» και ότι επικρατούσε κλίμα επιείκειας ή ατιμωρησίας έναντι των δραστών βίας κατά των γυναικών. Κατά τη στιγμή της επίθεσης, υπήρχε εκ πρώτης όψεως ένα γενικό κλίμα στην Αλβανία το οποίο ήταν ευνοϊκό για τη βία κατά των γυναικών.

Όπου λάμβανε χώρα μια επίθεση σε τόσο γενικό κλίμα, η έρευνα απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη σημασία και οι ανακριτικές αρχές έπρεπε να είναι πιο επιμελείς στη διεξαγωγή διεξοδικής έρευνας, προκειμένου να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή των εσωτερικών νόμων που προστατεύουν το δικαίωμα στη ζωή. Αυτή η επιμέλεια για τη διερεύνηση, μεταξύ άλλων, μιας επίθεσης με οξύ – η οποία, σύμφωνα με τη Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά της Γυναίκας και άλλων εκθέσεων, μπορεί να αποτελέσει μια πρακτική «έμφυλης βίας» κατά των γυναικών – είχε επαναληφθεί στη Γενική Σύσταση αρ. 19 σύμφωνα με την  οποία «τα κράτη μπορούν επίσης να είναι υπεύθυνα για ιδιωτικές πράξεις εάν δεν ενεργήσουν με τη δέουσα επιμέλεια για να αποτρέψουν παραβιάσεις δικαιωμάτων ή να ερευνήσουν και να τιμωρήσουν πράξεις βίας και για την παροχή αποζημίωσης», και αυτό είχε αποκατασταθεί στη Γενική Σύσταση αρ. 35.

Η οριστική εθνική απόφαση στην υπόθεση – μια απόφαση αναστολής της έρευνας, κατά της οποίας δεν μπορούσε να ασκηθεί έφεση – δεν παρείχε συγκεκριμένη απάντηση στη φύση της ουσίας που βρέθηκε στο δοχείο και στα ρούχα της προσφεύγουσας.

Επιπλέον, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις της προσφεύγουσας σχετικά με την πρόοδο της έρευνας, δεν της δόθηκε καμία πληροφορία ή έγγραφο ως απάντηση. Δεν μπορούσε επομένως να καταγγείλει την παράλειψη οποιωνδήποτε ερευνητικών ενεργειών ή να ζητήσει από τις αρχές να λάβουν άλλα μέτρα. Ούτε θα μπορούσε να υποβάλει αγωγή αποζημίωσης αφού δεν είχε ταυτοποιηθεί ο δράστης.

Οι περιστάσεις της επίθεσης εναντίον της προσφεύγουσας – που είχε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα έμφυλης βίας – θα έπρεπε να έχουν παρακινήσει τις αρχές να αντιδράσουν με ιδιαίτερη επιμέλεια κατά τη διεξαγωγή των ερευνών. Όποτε υπήρξε υποψία ότι μια επίθεση μπορούσε να έχει κίνητρο το φύλο, αφού αυτό θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό ώστε η έρευνα να συνεχιστεί με μεγαλύτερη επιμέλεια και δυναμική.

Κατά συνέπεια, η εν λόγω εγκληματική έρευνα δεν αποτέλεσε  αποτελεσματική απάντηση εκ μέρους των αρχών αναφορικά με την επίθεση με οξύ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ