Δευτέρα 14 Ιουνίου 2021

Αθανάσιος Δαββέτας: Προς υπεράσπιση του θετικού δικαίου

"Ο κοινωνιολογικός θετικισμός, ως μέθοδος για την ερμηνεία του δικαίου και η μελέτη των συνεπειών της εφαρμογής του δεν είναι ζήτημα μαρξισμού, (δηλ. υιοθέτησης της μαρξιστικής μεθόδου ), αλλά μεθοδολογικής (επιστημονικής) συνέπειας και πολιτικής ευαισθησίας".

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Αθανάσιος Δαββέτας: Προς υπεράσπιση του θετικού δικαίου

Α) Στον πρόλογο της «Φιλοσοφίας του Δικαίου» του Γκέοργκ Χέγκελ, ( έκδοση Νομική Βιβλιοθήκη 2012, μετάφραση Σταμάτη Γιακουμή ), διαβάζουμε : «Το ότι το δίκαιο και το ήθος και ο αληθής κόσμος του δικαίου και του ήθους συλλαμβάνονται από τη σκέψη και προσδίδουν στον εαυτό τους τη μορφή της λογικότητας, δηλαδή γενικότητα και ορισμό περιεχομένου – αυτό το πράγμα είναι ο νόμος – θεωρείται δικαίως ως το εχθρικότατο, από το συναίσθημα, που επιφυλάσσει στον εαυτό του την αυθαιρεσία καθώς και εκείνη τη συνείδηση που ανάγει το δίκαιο στην υποκειμενική πεποίθηση. Ο τύπος του δικαίου ως υποχρέωση και ως νόμος γίνεται αντιληπτός από αυτήν, ( δηλαδή τη συναισθηματική συνείδηση), ως νεκρό κρύο γράμμα και ως δέσμευση. Διότι δεν αναγνωρίζει εντός του νόμου τον εαυτό της και δη ως ελεύθερο, αφού ο νόμος είναι ο λόγος του αντικειμένου και δεν επιτρέπει στο συναίσθημα να θερμανθεί – και να αισθανθεί ασφαλές – μέσα στην ιδιαιτερότητά του. Γι’ αυτό ο νόμος είναι το κόσκινο όπου διαχωρίζονται οι «μεγάλοι αδελφοί» και υποτιθέμενοι φίλοι του επονομαζόμενου λαού, (με δική μου ελάχιστη εκλαΐκευση στη δημοτική).

Β) Διαβάζω από το μη αποκλειστικά νομικό βιβλίο, αλλά γενικότερου προβληματισμού ( και νομικού ), του επίτιμου καθηγητή – συνταγματολόγου Νίκου Αλιβιζάτου με τον τίτλο «Δύο βήματα μπρος ένα πίσω», (εκδόσεις Μεταίχμιο 2020, σελ. 267-269 ), οπαδού καθ’ ομολογία του της λεγόμενης ανανεωτικής αριστεράς, τα ακόλουθα : « Η ανάδειξη ( από τη μαρξιστική μέθοδο ) των κοινωνικών τάξεων και της πάλης τους, …όχι ως του  αποκλειστικού πρωταγωνιστή… αλλά τουλάχιστον ως σπουδαίου παράγοντα για το ιστορικό γίγνεσθαι, βοηθά πολύ στην κατανόηση του παρελθόντος και ταυτόχρονα επιτρέπει εναργέστερες προβλέψεις για το μέλλον. Για το δίκαιο ωστόσο και την ερμηνεία του διστάζω να καταλήξω σε ανάλογο συμπέρασμα. Γιατί, όπως πιστεύω, ο κοινωνιολογικός θετικισμός, ως μέθοδος για την ερμηνεία του δικαίου και η μελέτη των συνεπειών της εφαρμογής του δεν είναι ζήτημα μαρξισμού, (δηλ. υιοθέτησης της μαρξιστικής μεθόδου ), αλλά μεθοδολογικής (επιστημονικής ) συνέπειας και πολιτικής ευαισθησίας.» Και παρακάτω : «…η εργαλειακή αντίληψη του δικαίου, που αποτελεί το άλφα και το ωμέγα της μαρξιστικής θεώρησης είναι εσφαλμένη. Διότι παραβλέπει ότι αυτό ( το δίκαιο ), εκτός από τη βούληση της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης, ενσωματώνει τη βούληση και άλλων πολιτικών υποκειμένων, (βλέπε λ.χ. το εργατικό δίκαιο –εννοείται στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες), και από την άλλη ότι κανένας κανόνας δικαίου δεν λειτουργεί μονομερώς. Ενώ κατ’ αρχάς υπηρετεί τα συμφέροντα των κρατούντων, μπορεί από την άλλη να χρησιμεύσει ως βάση στον αγώνα των κυβερνωμένων για καλύτερη ζωή. Κάτι που και ο ίδιος ο Μαρξ δέχεται στην 18η Μπριμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη.»

Γ) Με αφορμή την ερμηνεία ενός πρόσφατου νομικού προβλήματος, ήρθε σε γνώση μου το ακόλουθο ενδιαφέρον  σκεπτικό, που είναι χαρακτηριστικό της επιχειρηματολογίας όσων συνηγορούν υπέρ του φυσικού δικαίου : «…Τα περί ανεξαρτησίας – της Δικαιοσύνης – περί τεκμηρίου αθωότητας κλπ. καλά είναι να απευθύνονται σε όλους πλην των παροικούντων την Ιερουσαλήμ. Η δικαιοσύνη είναι θεσμός του κράτους και το κράτος είναι το όργανο εξουσίας μιας τάξης πάνω σε μια άλλη τάξη και ως εκ τούτου δεν μπορεί αντικειμενικά να είναι η δικαιοσύνη ανεξάρτητη γι’ αυτό και η εκτελεστική εξουσία διορίζει την ηγεσία της δικαιοσύνης με προφανή σκοπό τον έλεγχό της. Αυτό φυσικά δεν αναιρεί την δυνατότητα του κάθε δικαστή, έστω πολλές φορές με κόστος, να είναι έντιμος δίκαιος υπεύθυνος και ανεξάρτητος και ευτυχώς υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι δικαστές. Παραπέρα μη ξεχνάμε ότι οι δικαστές στην καλύτερη εκδοχή καλούνται να εφαρμόζουν τους νόμους που ψήφισαν κάποιοι ελάχιστοι συνήθως βουλευτές κάποιου συγκεκριμένου κόμματος, που εκπροσωπεί συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα και χρησιμοποιεί τους βουλευτές του ως εκτελεστικά όργανα για να σηκώνουν το χέρι τους και να ψηφίζουν νομοσχέδια, για τα οποία ουδέποτε ρωτήθηκε η γνώμη τους και πολλές φορές αγνοούν το περιεχόμενο τους, το οποίο το έχει ετοιμάσει ένας διορισμένος η έστω εκλεγμένος υπουργός, ο οποίος συνήθως το έχει πάρει αμετάφραστο από κάποιο Γερμανό π.χ. συνάδελφο του. Έτσι δεν ψηφίζονται οι νόμοι ή κάνω λάθος;

Σε κάθε περίπτωση όπως και να το κάνουμε οι νόμοι πάντα επιχειρούσαν να σταματήσουν την ιστορία. Εάν όλοι οι άνθρωποι πειθαρχούσαν στους νόμους θα ήμασταν ακόμη στην εποχή του Δράκοντα και του Χαμουραμπί. Και ο Προμηθέας παράνομος ήταν και η Αντιγόνη και ο Χριστός και ο Σπάρτακος και ο Μαντέλα και ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ και χιλιάδες άλλοι παράνομοι και αντικοινωνικοί που γύριζαν πάντα τον τροχό της ιστορίας προς τα μπρος. Τελικά το κύριο ερώτημα είναι με ποιον είναι ο καθένας, με τον Κρέοντα ή με την Αντιγόνη, αυτή είναι η ουσία».

Δηλαδή, δεν πρέπει να μας απασχολούν τα περί κράτους δικαίου, τεκμηρίου αθωότητας και λοιπά οχληρά, γιατί;; Διότι η Δικαιοσύνη ως κρατική λειτουργία και το δίκαιο που παράγεται από την εκάστοτε Βουλή με την μορφή νόμων και καλούνται να εφαρμόσουν οι δικαστές μας είναι απλά τα όργανα εξουσίας μιας τάξης πάνω σε μια άλλη τάξη, δηλαδή «εργαλεία», με τα οποία η άρχουσα τάξη επιχειρεί να σταματήσει την ιστορία, δηλαδή την ιστορική νομοτελειακή εξέλιξη προς την κοινωνική αλλαγή προς όφελος του λαού. Κατά λογική ανάγκη και όταν επέλθει η κοινωνική – πολιτική μεταβολή η νέα κυρίαρχη τάξη με τα ίδια εργαλεία θα επιβάλλει τη θέλησή της στην ηττημένη πρώην άρχουσα τάξη. Άραγε μόνο σε αυτήν ή και σε οποιονδήποτε γενικά την αμφισβητήσει; Δεν γνωρίζουμε ή μάλλον υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα που έχουν απαντήσει με γνωστό τρόπο. Περαιτέρω, είναι σαφές, κατά την ανωτέρω άποψη, ότι η νομική επιστήμη, ως σύστημα ερμηνείας των υφιστάμενων και προτάσεως επί των μελλοντικών νόμων, εσφαλμένα μας απασχολεί, αφού όλοι οι νόμοι αδιακρίτως είναι κακοί και καταπιεστικοί στο παρόν κοινωνικοοικονομικό σύστημα.

Άραγε δεν υπάρχουν νόμοι που έχουν αποκαταστήσει ακτήμονες και πρόσφυγες ή δεν έχουν καθιερώσει ελάχιστα ημερομίσθια, ωράρια, άδειες, επιδόματα, συνδικαλιστικές εκπροσωπήσεις και άλλα, όπως επισημαίνει ανωτέρω ο καθηγητής Αλιβιζάτος; Μήπως λοιπόν οι εκάστοτε νόμοι αποτελούν απόρροια του συσχετισμού δύναμης των κοινωνικών συμφερόντων και τάξεων σε δεδομένη συγκυρία, δηλαδή είναι προϊόν συμβιβασμού, και άρα υπάρχουν περιθώρια να αξιοποιηθούν και από τα κυβερνώμενα στρώματα της κοινωνίας προς δικό τους όφελος; Και εδώ έχει δοθεί ιστορική απάντηση καταφατική, την οποία φαίνεται να αγνοούν οι αρνητές του εκάστοτε θετικού δικαίου. Μήπως τα δικαιώματα των κατηγορουμένων, των υπόπτων και των πολιτών εν γένει δεν είναι καθιερωμένα με τέτοιους «εργαλειακούς» νόμους και οι ενδιαφερόμενοι δεν τους επικαλούνται κάθε φορά προς όφελός τους;;

Μήπως η ανεξαρτησία των δικαστών δεν είναι μέλημα των ίδιων κακών νόμων και δεν επιδιώκουμε προς όφελος του λαού τη συνεχή βελτίωσή τους; Μήπως και αυτό το μέλημα θα έπρεπε να το αγνοήσουμε; Άρα τι μένει;; Εδώ και τώρα σύγκρουση με κάθε μέσο για την ανατροπή! Αυτή είναι η αναπόδραστη απάντηση σε μια τέτοια τοποθέτηση. Προφανώς την οργάνωση και τους θεσμούς για να λειτουργήσουμε ως κοινωνία θα τους ανακαλύψουμε μέσα στη σύγκρουση και δι’ αυτής και μετά από αυτήν. Με ποιες εγγυήσεις ότι δεν θα επωφεληθούν νέοι εξουσιαστές; άγνωστο! Και ποιο είναι εκείνο που θα αντικαταστήσει το μέχρι τώρα νομοθετημένο δίκαιο ( το θετό δίκαιο ) ; μα βέβαια το φυσικό δίκαιο, και ποιο είναι αυτό;; Και πάλι ο υποθετικός συνομιλητής μας έχει σαφή απάντηση : «Φυσικό Δίκαιο είναι εκείνο στο οποίο στηρίχτηκαν οι μεγάλοι κοινωνικοί μεταρρυθμιστές, καθώς και διάφοροι παράνομοι και κατά συνθήκη αντικοινωνικοί!». Εδώ πρέπει να γίνουμε λίγο πιο συγκεκριμένοι: α) Ο Προμηθέας στο έργο Προμηθέας Δεσμώτης του Αισχύλου είναι ένας αθάνατος ( ημίθεος ) ήρωας που αντιστέκεται στην εξουσία του κυρίαρχου θεών και ανθρώπων Δία και επειδή ανατρέπει την κοσμική τάξη βοηθώντας τους θνητούς με το γνωστό τρόπο, τιμωρείται ανηλεώς από τον Δία με τη συμβολή της Ανάγκης και του Κράτους. Μέσω της δράσης μιλάει ο ίδιος ο ποιητής για τις δικές του θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις.

Το έργο αποτελεί καταγγελία της τυραννίας, αλλά πέραν αυτού – στο οποίο όλοι ελπίζω συμφωνούμε – δεν περιέχει και κανόνες ορθής νομοθετήσεως. β) Στο έργο Αντιγόνη του Σοφοκλή γίνεται λόγος για ένα πανελλήνιο έθιμο να μένουν άταφοι οι προδότες και οι ιερόσυλοι, του οποίου την εφαρμογή διατάσσει ο Κρέων ως νέος βασιλιάς της Θήβας, μετά το θάνατο σε μεταξύ τους μονομαχία των Ετεοκλή και Πολυνείκη, γιών και διεκδικητών του θρόνου του πατέρα τους Οιδίποδα μετά την έκπτωσή του. Συγκεκριμένα, ο νεκρός Πολυνείκης έπρεπε να μείνει άταφος ως προδότης, διότι εκστράτευσε κατά της πατρίδας του Θήβας για να πάρει το θρόνο από τον αδελφό του, που είχε παραβιάσει τη συμφωνία τους για εναλλακτική ανά έτος βασιλεία του καθενός τους. Η Αντιγόνη, αδελφή των δύο νεκρών διεκδικητών του θρόνου, αποφασίζει να παραβεί τη διαταγή του Κρέοντα και το πανελλήνιο έθιμο ( θετό δίκαιο ), ενόψει ενός υπέρτερου εθίμου, που είναι ότι ο εξ αίματος συγγενής νεκρού δεν μπορεί να αφήσει άταφο αυτόν λόγω της συγγενείας, ακόμη και αν είναι προδότης.

Πρόκειται δηλαδή για κλασσική περίπτωση σύγκρουσης νόμων. Ως γνωστόν οι συγκρούσεις αυτές επιλύονται βάσει της αρχής του υπερτέρου συμφέροντος ή της υπέρτερης ηθικής αξίας του κάθε εν δυνάμει βλαπτόμενου αγαθού. Ούτε και εδώ εντοπίζεται κάποιο «φυσικό δίκαιο», που πρέπει να εφαρμοστεί οπωσδήποτε θέτοντας εκποδών το «θετό δίκαιο». γ) Ο Χριστός ήρθε για να συμπληρώσει και όχι για να καταργήσει τον μωσαϊκό νόμο, όπως έλεγε ο ίδιος. δ) Ο Σπάρτακος ήταν ένας αρχηγός δούλων που πάλευε για την ελευθερία τους κατά τη Ρωμαϊκή εποχή. Και βέβαια η δουλεία είναι καταδικαστέα σήμερα από όλους, δεν ξέρουμε όμως αν σε περίπτωση νίκης του ο Σπάρτακος θα καταργούσε την δουλεία για όλους τους δούλους στην τότε ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Δεν γνωρίζουμε δηλαδή αν επαγγελόταν ένα υπερνομοθετικό φυσικό δίκαιο, εκείνη την εποχή, που καταδίκαζε τη δουλεία ως θεσμό. ε) Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στηρίχθηκε στο ήδη φιλελεύθερο συνταγματικό δίκαιο των ΗΠΑ για να επιτύχει την ισονομία των μαύρων πολιτών με τους λευκούς, ανατρέποντας ειρηνικά, ( παρά τη δολοφονία του ), τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί παράνομα και αντισυνταγματικά από τους ρατσιστές.

Και εδώ επρόκειτο για σύγκρουση νόμων. Δεν υπήρξε κάποιο εξ αποκαλύψεως φυσικό δίκαιο που έδωσε τη λύση. στ) Ο Μαντέλα αγωνίσθηκε εναντίον ενός τυραννικού για τους μαύρους καθεστώτος στη Νότιο Αφρική και επέτυχε να το ανατρέψει ειρηνικά με επίκληση της φιλελεύθερης νομοθεσίας που υπήρχε ήδη στον αγγλοσαξονικό νομικό πολιτισμό. ζ) Άλλοι παράνομοι και αντικοινωνικοί «κοινωνικοί αναμορφωτές» ; ως τέτοιοι έχουν προταθεί κατά καιρούς : ο μεσσιανιστής κληρικός Παπουλάκος, που έδρασε επί Βαυαροκρατίας, ο λήσταρχος Τάκος Αρβανιτάκης, ( βλ. την σφαγή στο Δήλεσι το 1871 και το κινηματογραφικό έργο του Θεόδωρου Αγγελόπουλου «Ο Μεγαλέξαντρος» ), ο Ρομπέν των Δασών και ο Ζορό, ( βλ. τα αντίστοιχα μυθιστορήματα ), ο ευαίσθητος φονιάς Κοεμτζής, ( η ιστορία του οποίου έγινε και λαϊκό τραγούδι ), ο ρομαντικός ληστής Βερνάρδος και η γνωστή παρέα των αδελφών Ξηρών πριν από την αποκάλυψή τους, ( με τη μυθοποίηση που έλαβαν στον Τύπο της πρώιμης εποχής της μεταπολίτευσης ως τιμωροί ), καθώς και διάφοροι άλλοι γραφικοί και μη εκτός νόμου, που έχουν ενδιαφέρον να μελετηθούν ως κοινωνικά φαινόμενα, αλλά δεν είναι κατανοητό πως θα αντληθεί από τις πράξεις τους φυσικό δίκαιο, πέρα από εκείνο της αυτοδικίας και της εκδικήσεως.

Είναι φανερό λοιπόν ότι ο λόγος περί αχρησίας του ήδη τεθειμένου δικαίου και της νομικής επιστήμης είναι λόγος συναισθηματικός και όχι λογικός, όπως λέει και ο Χέγκελ, ( βλ. ανωτέρω ). Ανάγει το δίκαιο στην αυθαίρετη κρίση και την υποκειμενική πεποίθηση του κάθε φορά ομιλούντος. «Εμπιστευθείτε με ξέρω τι είναι καλό για εσάς!». Αυτοί λοιπόν οι εχθροί του συγκεκριμένου νόμου είναι και εχθροί του συγκεκριμένου λαού, και το έχουν αποδείξει πολλές φορές στην ιστορία με τα ανελεύθερα καθεστώτα που έχουν εγκαθιδρύσει, αφού μετά τον συναισθηματικό δελεασμό των λαών ακολουθεί η αιχμαλωσία τους σε νομικά δεδομένα που δεν επιδέχονται καν κριτική. Εγώ λοιπόν θα συμβούλευα έναν νέο νομικό να μελετάει τους νόμους, τη νομολογία και τους θεωρητικούς, να κρίνει ποια είναι η κοινωνικά προσφορότερη λύση, να επιδιώκει τη βελτίωση της υπάρχουσας νομοθεσίας και νομολογίας με λογικά επιστημονικά επιχειρήματα και να μην είναι εκ προοιμίου με κανένα, είτε λέγεται Κρέοντας είτε Αντιγόνη! Οι τραγωδίες έγιναν για να τις αναπαριστούμε στο θέατρο προς κάθαρση των ψυχών μας και όχι για να τις ζούμε καθημερινά επιδιώκοντας μια αέναη σύγκρουση, αλλά μάλλον για να μαθαίνουμε να τις αποφεύγουμε επιδιώκοντας πάντα τη σύνθεση μέσα στις αντιθέσεις. Εννοείται ότι, παρά τη διαφωνία μου με την αντικρουόμενη άποψη, θα έδινα όλη τη φωνή μου για να συνεχίσει να ακούγεται ελεύθερα, μέχρις ότου γίνει κατανοητό από τους υποστηρικτές της το άτοπο στο οποίο οδηγείται.

Αθανάσιος Δαββέτας, Πρόεδρος Εφετών Αθηνών 

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ