Οι ακροβασίες νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας – Π. Αλεξανδρής: Αγγίζουν τον πυρήνα του κράτους δικαίου

Η επαναδίκαση διαφορών ιδιαίτερα στον ίδιο βαθμό αποτελεί θεσμική εξαίρεση αναφέρει ο πρώην γ.γ. του υπουργείου Δικαιοσύνης με αφορμή την πρόσφατη “φωτογραφική” διάταξη περί συνεπιμέλειας.

NEWSROOM
Οι ακροβασίες νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας – Π. Αλεξανδρής: Αγγίζουν τον πυρήνα του κράτους δικαίου

Σε μία ιδιαίτερη ανάλυση της «φωτογραφικής» διάταξης περί συνεπιμέλειας και την χρήση αυτής από την υπουργό Τουρισμού, που προκάλεσε θόρυβο, προχώρησε ο πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Δικαιοσύνης, Πάνος Αλεξανδρής.

Χωρίς να στέκεται σε όσα αφορούν την χρήση της διάταξης, ο κ. Αλεξανδρής με την ανάρτησή του κρούει ουσιαστικά τον κώδωνα του κινδύνου η νομοθετική εξουσία να υποκαταστήσει τη δικαστική.

«Τίθεται το ερώτημα εάν διατάξεις τυπικού νόμου, οι οποίες τροποποιούν τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και οδηγούν, άμεσα ή έμμεσα, σε επαναδίκαση πολιτικών διαφορών, είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα. Το ερώτημα δεν είναι μόνον τεχνικοδικονομικό. Αγγίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου, δηλαδή τη σχέση μεταξύ νομοθετικής βούλησης και δικαστικής κρίσης, καθώς και το όριο μεταξύ δικαιοσύνης ως διαδικασίας και δικαιοσύνης ως αποτελέσματος» αναφέρει.

Και υπογραμμίζει χαρακτηριστικά: «Όταν ο νομοθέτης εισάγει διατάξεις που μπορεί να θεωρηθεί ότι «αποδυναμώνουν» το δεδικασμένο, τότε μετακινείται από τον ρόλο του ρυθμιστή στο πεδίο του συγκεκριμένου αποτελέσματος. Στο σημείο αυτό, ενδέχεται να θεωρηθεί ότι η νομοθετική εξουσία κινδυνεύει να υποκαταστήσει τη δικαστική».

Προσθέτει δε πως η επαναδίκαση διαφορών ιδιαίτερα στον ίδιο βαθμό αποτελεί θεσμική εξαίρεση. Γι’ αυτό και στην έννομη τάξη προβλέπεται μόνο:

  • μέσω αναψηλάφησης,
  • με αυστηρούς και περιοριστικά απαριθμούμενους λόγους,
  • και πάντοτε μέσω δικαστικής κρίσης, όχι νομοθετικής τροποποίησης.

Π. Αλεξανδρής: Δεν είναι απεριόριστο το δικαίωμα του νομοθέτη

Σύμφωνα με τον πρώην γενικό γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης, «ο νομοθέτης διαθέτει, κατ’ αρχήν, ευρύ περιθώριο ρύθμισης της δικονομίας, δεδομένου ότι οι δικονομικοί κανόνες δεν ρυθμίζουν το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αλλά τον τρόπο δικαστικής προστασίας τους».

Ωστόσο, προσθέτει στην ανάρτησή του πως «το περιθώριο αυτό δεν είναι απεριόριστο». Αναφέρει ότι περιορίζεται από:

  • την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 Σ),
  • την αρχή της ασφάλειας δικαίου και του δεδικασμένου, ως εκφάνσεις του κράτους δικαίου (άρθρο 25 §1 Σ),
  • και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 Σ, άρθρο 6 ΕΣΔΑ)

Όπως τονίζει ο κ. Αλεξανδρής «στον πυρήνα του ζητήματος βρίσκεται η σχέση του δικαίου με τον χρόνο» και υποστηρίζει πως «η δικαστική απόφαση δεν είναι απλώς μια αλήθεια, είναι μια θεσμική παύση της αβεβαιότητας».

Για να καταλήξει: «Το δεδικασμένο προσωρινό ή οριστικό λειτουργεί όχι επειδή η κρίση είναι αλάνθαστη, αλλά επειδή το δίκαιο οφείλει κάποτε να σιωπά, για να μπορέσει η κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί».

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ Η ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΤΟΥ Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗ

«Τίθεται το ερώτημα εάν διατάξεις τυπικού νόμου, οι οποίες τροποποιούν τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και οδηγούν, άμεσα ή έμμεσα, σε επαναδίκαση πολιτικών διαφορών, είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα.

Το ερώτημα δεν είναι μόνον τεχνικοδικονομικό. Αγγίζει τον πυρήνα του κράτους δικαίου, δηλαδή τη σχέση μεταξύ νομοθετικής βούλησης και δικαστικής κρίσης, καθώς και το όριο μεταξύ δικαιοσύνης ως διαδικασίας και δικαιοσύνης ως αποτελέσματος.

Ο νομοθέτης διαθέτει, κατ’ αρχήν, ευρύ περιθώριο ρύθμισης της δικονομίας, δεδομένου ότι οι δικονομικοί κανόνες δεν ρυθμίζουν το περιεχόμενο των δικαιωμάτων αλλά τον τρόπο δικαστικής προστασίας τους.

Ωστόσο, το περιθώριο αυτό δεν είναι απεριόριστο. Περιορίζεται από:

  • την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 Σ),
  • την αρχή της ασφάλειας δικαίου και του δεδικασμένου, ως εκφάνσεις του κράτους δικαίου (άρθρο 25 §1 Σ),
  • και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 Σ, άρθρο 6 ΕΣΔΑ)

Ας πάμε και στο φιλοσοφικό υπόβαθρο: ο χρόνος του δικαίου

Στον πυρήνα του ζητήματος βρίσκεται η σχέση του δικαίου με τον χρόνο.

Η δικαστική απόφαση δεν είναι απλώς μια αλήθεια· είναι μια θεσμική παύση της αβεβαιότητας.

Το δεδικασμένο προσωρινό η οριστικό λειτουργεί όχι επειδή η κρίση είναι αλάνθαστη, αλλά επειδή το δίκαιο οφείλει κάποτε να σιωπά, για να μπορέσει η κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί.

Όπως ήδη από τον Kant και αργότερα στον Radbruch, η δικαιοσύνη νοείται όχι μόνο ως ορθότητα, αλλά και ως σταθερότητα. Ένα δίκαιο που αναθεωρεί συνεχώς το παρελθόν του χάνει τη δεσμευτική του ισχύ στο παρόν.

Σε αυτά τα πλαίσια ας δούμε την επαναδίκαση ως θεσμική εξαίρεση

Η επαναδίκαση διαφορών ιδιαίτερα στον ίδιο βαθμό αποτελεί θεσμική εξαίρεση. Γι’ αυτό και στην έννομη τάξη προβλέπεται μόνο:

  • μέσω αναψηλάφησης,
  • με αυστηρούς και περιοριστικά απαριθμούμενους λόγους,
  • και πάντοτε μέσω δικαστικής κρίσης, όχι νομοθετικής τροποποίησης.

Όταν ο νομοθέτης εισάγει διατάξεις που μπορεί να θεωρηθεί ότι «αποδυναμώνουν» το δεδικασμένο, τότε μετακινείται από τον ρόλο του ρυθμιστή στο πεδίο του συγκεκριμένου αποτελέσματος. Στο σημείο αυτό, ενδέχεται να θεωρηθεί ότι η νομοθετική εξουσία κινδυνεύει να υποκαταστήσει τη δικαστική.

Διατάξεις που τροποποιούν τον ΚΠολΔ και επιφέρουν επαναδίκαση διαφορών είναι συνταγματικά πιο ευπρόσδεκτες μόνο εφόσον:

  1. είναι γενικές και αφηρημένες,
  2. δεν στοχεύουν συγκεκριμένες υποθέσεις,
  3. δικαιολογούνται από επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος,
  4. και δεν ανατρέπουν άμεσα ή έμμεσα οριστικές αποφάσεις.

Αντιθέτως, διατάξεις που:

  • μπορεί να θεωρηθεί ότι εισάγονται ως διορθωτικές δικαστικών αποτελεσμάτων και μεταβάλλουν εκ των υστέρων τη δικονομική θέση των διαδίκων, μπορεί να θεωρηθεί ότι αγγίζουν τον στενό πυρήνα του κράτους δικαίου και έχουν ενδεχομένως θέματα αντισυνταγματικότητας.

Άρα κατά την πολύ ταπεινή και ενδεχομένως εσφαλμένη εκτίμησή μου:

Η συνταγματική νομιμότητα των υπό κρίση διατάξεων δεν κρίνεται από τη ρητορική της δικαιοσύνης που τις συνοδεύει, αλλά από το ερώτημα:

Υπηρετούν τη δικαιοσύνη ως θεσμό ή διορθώνουν τη δικαιοσύνη ως αποτέλεσμα;

Όπου ο νομοθέτης επιχειρεί να ανακτήσει το παρελθόν της δικαστικής κρίσης, το Σύνταγμα λειτουργεί ως ανάχωμα. Διότι ένα κράτος δικαίου δεν επιβιώνει μόνο με δίκαιες αποφάσεις, αλλά με την πεποίθηση ότι οι αποφάσεις, όταν λαμβάνονται ρυθμίζουν και την επίδικη διαφορά κατά το στάδιο που λαμβάνονται.

Για να σας πω μια αλήθεια εμένα ο Μπέης με έκοψε στο πτυχίο στην πολιτική δικονομία με 4 και στην επόμενη περίοδο με πέρασε ο Κλαμαρής καλά να είναι με 8. Γενικά δεν ήμουν άριστος φοιτητής. Πήρα σε 4 χρόνια και 3 μήνες το πτυχίο, δουλεύοντας παράλληλα, με καλώς. Πήρα στο πτυχίο από 8 και επάνω μόνο στο Ποινικό Δίκαιο Ποινική Δικονομία, στο Συνταγματικό (το μόνο δεκάρι) και με τη δεύτερη στη Πολιτική Δικονομία. Δεν είμαι ούτε το παίζω αυθεντία. Και όλα αυτά τα γράφω ως απλός δικηγόρος με όσο μυαλό διαθέτω και υπό την αίρεση ότι δεν κατέχω την αυθεντία καμμίας  αλήθειας αλλά την αναζητώ πάντα επίπονα υπό το φόβο του σφάλματος. Απλά την καταθέτω χωρίς φόβο και πάθος με  την γνώση της εμής μετριότητας και χωρίς κανενός είδους κορώνες.

Πάντα και στη δικηγορία και στην πολιτική (την οποία ενδεχομένως και ταλαιπώρησα) δεν είχα άλλο κριτήριο από την συνείδηση μου και ως προς την πολιτική, με την αδιαταλάντευτη πίστη μου στις αρχές της αστικής δημοκρατίας την οποία θεωρώ με όλες τις ατέλειες ως το πλέον ενδεικνυόμενο πολίτευμα και στην οποία πιστεύω όσο τίποτε άλλο. Αυτά υποστηρίζω και με την εκ των προτέρων συγγνώμη σε όσους θεωρήσουν την άποψη μου ως ενδεχόμενη επιστημονική η πολιτική αυθάδεια».

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr