Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Τα γεγονότα του 2019 που «σημάδεψαν» τη δικαιοσύνη

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Τα γεγονότα του 2019 που «σημάδεψαν» τη δικαιοσύνη

Ένας πολυσυζητημένος νόμος που σχεδόν «ξηλώθηκε» από το Συμβούλιο της Επικρατείας, καταγγελίες άνευ προηγουμένου μεταξύ εισαγγελικών λειτουργών με αφορμή τη διερεύνηση μίας υπόθεσης,νέοι κώδικες, αλλαγή σκυτάλης στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης, νέοι επικεφαλής στα ανώτατα δικαστήρια της χώρας, «πόλεμος» δικαστικών λειτουργών με τους δικηγόρους. Αυτά είναι τα «σημάδια» που αφήνει στο χώρο της δικαιοσύνης το 2019, με τα περισσότερα να «κληρονομούνται» και στη νέα χρόνια που ξεκινά.

Νόμος Κατρούγκαλου

Αναμφισβήτητα ένα από τα κορυφαία θέματα του 2019 ήταν ο αποκαλούμενος νόμος Κατρούγκαλου (4387 /2016).

Τον περασμένο Οκτώβριο οι βασικοί πυλώνες του κρίθηκαν αντισυνταγματικοί από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πέντε αποφάσεις που ελήφθησαν κατά πλειοψηφία και χωρίς αναδρομική ισχύ. Συγκεκριμένα:

Για τον ΕΦΚΑ, κατά πλειοψηφία το δικαστήριο έκρινε συνταγματικό τον ενιαίο ασφαλιστικό φορέα και την υπαγωγή σε αυτόν του συνόλου των ασφαλισμένων, εργαζομένων και συνταξιούχων. Ειδικότερα έκρινε ότι είναι σύμφωνος με το σύνταγμα, την αρχή της ισότητας και της αναλογικότητας η δημιουργία ενός φορέα για όλους, με το σκεπτικό ότι αντιμετωπίζουν τους ίδιους ασφαλιστικούς κινδύνους (γήρας, ασθένειες, θάνατος).

Το δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές των δημοσίων υπαλλήλων που είχαν ζητήσει να μείνει εκτός ΕΦΚΑ λόγω της ειδικής σχέσης που έχουν με το κράτος. Στην απόφαση υπήρξε μειοψηφία σχετικά με τους δημοσίους υπαλλήλους που υποστήριξε ότι πρέπει να έχουν χωριστό ασφαλιστικό φορέα.

Για τους αυτοαπασχολούμενους-ελεύθερους επαγγελματίες, η  Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό τον τρόπο υπολογισμού των εισφορών τους σε σύγκριση με τους μισθωτούς. Δηλαδή έκρινε αντισυνταγματικό το όριο του 20% των εισφορών που προέβλεπε ο λεγόμενος νόμος Κατρούγκαλου, ενώ για τους μισθωτούς το ανάλογο ποσοστό είναι 6% διότι το υπόλοιπο καλύπτεται από τον εργοδότη. (σ.σ. Το ποσοστό του 20% για τους αυτοαπασχολούμενους έχει ήδη μειωθεί με νεότερο νόμο). Σύμφωνα με την απόφαση η διάταξη αυτή κρίθηκε αντισυνταγματική διότι προσβάλλει την αρχή της ισότητας.

Το Δικαστήριο έκρινε συνταγματικό κατά οριακή πλειοψηφία 13 έναντι 12 ψήφων τη διάταξη που ορίζει ως βάση για τον επανυπολογισμό των συντάξεων την 31η Δεκεμβρίου του 2014. Το δικαστήριο επίσης έκρινε στο θέμα αυτό ότι στον λεγόμενο νόμο Κατρούγκαλου υπάγονται όλοι και οι παλιοί και οι μελλοντικοί. Ανεξάρτητα από το πότε ξεκίνησαν να εργάζονται. Δηλαδή δεν υπάρχουν πλέον ασφαλισμένοι πολλών ταχυτήτων. Αυτό κρίθηκε στη λογική ότι όλοι πρέπει να επωμιστούν το βάρος για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο της αλληλεγγύης των γενεών και λοιπά.

H μειοψηφία στο θέμα αυτό που ήταν οριακή εξέφρασε την άποψη ότι η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην επίτευξη δημοσιονομικών στόχων.

Επίσης κατά πλειοψηφία κρίθηκαν συνταγματικές οι διατάξεις του λεγόμενου νόμου Κατρούγκαλου σε ό,τι αφορά τις κύριες συντάξεις διότι είχαν αναλογιστικές μελέτες. Ειδικότερα είχε γίνει αναλογιστική μελέτη από την αρμόδια Αρχή και επίσης είχε υπάρξει και έγγραφο που πιστοποιούσε τη σοβαρότητά της από το Διεθνές Γραφείο Εργασίας. Όμως για τις επικουρικές δεν υπήρχαν αναλογιστικές μελέτες και έτσι οι σχετικές διατάξεις κρίθηκαν αντισυνταγματικές. Kατόπιν αυτών για τις επικουρικές που κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι σχετικές διατάξεις η πολιτεία οφείλει άμεσα να νομοθετήσει εκ νέου. Δηλαδή κρίθηκαν αντισυνταγματικές και ακυρώνονται οι αποφάσεις για τις επικουρικές και για παλιές και μελλοντικές.  Το δικαστήριο έκρινε κατά πλειοψηφία αντισυνταγματική τη διάταξη για τον υπολογισμό των επικουρικών συντάξεων. Ειδικότερα κρίθηκε αντισυνταγματική η περικοπή επικουρικών συντάξεων πάνω από 1.300 ευρώ διότι αντίκειται στην αρχή αναλογικότητας και ισότητας.

Tα 1.300 υπολογίζονται ως μεικτά. Δηλαδή κύρια σύνταξη, επικουρική, εισφορά αλληλεγγύης, προ φόρων και λοιπά. Kαι εδώ μετά την απόφαση του ΣτΕ η πολιτεία πρέπει άμεσα να νομοθετήσει. Παράλληλα, κατά πλειοψηφία το δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματικό το ποσοστό αναπλήρωσης των συντάξεων, κυρίως για τις μεγάλες συντάξεις και τους συνταξιούχους που έχουν πολλά χρόνια εργαστεί, ειδικότερα το ανώτατο πλαφόν αναπλήρωσης 46,8% για 42 χρόνια εργασίας. Τέλος το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το κράτος εγγυάται τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος σε περίπτωση προβλήματος και ανάγκης.

Νέα ηγεσία στο υπουργείο Δικαιοσύνης

Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, μετά την ήττα της στις ευρωεκλογές και στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου, προκηρύσσει πρόωρες βουλευτικές εκλογές στις 7 Ιουλίου του 2019. Η κάλπη αναδεικνύει τη  Νέα Δημοκρατία που συγκεντρώνει 39,85% με τον Κυριάκο Μητσοτάκη νέο πρωθυπουργό της χώρας με 158 έδρες στη νέα Βουλή. Αντίστοιχα ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα συγκέντρωσε 31,53% καταλαμβάνοντας 86 έδρες.

Στο υπουργείο Δικαιοσύνης σε μια πολιτισμένη τελετή παράδοσης παραλαβής, ο απερχόμενος υπουργός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ Μιχάλης Καλογήρου παραδίδει την σκυτάλη στον νέο υπουργό Κώστα Τσιάρα, ενώ ο μέχρι πριν από λίγες μέρες αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτρης Κράνης, τοποθετείται από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, στη θέση του απερχόμενου Δημήτρη Παπαγγελόπουλου.

Στις 28 Αυγούστου το υπουργικό συμβούλιο με ομόφωνη απόφαση του και κάνοντας δεκτή την πρόταση του υπουργού Δικαιοσύνης Κώστα Τσιάρα, προχώρησε στην επιλογή του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, για τη θέση του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας. Ο Βασίλειος Πλιώτας είναι ο νέος εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μετά την αποχώρηση της Ξένης Δημητρίου λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας.

Η επιλογή Τσαλαγανίδη για την Προεδρία του Αρείου Πάγου εντάσσεται στα κριτήρια που έχει καθορίσει ο πρωθυπουργός για αξιοκρατικές επιλογές με παράλληλη τήρηση και της επετηρίδας του δικαστικού σώματος. Ο κ. Τσαλαγανίδης είχε παραλειφθεί αρχικά από τις προαγωγές επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ για να γίνει τελικά αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου.

Υπενθυμίζεται ότι η επιλογή ηγεσίας στη Δικαιοσύνης έγινε από την αρχή μετά την άρνηση του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου, να υπογράψει τα σχετικά διατάγματα και να επικυρώσει  την επιλογή ηγεσίας, στην οποία προχώρησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μετά την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών.

Υπόθεση Novartis

Τον Ιούλιο του 2019, διατάσσεται συνολική έρευνα για όσα έχει καταγγείλει κατά της Εισαγγελίας Διαφθοράς ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Αγγελής, αλλά και όσα έχουν καταμηνύσει για τους δικαστικούς χειρισμούς στην υπόθεση της Novartis πολιτικοί, τα ονόματα των οποίων ενεπλάκησαν στην υπόθεση. Ο αντεισαγγελέας του ανωτάτου δικαστηρίου Δημήτριος Δασούλας, που ασκεί καθήκοντα εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, μετά τη συνταξιοδότηση της Ξένης Δημητρίου, αποφάσισε να συνενωθούν όλα τα τμήματα της έρευνας για τους δικαστικούς χειρισμούς στην υπόθεση της εμπλοκής πολιτικών για τη Novartis, τα οποία ήταν κατακερματισμένα και ανέθεσε το σύνολο των ερευνών σε δύο αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου.

Οι ανώτατοι εισαγγελικοί λειτουργοί, Ευ. Ζαχαρής και Λ. Σοφουλάκης, απαλλάσσονται από άλλα καθήκοντα και αναλαμβάνουν την έρευνα με την εντολή να «τρέξουν» τις διαδικασίες όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Από το γραφείο τους περνούν αρκετοί μάρτυρες στο πλαίσιο της έρευνας για τους δικονομικούς

χειρισμούς στην έρευνα της εισαγγελίας κατά της διαφθοράς αλλά και για καταγγελλόμενες παρεμβάσεις του πρώην αναπληρωτή υπουργού Δημήτρη Παπαγγελόπουλου στον οποίο δόθηκε το προσωνύμιο “Ρασπόυτιν”. Η έρευνα βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη αλλά αντίγραφα των καταθέσεων εστάλησαν στην Βουλή η οποία αποφάσισε την σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο.

Παράλληλα, έρευνα διενεργείται και από τον εισαγγελέα πρωτοδικών Σπύρο Παππά με αντικείμενο τις καταγγελίες της εισαγγελέως Διαφθοράς Ελένης Τουλουπάκη κατά του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή. Ο εισαγγελέας Πρωτοδικών διερευνά όσα είχε υποστηρίξει η Ελένη Τουλουπάκη σε αναφορά που είχε υποβάλει στους ανωτέρους της στον Άρειο Πάγο τον Ιανουάριο του 2019, για τον άλλοτε επόπτη της ενώ κλήθηκε και κατέθεσε και η ίδια

δίνοντας την δική της εκδοχή για όσα συνέβαιναν κατά την διάρκεια της έρευνας για την φαρμακοβιομηχανία στο διάστημα που εποπτεύων της Εισαγγελίας Διαφθοράς ήταν ο Γιάννης Αγγελής. Η επικεφαλής της Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς έχει καταγγείλει τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι με ενέργειες του επιχειρούσε να “μπλοκάρει” την έρευνα της ενώ κάνει μνεία και στο ταξίδι στην Βιέννη στα τέλη του 2018 το οποίο φαίνεται να αποτέλεσε την θρυαλλίδα για τη διάρρηξη των σχέσεων της με τον μέχρι τότε εποπτεύοντα της. Η κ. Τουλουπάκη φέρεται να επισημαίνει πως στο επίμαχο ταξίδι στην αυστριακή πρωτεύουσα, όπου είχαν μεταβεί η ίδια, εισαγγελείς Διαφθοράς και ο κ. Αγγελής, ο τελευταίος δεν θέλησε να πάρει συγκεκριμένα στοιχεία ελληνικού ενδιαφέροντος από Αμερικανούς ομολόγους τους, προτρέποντας τους να τα παραδώσουν μέσω της Eurojust. Υποστηρίζει επίσης η εισαγγελέας, ότι ο κ. Αγγελής πήρε παρανόμως δύο φορές ηλεκτρονικά αρχεία τόσο για τη Novartis, όσο και για άλλες υπό διερεύνηση υποθέσεις, αλλά και τα πρωτότυπα απόρρητα έγγραφα που είχαν αποστείλει στους εισαγγελείς οι Αμερικανοί συνάδελφοί τους και επίσης ότι άλλαζε τις παραγγελίες που έδινε η ίδια στους Επιθεωρητές Δημόσιας Διοίκησης.

Οι νέοι κώδικες

Στις 6 Ιουνίου υπερψηφίστηκαν στη Βουλή τα νομοσχέδια του υπουργείου Δικαιοσύνης για τον νέο Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Τα νομοσχέδια υπερψήφισαν ο ΣΥΡΙΖΑ και το Ποτάμι, τα οποία συμμετείχαν στην συζήτηση και στην ψηφοφορία. Η ΝΔ, δεν συμμετέχει στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες, όπως είχε προαναγγείλει ο αρχηγός της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης, και σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ το ΚΙΝΑΛ το ΚΚΕ και η ΧΑ κατήγγειλαν την διαδικασία και αποχώρησαν τόσο από την συζήτηση όσο και από την ψηφοφορία.

Στρατηγικός στόχος στη διαμόρφωση των δύο Κωδίκων ήταν μια σύγχρονη και ταυτόχρονα ανθρωπιστική και δικαιοκρατική νομοθεσία, είχε πει στην ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Μιχάλης Καλογήρου, αναφερόμενος στη φυσιογνωμία των αναμορφωμένων Ποινικών Κωδίκων οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ από την Ιη Ιουλίου 2019.  Τον Νοέμβριο ο νέος υπουργός Δικαιοσύνης, διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Κώστας Τσιάρας καταθέτει στη Βουλή το νομοσχέδιο  με το οποίο επέρχονται τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα και στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι τροπολογίες εμπεριέχουν και καινοτόμες διατάξεις που αφορούν το κοινωνικό σύνολο και λύνουν ποινικά φαινόμενα που είναι σε έξαρση. Το ενδιαφέρον του νομοσχεδίου επικεντρώνεται στις τροπολογίες του Ποινικού Κώδικα, που ανέρχονται σε 57, και πολύ λιγότερο στις αλλαγές που έγιναν στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Ο Κωνσταντίνος Τσιάρας, εκφράζει την ελπίδα ότι όλες οι πτέρυγες της Βουλής «θα αντιμετωπίσουν τις επιχειρούμενες τροποποιήσεις των Κωδίκων, επιδεικνύοντας πολιτική ωριμότητα, και αφήνοντας οριστικά πίσω τις ιδεοληψίες που ταλαιπώρησαν τον νομικό μας κόσμο και την ελληνική κοινωνία στο πρόσφατο παρελθόν».

Το σημείο αιχμής του νομοσχεδίου ήταν το ζήτημα του αδικήματος της απιστίας, που αναφέρεται στο άρθρο 390 του Ποινικού Κώδικα. Έτσι, σύμφωνα με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή, για τον καταλογισμό (άσκηση ποινικής δίωξης) του αδικήματος της απιστίας ως προς τα τραπεζικά στελέχη (και ειδικά αυτά που χορηγούν δάνεια) απαιτείται η προηγούμενη έγκληση. Δηλαδή, απαιτείται ο θιγόμενος να καταθέσει μηνυτήρια αναφορά κατά του τραπεζικού στελέχους.

Αντιθέτως, ως προς όλες τις άλλες περιπτώσεις, εφόσον έχει διαπραχθεί το αδίκημα της απιστίας, η ποινική δίωξη είναι αυτεπάγγελτη, δηλαδή, δεν χρειάζεται η κατάθεση μηνύσεως, αλλά απαιτείται η εισαγγελική παρέμβαση.

Η επίμαχη διαφοροποίηση περιλαμβάνεται στο άρθρο 5 του νομοσχεδίου, το οποίο τροποποιεί, μεταξύ των άλλων, το ισχύον άρθρο 390 του Ποινικού Κώδικα, με την προσθήκη νέου εδαφίου στη δεύτερη παραγράφου του εν λόγω άρθρου, που αναφέρει: «Αν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά τραπεζικού ιδρύματος, η δίωξη ασκείται μόνο κατ΄ έγκληση». Οι βασικές τροπολογίες του νομοσχεδίου αφορούν την ποινική αντιμετώπιση και πάταξη μεγάλης έκτασης αδικημάτων. Αναλυτικότερα, διευρύνεται ο κύκλος των πολιτικών προσώπων που θα διώκονται σε βαθμό κακουργήματος για τα αδικήματα της δωροληψίας. Συγκεκριμένα, για δωροληψία πολιτικών προβλέπεται κάθειρξη και χρηματική ποινή. Ως πολιτικά πρόσωπα θεωρούνται: Ο πρωθυπουργός, τα μέλη της κυβέρνησης, οι βουλευτές, οι περιφερειάρχες, οι δήμαρχοι και τα μέλη των δημοτικών συμβουλίων.

Με τις αλλαγές που επήλθαν στο άρθρο 159, στον κατάλογο των πολιτικών προσώπων για τη δωροληψία περιλαμβάνονται πλέον και οι υφυπουργοί. Σύμφωνα με τις τροπολογίες, τα εν λόγω πολιτικά πρόσωπα, εφόσον «ζητούν ή λαμβάνουν άμεσα ή μέσω τρίτου για τους εαυτούς τους ή άλλους οποιασδήποτε φύσης ωφελήματα που δεν δικαιούνται ή απαιτούν τέτοια ως αντάλλαγμα», τιμωρούνται με κάθειρξη (κακούργημα) και χρηματική ποινή.

Παράλληλα, ως προς το αδίκημα της δωροδοκίας πολιτικών προσώπων, προβλέπεται ότι «όποιος υπόσχεται ή παρέχει στον πρωθυπουργό ή σε μέλος της κυβέρνησης ή στον περιφερειάρχη ή στον δήμαρχο άμεσα ή μέσω άλλου, οποιαδήποτε ωφελήματα που δεν δικαιούται για τον εαυτό του ή για άλλον», τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. Έτσι, στα πολιτικά πρόσωπα όσον αφορά τη δωροδοκία προστίθενται με το άρθρο 159Α οι υφυπουργοί και βουλευτές. Ακόμη, σε κακούργημα μετατρέπεται και τιμωρείται με κάθειρξη 10 ετών, η δωροδοκία-δωροληψία υπαλλήλου απασχολούμενου σε κρατικές επιχειρήσεις και οργανισμούς, όπως είναι πρώην ΔΕΚΟ κ.λπ.

Με άλλη τροπολογία, αντικαθίσταται παράγραφος του άρθρου 235 και προβλέπεται πλέον φυλάκιση για τους προϊσταμένους δημόσιων υπηρεσιών που δεν απέτρεψαν υφισταμένους τους να δωροδοκηθούν.

Η επίμαχη διάταξη του άρθρου 235 του Π.Κ. προβλέπει: «Προϊστάμενοι υπηρεσιών ή επιθεωρητές ή πρόσωπα που έχουν την εξουσία λήψης αποφάσεων ή ελέγχου σε υπηρεσίες του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου τιμωρούνται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, εφόσον η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλη ποινική διάταξη, αν με παράβαση συγκεκριμένου υπηρεσιακού καθήκοντος από αμέλεια, δεν απέτρεψαν πρόσωπο που τελεί υπό τις εντολές τους ή υπόκειται στον έλεγχο τους από την τέλεση πράξης των προηγούμενων παραγράφων», δηλαδή, της δωροδοκίας.

Σύμφωνα με τις τροπολογίες, κακούργημα με προβλεπόμενη ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη, άλλα και χρηματική ποινή, θα είναι πλέον η διακεκριμένη κλοπή, δηλαδή, όταν η αξία των κλοπιμαίων είναι άνω των 120.000 ευρώ. Αλλά κακούργημα θα αποτελεί και η κλοπή ή διάρρηξη που έγινε από δύο ή περισσότερα άτομα που είχαν συγκροτήσει συμμορία για το σκοπό αυτό και είναι αδιάφορο το ύψος της αξίας των κλοπιμαίων, στην τελευταία αυτή περίπτωση. Να σημειωθεί ότι στην έννοια της διακεκριμένης κλοπής περιλαμβάνονται και η αφαίρεση κειμηλίων και άλλων αντικειμένων από εκκλησίες, μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης αυστηροποίησε και ορισμένα αδικήματα, τα οποία λαμβάνουν διαστάσεις «επιδημίας» και εξαιτίας της διάπραξής τους, καθημερινά, κινδυνεύουν ανθρώπινες ζωές. Έτσι, προβλέπεται μέχρι και ισόβια κάθειρξη για όποιον οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών και προκαλέσει απώλεια ανθρώπινων ζωών.

Ειδικότερα, όποιος οδηγεί έχοντας καταναλώσει αλκοόλ πάνω από τα επιτρεπόμενα όρια ή έχει κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών ή οδηγεί αντίθετα στο ρεύμα κυκλοφορίας ή πραγματοποιεί επικινδύνους ελιγμούς ή λαμβάνει μέρος σε αυτοσχέδιους αγώνες, «κόντρες», ή κάνει «σούζες», τιμωρείται:

1) Με φυλάκιση έως 3 έτη ή χρηματική ποινή εάν προκάλεσε κίνδυνο σε υλικά αγαθά.

2) Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους εάν προκάλεσε κίνδυνο σε άνθρωπο.

3) Με κάθειρξη έως 10 ετών εάν προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις.

4) Με κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών εάν επήλθε απώλεια ανθρώπινης ζωής και

5) Με ισόβια κάθειρξη εάν επήλθε ο θάνατος πολλών ανθρώπινων ζωών.

Σύμφωνα με το νέο νομοθετικό πλαίσιο  οι πολυισοβίτες θα έχουν δικαίωμα να ζητήσουν αποφυλάκιση μόνο αφού εκτίσουν 22 έτη από την ποινή που τους έχει επιβληθεί και όχι 17 έτη, όπως προβλεπόταν με τον αναμορφωμένο Ποινικό Κώδικα που ψηφίστηκε στη Βουλή λίγο πριν από τις τελευταίες εθνικές βουλευτικές εκλογές. Με τις νέες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα, προβλέπεται ότι με φυλάκιση έως τρία (3) έτη θα τιμωρείται όποιος παράνομα εισέρχεται και παραμένει σε δημόσια κτήρια (νοσοκομεία, πρεσβείες, δικαστήρια, επιχειρήσεις κοινής ωφελείας ΔΕΗ κ.ά.) και «προκαλεί έτσι διακοπή ή σοβαρή διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής της υπηρεσίας».

Αναλυτικότερα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης από ένα έως τρία έτη για τους δράστες επιθέσεων που έχουν γίνει σε συμβολαιογραφικά γραφεία και διακόπτουν τη διεξαγωγή πλειστηριασμών, ενώ προβλέπεται ότι όσοι παράνομα εισέρχονται και απλά παραμένουν σε συμβολαιογραφικά γραφεία που διεξάγονται πλειστηριασμοί τιμωρούνται με εξάμηνη φυλάκιση. Ακόμη, προβλέπεται ότι το δικαστήριο εκτός από ποινή φυλάκισης μπορεί να επιβάλλει σε κατηγορουμένους για τέτοιες υποθέσεις και χρηματική ποινή.

Με άλλη διάταξη του νομοσχεδίου ποινή φυλάκισης έως τρία έτη προβλέπεται σε όποιον «δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου απειλεί με τέλεση τρομοκρατικής πράξης ή προκαλεί ή διεγείρει σε διάπραξή της και έτσι εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη».

Με την ίδια ποινή φυλάκισης (έως τρία έτη) τιμωρείται όποιος πραγματοποιεί ταξίδια «με σκοπό να τελέσει ή να συμβάλει στην τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος, να συμμετάσχει στις δραστηριότητες τρομοκρατικής ομάδας, με επίγνωση του γεγονότος ότι η εν λόγω συμμετοχή θα συμβάλλει στις εγκληματικές δραστηριότητες αυτές της ομάδας ή με σκοπό να προσφέρει ή να παρακολουθήσει εκπαίδευση για τέλεση τρομοκρατικών πράξεων».

Ειδικές διατάξεις ρυθμίζουν την ποινική μεταχείριση όσων χρησιμοποιούν ή κατασκευάζουν εκρηκτικές ύλες ή/και εκπαιδεύουν ακόμα άτομα στην τεχνική των εκρηκτικών υλών.

Σύμφωνα με το νομοσχέδιο, «όποιος κατασκευάζει, προμηθεύεται, ή κατέχει εκρηκτικές ύλες, ή εκρηκτικές βόμβες από τις οποίες μπορεί να προκληθεί κίνδυνος για άνθρωπο τιμωρείται με φυλάκιση τριών ετών», ενώ αν χρήση των μολότοφ γίνεται σε δημόσιους χώρους ο δράστης θα τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη (κακούργημα).

Να σημειωθεί ότι ο δράστης δεν τιμωρείται εάν παραδώσει με τη θέλησή του στις Αρχές τις εκρηκτικές ύλες που κατέχει ή εμπόδισε άλλους να κάνουν χρήση αυτών.

ΕΔΕ vs ΔΣΑ

Το 2019 τελειώνει με την αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στους εισαγγελικούς και δικαστικούς λειτουργούς με τους δικηγόρους όπου πρωτοστατεί ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας Δημήτρης Βερβεσός. Με δυο ανακοινώσεις – καταδικαστικές των απόψεων τους- μια από την πλειοψηφία και μια από τη μειοψηφία του ΔΣ της Ένωσης τους, οι Δικαστές- Εισαγγελείς ανταποδίδουν ευθέως τα πυρά στον πρόεδρο του ΔΣΑ, Δημήτρη Βερβεσό που ζήτησε τα ονόματα των δικαστών οι οποίοι «καθυστερούν υπέρμετρα και εκδίδουν προδήλως αβάσιμες δικαστικές αποφάσεις».

Η μεν πλειοψηφία εκφράζει δυσαρέσκεια και έκπληξη και μιλάει για προσπάθεια υποκατάστασης των οργάνων ελέγχου της Δικαιοσύνης , η δε μειοψηφία για στοχοποίηση και στιγματισμό των Δικαστικών Λειτουργών. Στην ετήσια γενική συνέλευση της ΕΔΕ για πρώτη φορά δεν καλείται ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας, ο οποίος απαντά με ανακοίνωση γιατί δεν πήγε στην συνέλευση.

Η εφετειακή επιτροπή Πατρών με ανακοίνωση της εκφράζει τη στήριξή της προς τον Πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και τον θεσμικό  του ρόλο, ενάντια στις  επαναλαμβανόμενες δημόσιες προσωπικές αναφορές και επιθέσεις που δέχεται. Εκφράζουμε την αντίθεσή μας σε εξαγγελίες και δημόσιες τοποθετήσεις των θεσμικών εκπροσώπων των δικηγόρων περί ελέγχου των δικαστών για την υπηρεσιακή τους απόδοση όπως διατυπώθηκε στην προαναφερόμενη πρόσκληση του Πρόεδρου της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ