Γρηγόρης Ζ. Πεπόνης: Πανθεσμικό το διακύβευμα

Με αφορμή την επανεκκίνηση της δημόσιας συζήτησης για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

NEWSROOM
Γρηγόρης Ζ. Πεπόνης: Πανθεσμικό το διακύβευμα

Δεν ξενίζει, δεν παραξενεύει και δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι η Δικαιοσύνη, προϊόντος του χρόνου, καθίσταται όλο και πιο συχνά αντικείμενο κριτικής, τούτο δε είτε α) γενικώς και αφηρημένως ως θεσμική Δικαστική Λειτουργία είτε β) ειδικώς και συγκεκριμένως στο πρόσωπο ορισμένων, εκάστοτε, εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών και στο πλαίσιο του εκ μέρους τους δικονομικού και ουσιαστικού χειρισμού εμβληματικών και ευρύτερου δημοσίου ενδιαφέροντος υποθέσεων (η «αντανάκλαση», η διασύνδεση, η αλληλεπίδραση και η άμεση σχέση μεταξύ των δύο περιπτώσεων αυτονόητη και δεδομένη).

Εννοείται το απολύτως εύλογο και κατανοητό του φαινομένου, ως αναγόμενου στα πεπραγμένα καίριας και κρίσιμης για το δημοκρατικό πολίτευμα δημόσιας λειτουργίας και στις πράξεις των στελεχούντων αυτήν δημοσίων λειτουργών.

Σταθερώς, μεταξύ των υποκειμένων της εκδηλούμενης και αναπτυσσόμενης δημόσιας κριτικής και μέρος του πολιτικού μας κόσμου, που εμφανίζεται πολλές φορές να «επισπεύδει» αυτήν και να της προσδίδει ιδιάζουσα βαρύτητα, ως εκ της φύσεως και της ιδιότητας του κριτή και μόνον, κατ΄ ελάχιστον και αν μη τι άλλο.

Οικείες και εθισμένες σχετικώς καταγγελτικές αναφορές και δηλώσεις, επισημάνσεις θεσμικού σκεπτικισμού και προειδοποιήσεις επαπειλούμενου σοβαρού θεσμικού κινδύνου, συνιστούν τα κύρια χαρακτηριστικά του κριτικού λόγου της τελευταίας ως άνω κριτικής κατηγορίας, στους φορείς της οποίας δεν είναι ασυνήθης και η εναλλαγή ρόλων, κατά περίπτωση και αναλόγως της διδομένης, εκάστοτε, αιτίας ή αφορμής.

Δεν ανάγεται στις προθέσεις μας η καθολική και απόλυτη αμφισβήτηση, πολλώ δε μάλλον η ομοία απόρριψη, της ουσιαστικής βασιμότητας του περιεχομένου και της προβληματικής του συγκεκριμένου κριτικού λόγου, που, άλλωστε, δεν περιορίζεται ή εξαντλείται σε γενικούς και αφηρημένους, θεωρητικής φύσης, φραστικούς συλλογισμούς και αντίστοιχες προσεγγίσεις, ούτε είναι ανεπέρειστος (αμέσως ή εμμέσως) συγκεκριμένων περιπτώσεων και αντιστοίχων προς αυτές θεσμικών ενεργειών και χειρισμών.

Αντιθέτως, και μέσα από τον μη ελλείποντα ρεαλισμό του, αναδεικνύονται από αυτόν, κατά τρόπον «ανάγλυφο» και αδρό, σαφή στοιχεία βαθιάς σύννοιας και έντονου σκεπτικισμού, τούτο δε για γενικότερο και ευρύτερο φάσμα κοινωνών και προσώπων και όχι μόνο για τους «μυημένους» και τους ειδικούς γνώστες.

Ωστόσο «έργω κ’ ουκέτι μύθω», με έργα και όχι με λόγια.

Δεν αρκούν απλώς τα διδάγματα. Παραδειγμάτων έχουμε χρεία.

Και εν προκειμένω, στην συγκεκριμένη κριτική, συντρέχει όλως εμφανώς και εμφιλοχωρεί μια πρόδηλη λογική ασυμβατότητα και αντίφαση.

Περιβάλλεται, μάλιστα, αυτή από υπερνομοθετικό πέπλο και εμφανίζει αυξημένη τυπική ισχύ κα αντίστοιχο κύρος.

Πρόκειται για τις συνταγματικής περιωπής διατάξεις και ρυθμίσεις των άρθρων 90 παρ. 5Σ (επιλογή ηγεσίας της Δικαιοσύνης) και 86Σ (ποινική ευθύνη μελών της Κυβέρνησης).

Προφανής και πρόδηλη (εν δυνάμει τουλάχιστον) η μεταξύ των δύο αυτών θεμελιωδών συνταγματικών θεσμικών προβλέψεων εσωτερική διασύνδεση και σχέση, με την ευρεία κοινωνική πλειονότητα να φέρεται πως θεωρεί (ευλόγως) ότι λειτουργεί και διαδραματίζει κρισίμως αρνητικό ρόλο στις (εμβληματικού εξ αντικειμένου χαρακτήρα) υποθέσεις, που συνάπτονται και σχετίζονται με πράξεις και παραλείψεις του σκληρού πυρήνα της εξουσίας.

Παρέλκει να τονισθεί ότι και το κράτος δικαίου πλήττουν καιρίως οι ειρημένες συνταγματικές ρυθμίσεις, ενώ το ευτελίζει (αν δεν το διακωμωδεί) στον έσχατο βαθμό και ενώπιον της κοινής γνώμης η (στα πλαίσια του άρθρου 86Σ) σύσταση ποικιλωνύμων κοινοβουλευτικών επιτροπών πολιτικών (ουσιαστικώς και κατά σχεδόν απαράβατο κανόνα) σκοπιμοτήτων, με ερευνητικά δήθεν και ανακριτικά καθήκοντα διάγνωσης και καταλογισμού ποινικών ευθυνών.

Δεν αρκεί η συντριπτική πλειονότητα των δικαστικών λειτουργών (όπως, συχνάκις, ορθώς επισημαίνεται) να υπηρετεί και να τιμά την δικαστική προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία.

Δεν μπορεί να είναι ανεκτό και παραδεκτό, στοιχείο «εκ των ων ουκ άνευ» που θα έπρεπε να αποτελεί αδιαπραγμάτευτο χαρακτηριστικό της ολότητας των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, να προβάλλεται εξακολουθητικώς και δημοσίως ότι περιορίζεται μόνον στο συντριπτικώς μεγαλύτερο μέρος εξ αυτών.

Με τους «λοιπούς» τί γίνεται;

Ποίος ο ρόλος και η αποστολή τους, αν δεν υπηρετούν την δικαστική ανεξαρτησία;

Ποιας κατεύθυνσης και ποίου προσανατολισμού είναι οι υπηρεσιακές πράξεις και ενέργειές τους;

Ποια είναι τα διαφορετικά μέτρα και τα ανόμοια σταθμά τους;

Ενδέχεται, μήπως και εν δυνάμει, να απαρτίζουν την κατηγορία εκείνη των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών που, ανεξαρτήτως του αριθμού τους, προτεραιοποιούν και θέτουν υπεράνω όλων την κυβερνητική επιλογή και την μέσω αυτής ανέλιξή τους στα ύπατα αξιώματα της Δικαιοσύνης, προσαρμόζοντας αναλόγως και εντάσσοντας στον σκοπό αυτόν την συνόλη δικαστική πρακτική και συμπεριφορά τους, με ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται;

Και μπορεί, άραγε, να αμφισβητηθεί βασίμως ότι, η ρύθμιση του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος που ανάγει ουσιαστικά σε αποκλειστικώς κυβερνητική υπόθεση την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, δεν συντελεί εν δυνάμει,  με την λειτουργική της δομή και το πνεύμα που αυτή αποπνέει, στην διαμόρφωση της ως άνω κατηγορίας λειτουργών στους κόλπους του δικαστικού σώματος αφ΄ ενός και, αφ’ ετέρου, δεν διαχέει την κοινωνική αμφισβήτηση και δυσπιστία στον δικαστικό χειρισμό εμβληματικών υποθέσεων, με αντικείμενο ελέγχου πεπραγμένα αφορώντα αμέσως ή εμμέσως την «πολιτική τάξη» και τις ποικιλώνυμες συνιστώσες της;

Καλές και θετικές οι δημόσιες επισημάνσεις για  κοινωνική πεποίθηση περί μη λειτουργίας της Δικαιοσύνης με την απαιτούμενη πληρότητα και περί επηρεαζόμενης Δικαιοσύνης που εμφανίζει ασύμμετρη εικόνα με κυριαρχούσα την αδιαφάνεια και την συγκάλυψη, πολλώ δε μάλλον όταν αυτές προέρχονται από ειδικού βάρους και γενικότερου κύρους προσωπικότητες του δημόσιου βίου.

Ωστόσο είναι φανερό ότι δεν αρκούν, αφού επικεντρώνονται, εντοπίζουν και περιγράφουν το σύμπτωμα, δεν αναφέρονται όμως στην αντιμετώπιση και θεραπεία της «ασθένειας», που είναι το κυρίως ενδιαφέρον και το ζητούμενο.   

Και η «ασθένεια» εν προκειμένω δεν είναι «μια επίσκεψη Κυρίου».   Ανάγεται σε άκρως προβληματικές και καίριας σημασίας συνταγματικές ρυθμίσεις, που ως κρίσιμη καταστατική συνιστώσα δεν προάγουν την θεσμική εικόνα και, αντί να διασφαλίζουν, υπονομεύουν και σκιάζουν το θεσμικό κύρος.

Η πλήρης, ριζική και ουσιαστική αναθεώρησή τους επιβεβλημένη και αναγκαία όσον ποτέ παρίσταται.

Ο πολιτικός κόσμος βαρύνεται με την  ανάληψη της σχετικής πρωτοβουλίας (Έχει ήδη και από 29.11.2024 παρέλθει η συνταγματική προϋπόθεση της πενταετίας από την προηγούμενη αναθεώρηση).

Θα το πράξει; Θα άρει την πλειστάκις εμφανιζόμενη αντίφαση μεταξύ του στηλιτεύοντος λόγου και της αντίθετης προς αυτόν αρνητικής θεσμικής πραγματικότητας, που και ισχύει και με εμμονική «ευλάβεια» (ως προς την ουσία των ρυθμίσεων) διατηρήθηκε και συντηρείται και στο μεταπολιτευτικό μας Σύνταγμα;

Θα χωρήσει στην λήψη της σχετικής πολιτικής απόφασης με κριτήριο και αίσθηση πολιτειακής ευθύνης και όχι πολιτικής σκοπιμότητας;

Σίγουρα το διακύβευμα είναι πανθεσμικό.

Δεν είναι μονοδιάστατα «δικαστικολειτουργικό» και «δικαστικοκεντρικό» μόνο. Είναι συνολικό και καθολικό, απτόμενο του όλου θεσμικού εποικοδομήματος.

Η εμφανιζόμενη κρίση αξιοπιστίας της Δικαιοσύνης συνυφαίνεται και συνυπάρχει, ως προς τα θιγόμενα στο παρόν και καταλυτικώς επενεργούντα αρνητικώς  ζητήματα, με αναλογικώς αντίστοιχη κρίση και της νομοθετικής και της εκτελεστικής λειτουργίας.

Η επιλογή των τελευταίων υπέρ της συγκεκριμένης και ισχύουσας μορφής των συνταγματικών ρυθμίσεων για τις οποίες γίνεται λόγος, ευνοεί λογικώς (αν δεν διασφαλίζει, όπως φέρεται να πιστεύεται) τον κυβερνητικό παρεμβατισμό στην Δικαιοσύνη και παρέχει, δίκην «καλού αγωγού», την αναγκαία αρνητική ενέργεια για ενδεχόμενη και εν δυνάμει κινητοποίηση και «εγκαθίδρυση» (εντός των κόλπων του δικαστικού σώματος) της ως άνω ολιγομελούς κατηγορίας των «λοιπών», σε μια μεταξύ τους λειτουργική σχέση «συγκοινωνούντων δοχείων» που, αφ΄ ενός και δυστυχώς, δίδει για το σύνολο του δικαστικού σώματος τον όλο αρνητικό τόνο και, αφ΄ ετέρου, αδίκως σκιάζει και αμαυρώνει και τις συντρέχουσες πάντα τιμητικές εξαιρέσεις.

Κοινωνική πεποίθηση περί ύπαρξης άλλης για «Πατρικίους» και άλλης για «Πληβείους» Δικαιοσύνης, πόρρω απέχει της απαιτούμενης, έναντι της τελευταίας, κοινωνικής εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας για την οποία γίνεται λόγος, αναμφιβόλως δε συνιστά παράγοντα διαμόρφωσης ολέθριων θεσμικών συνθηκών.

Δεν νοούνται στην Δικαιοσύνη «κερκόπορτες» ή κατοχή από άλλους «αντικλείθρων» του «ιερού» της, έστω και εν δυνάμει, κατ’ εντύπωση ή καθ’ υπόθεση.

Πριν ή η μομφή και ο ψόγος μετατραπούν σε «χιονοστιβάδα» και προσλάβουν την μορφή της συνολικής θεσμικής καταλυτικής χλεύης, η αποκαταστατική των πραγμάτων συνταγματική αναθεώρηση είναι αναγκαία, επιβεβλημένη και μονοδρομικής φύσεως, συνιστά δε η ουσιαστικότητά της και το βάθος της την αποκαλυπτική ειλικρινών ή μη προθέσεων και κινήτρων «λυδία λίθο».

Τέλος και ως προς τον απαιτούμενο, ενδιαμέσως, αναγκαίο διαδικαστικό χρόνο, μια κοινότοπη παρατήρηση: Γνωρίζουν καλώς οι δικαστικοί και εισαγγελικοί λειτουργοί ότι ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, αποκλείοντας τα αδιέξοδα, προβλέπει σε κάθε περίπτωση και διασφαλίζει πάντα (ανεξάρτητα από την άσκηση ή μη των κυβερνητικών επιλογών του άρθρου 90 παρ. 5 του Συντάγματος) την εύρυθμη λειτουργία της δικαστικής υπηρεσίας.

*Του Γρηγόρη Ζ. Πεπόνη, Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου ε. τ.

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr