Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Ιωάννης Α. Γλύκας, Χριστίνα Ι. Βαθειά : ΑΟΖ: Νομικό & Εθιμοτυπικό Δίκαιο

Πριν από κάποιους μήνες με σχετικό άρθρο μας καταδείξαμε την ανάγκη να ωριμάσει η ιδέα στον Δυτικό κόσμο για την παραπομπή του Ερντογάν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Ιωάννης Α. Γλύκας, Χριστίνα Ι. Βαθειά : ΑΟΖ: Νομικό & Εθιμοτυπικό Δίκαιο

Οι πρόσφατες ωστόσο εξελίξεις ως προς την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, η προκλητική αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς με τις επαναλαμβανόμενες Navtex στην Αν. Μεσόγειο, ακόμα και παραμονή της Εθνικής μας Επετείου, παρότι υφίσταται και σχετικό άτυπο moratorium σε αυτή την περίσταση, η ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ίσως η πιο ισχυρή στην μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Ιστορία, καταδεικνύουν την ανάγκη να αναληφθούν τώρα πολιτικές και διπλωματικές πρωτοβουλίες από την Ελληνική Κυβέρνηση που υπαγορεύονται από το Διεθνές Δίκαιο το οποίο έχουμε θέσει ως προμετωπίδα της εθνικής μας πολιτικής. Αναφορικά ωστόσο με τους εφαρμοστέους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας, ενώ η Τουρκία όχι, με αποτέλεσμα οι μεταξύ μας σχέσεις να διέπονται από κανόνες του εθιμικού δικαίου.

Λόγω της γεωγραφίας της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και ειδικότερα της παρουσίας των ελληνικών νησιών πλησίον των τουρκικών ακτών, οιοδήποτε επέκταση της δικαιοδοσίας της Ελλάδας πέραν του υφισταμένου ορίου των 6 ναυτικών μιλίων ενέχει καταρχάς ζήτημα οριοθέτησης.

Τα επιχειρήματα της Τουρκίας είναι γνωστά. Κατά την τουρκική θέση, σε ημίκλειστες θάλασσες, όπως το Αιγαίο, η θέσπιση και η οριοθέτηση ζωνών δικαιοδοσίας προϋποθέτει σύμφωνη γνώμη όλων των παράκτιων Κρατών. Το ίδιο ισχύει και για την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στο ανώτατο εύρος των 12ν.μ., η άνευ διακρίσεως εφαρμογή του οποίου αποτελεί κατά την τουρκική πάντα άποψη, κατάχρηση δικαιώματος.

Η Διεθνής Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας αποτελεί το νομικό κείμενο που αφορά τις διεθνείς σχέσεις στη θάλασσα. Στο κείμενο αυτό εξισορροπούνται οι διεκδικήσεις των κρατών, αναδύονται νομικές έννοιες και εξειδικεύονται, κατά το νομικό τους περιεχόμενο, άλλες.

Οι νομοθετικές διατάξεις που καθιερώνονται, στηρίζονται ιδίως στις αρχές του κοινού οφέλους και της αμοιβαιότητας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μεταξύ των κρατών. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης, κάθε κράτος δικαιούται να καθορίσει το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης του ή, με άλλη διατύπωση, των χωρικών υδάτων ή της χωρικής του θάλασσας, ώστε αυτή να εκτείνεται ως τα 12 ναυτικά μίλια, μετρούμενα από τις καθοριζόμενες γραμμές βάσης .

Στη ζώνη αυτή, το κράτος ασκεί κυριαρχία (εκτελεστική – νομοθετική – δικαστική), τόσο στη θάλασσα και στον εναέριο χώρο που βρίσκεται άνωθεν αυτής, όσο και στο βυθό και στο υπέδαφός του βυθού . Βασικό πυλώνα της Διεθνούς Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας αποτελεί η θεμελίωση της έννοιας της νομικής (συμβατικής) υφαλοκρηπίδας, ήτοι της υφαλοκρηπίδας που είναι κατά κύριο λόγο αποσυνδεδεμένη από γεωλογικούς δεσμούς . Εντός της νομικής υφαλοκρηπίδας του, το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα, τα οποία είναι αποκλειστικά, με την έννοια ότι αυτό και μόνο έχει δικαίωμα εξερεύνησής της και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων της.

Σύμφωνα με το σχόλιο της Επιτροπής του Διεθνούς Δικαίου, η οποία πρότεινε το άρθρο 12 στο Σχέδιο Σύμβασης που υπέβαλε στη Διάσκεψη της Γενεύης, ο όρος ‘’ειδικές περιστάσεις’’, ο οποίος οδηγεί την οριοθέτηση της αιγιαλίτιδας ζώνης στην εφαρμογή διαφορετικής μεθόδου από τη μέση γραμμή, αναφέρεται στην εξαιρετική μορφή των ακτών ή την παρουσία νησιών ή διαύλων ναυσιπλοΐας.

Το ως άνω άρθρο 12 επαναλαμβάνεται αυτούσιο – ως άρθρο 15 – στη Σύμβαση του Montego Bay. Συνεπώς, το σχετικό σχόλιο της Επιτροπής εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία του. Η παραπάνω παρατήρηση, καθώς και η γραμματική διατύπωση του άρθρου 15 της Σύμβασης οδηγεί, κατά την άποψή μας, στο εξής συμπέρασμα: Η οριοθέτηση της αιγιαλίτιδας ζώνης γίνεται σύμφωνα με τη μέθοδο της μέσης γραμμής και ίσης απόστασης.

Πρόκειται, κατά λογική αναγκαιότητα, για τη μέση γραμμή μεταξύ των ηπειρωτικών ακτών των δύο κρατών (άρθρο 15 εδ. α). Όποτε, όμως, η οριοθέτηση συμπεριλαμβάνει νησιά, τότε, για το λόγο ότι και αυτά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, ως ‘’ειδική περίσταση’’, ανατρέπεται ο κανόνας της μέτρησης με βάση τη μέση γραμμή από τις ηπειρωτικές ακτές και υιοθετείται άλλη μέθοδος οριοθέτησης με επιχείρημα και εξ αντιδιαστολής, από τη διαφορετική διατύπωση των αντίστοιχων άρθρων για τις περιπτώσεις αλληλοεπικαλυπτόμενων ζωνών υφαλοκρηπίδας και Α.Ο.Ζ.

Συνήθως, βέβαια, η γεωλογική υφαλοκρηπίδα συμπίπτει, ως προς την έκτασή της, με τη νομική υφαλοκρηπίδα. Υπάρχουν, όμως, παράκτια κράτη χωρίς γεωλογική υφαλοκρηπίδα και άλλα με περιορισμένη γεωλογική υφαλοκρηπίδα. Έχουν, όμως, και αυτά νομική υφαλοκρηπίδα.

Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1 της Σύμβασης, η υφαλοκρηπίδα ενός παράκτιου κράτους ‘’αποτελείται από το θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφός του που εκτείνεται πέραν των χωρικών του υδάτων καθ’ όλη την έκταση της φυσικής προέκτασης του χερσαίου εδάφους μέχρι του εξωτερικού ορίου του υφαλοπλαισίου ή σε απόσταση 200 ναυτικών μιλίων από τις γραμμές βάσης από τις οποίες μετράται το εύρος των χωρικών υδάτων όπου το εξωτερικό όριο του υφαλοπλαισίου δεν εκτείνεται μέχρι αυτή την απόσταση.’’ Περαιτέρω, στην παρ. 5 του ιδίου άρθρου, ρυθμίζεται και η σπάνια περίπτωση που το υφαλοπλαίσιο του παράκτιου κράτους εκτείνεται πέραν των 200 ν.μ, οπότε η νομική υφαλοκρηπίδα φτάνει στα 350 ν.μ. από τις γραμμές βάσης.

Με βάση τα παραπάνω εκτεθέντα, συνάγονται τα κάτωθι συμπεράσματα: Ότι η νομική υφαλοκρηπίδα συνιστά έννοια που δεν καταλαμβάνει τη θαλάσσια έκταση που προσδιορίζεται ως αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά περιοχή που βρίσκεται πέραν αυτής. Όπου υπάρχει αιγιαλίτιδα ζώνη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για δικαίωμα στη νομική υφαλοκρηπίδα, διότι αφού υπάρχει δικαίωμα του παράκτιου κράτος στο μείζον, υπάρχει και στο έλασσον. Εκεί που το κράτος έχει πλήρη κυριαρχία, περιττεύει η ρητή αναγνώριση αποκλειστικών κυριαρχικών δικαιωμάτων του, τα οποία συνεπάγονται οικονομική μόνο κυριαρχία. Με άλλα λόγια, όσο μεγαλύτερη είναι η αιγιαλίτιδα ζώνη, τόσο περιορίζεται η υφαλοκρηπίδα. Ότι, ενώ αιγιαλίτιδα ζώνη έχει το παράκτιο κράτος για λόγους προστασίας και ασφάλειάς του, νομική υφαλοκρηπίδα έχει ιδίως προς το σκοπό εκμετάλλευσης των φυσικών της πόρων, δηλαδή για λόγους οικονομικούς.

Για το λόγο αυτό, χάρη στη διάκριση μεταξύ των ζωνών κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων, νομική υφαλοκρηπίδα έχει ένα κράτος μόνο σε όση θαλάσσια έκταση δεν προσβάλλει την ασφάλεια άλλου κράτους. Ότι η νομική υφαλοκρηπίδα αποτελείται μόνο από το βυθό και το υπέδαφος του βυθού και όχι από τη θάλασσα ή τον εναέριο χώρο άνωθεν αυτής. Ως εκ τούτου, η νομική υφαλοκρηπίδα δεν είναι πλήρης θαλάσσια ζώνη, όπως είναι η αιγιαλίτιδα ζώνη ή η Αποκλειστική Οικονομική ζώνη, αλλά υποθαλάσσια ζώνη (ζώνη του βυθού και του υπεδάφους του).

Στο πλαίσιο αυτό, ως αντικείμενο έρευνας και εκμετάλλευσης τίθενται, για το παράκτιο κράτος, μόνο οι φυσικοί πόροι που αποτελούνται από τους μεταλλευτικούς και άλλους μη ζώντες οργανισμούς που ανήκουν στα καθιστικά είδη34 . Σύμφωνα με το άρθρο 80 της Σύμβασης, το παράκτιο κράτος, εκτός από το δικαίωμα έρευνας και εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων, έχει, επίσης, το αποκλειστικό δικαίωμα να κατασκευάζει, να επιτρέπει και να ρυθμίζει την κατασκευή, τη λειτουργία και τη χρησιμοποίηση τεχνητών νήσων, εγκαταστάσεων και κατασκευών πάνω στην υφαλοκρηπίδα του. Ή σε απόσταση 100 ν.μ. πέρα από την ισοβαθή καμπύλη των 2500 μέτρων. ‘’Εκτείνεται πέραν της χωρικής θάλασσας’’ του παράκτιου κράτους.

Η σημασία της υφαλοκρηπίδας για την ικανοποίηση των ενεργειακών επιδιώξεων των ανεπτυγμένων κρατών διαφαίνεται από το γεγονός ότι εμφανίζεται αυτή στο διεθνές προσκήνιο ταυτόχρονα με τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, ήδη από το έτος 1946 , όταν η ως άνω εκμετάλλευση έγινε τεχνικά εφικτή, πολύ πριν την εμφάνιση της έννοιας της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Η ικανοποίηση της ανάγκης για πρώτες ύλες και ενεργειακές πηγές, από τις οποίες εξαρτάται η βιομηχανική παραγωγή, αποτέλεσε για τα παράκτια κράτη προτεραιότητα που προηγήθηκε ιστορικά της επιμέλειας των συμφερόντων των επιχειρήσεων αλιείας. Ότι, αφού η νομική υφαλοκρηπίδα είναι υποθαλάσσια ζώνη (ζώνη του βυθού και του υπεδάφους του), τα υπερκείμενα του βυθού της ύδατα υπάγονται στο νομικό καθεστώς της ανοικτής θάλασσας, ο δε άνωθεν αυτών εναέριος χώρος δεν είναι εθνικός εναέριος χώρος.

Σύμφωνα με το άρθρο 57 της Σύμβασης, η Α.Ο.Ζ, όπως κατά κανόνα και η νομική υφαλοκρηπίδα, έχει εύρος 200 ν.μ, μετρούμενα από τις γραμμές βάσης. Εντός της ζώνης αυτής, το παράκτιο κράτος διαθέτει, ομοίως, συγκεκριμένα αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα. Ειδικότερα, εντός των υδάτων της Α.Ο.Ζ, το παράκτιο κράτος δικαιούται, κατ’ αποκλειστικότητα: i) να ερευνά, εκμεταλλεύεται, διατηρεί και διαχειρίζεται τους φυσικούς πόρους, ζωντανούς ή μη, καθώς και να ασκεί άλλες δραστηριότητες, οικονομικής φύσεως, λ.χ. να παράγει ενέργεια από τα ύδατα, τα ρεύματα και τους ανέμους, και ii) να ασκεί δικαιοδοσία, σε ζητήματα σχετικά με την εγκατάσταση και χρησιμοποίηση τεχνητών νήσων και άλλων κατασκευών, τη διενέργεια θαλάσσιας επιστημονικής έρευνας και την προστασία και διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

Ελλείψει σαφούς αναφοράς στη μέθοδο της μέσης γραμμής και ίσης απόστασης, τόσο η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, όσο και η οριοθέτηση της Α.Ο.Ζ, στις περιπτώσεις κρατών με ακτές έναντι αλλήλων ή προσκείμενες, φαίνεται να στηρίζεται στη μέθοδο της ευθυδικίας.

Η νομική αυτή έννοια της ευθυδικίας διαμορφώθηκε από τη νομολογία, ιδίως δε από την Απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην Υπόθεση για την Υφαλοκρηπίδα της Βόρειας Θάλασσας, κατά το έτος 1966 . Σύμφωνα με το Δικαστήριο, ευθυδικία σημαίνει ερμηνεία και εφαρμογή των τιθέμενων κανόνων δικαίου κατά τον τρόπο που οι ίδιοι απαιτούν, δηλαδή με εφαρμογή των αρχών της ευθυδικίας, ως πτυχής της έννοιας της δικαιοσύνης.

Έτσι, χάρη στη διασύνδεση θετικού δικαίου και ευθυδικίας, η τελευταία πηγάζει από την αρχή της δικαιοσύνης όχι ως ιδέας αφηρημένης, αλλά όπως αυτή έχει αποτυπωθεί στο Δίκαιο. Εξαιτίας της χαρακτηριστικής αυτής αλληλεπίδρασης, η εφαρμογή των αρχών της ευθυδικίας πρέπει να εμφανίζει ένα βαθμό εκ των προτέρων προβλεψιμότητας, διότι πρόκειται για αρχές γενικότερης εφαρμογής, που απλά εφαρμόζονται και σε κάθε ειδική περίπτωση, χωρίς να συνδέονται με την υποκειμενική δίκαιη κρίση, δηλαδή την κατά συνείδηση περιπτωσιολογική κρίση του εκάστοτε δικάζοντος δικαστή (κρίση ‘’exaequoetbono’’). Για το λόγο αυτό, η αρχή της ευθυδικίας συντίθεται από γενικές αρχές του δικαίου, τις οποίες το Δικαστήριο επεξεργάζεται, ώστε αφενός να τις εφαρμόσει ευθέως και να καταλήξει σε ένα δίκαιο αποτέλεσμα σε μια συγκεκριμένη υπόθεση και αφετέρου να μπορεί να τις εφαρμόζει με συνέπεια σε κάθε αντίστοιχη μελλοντική περίπτωση. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η ευθυδικία, ως γενική αρχή του δικαίου που εφαρμόζεται ευθέως από το διεθνές δικαστήριο, δεν μπορεί παρά να έχει ως βάση της τον κανόνα της μέσης γραμμής και ίσης απόστασης, ο οποίος συνιστά το πλέον σταθερό και προβλέψιμο κριτήριο οριοθέτησης.

Κατά την ελληνική θέση, ο ελλαδικός χώρος, o οποίος έχει αρχιπελαγική δομή , αποτελούμενος τόσο από ηπειρωτικά εδάφη όσο και από πολυάριθμα νησιά, πρέπει να ειδωθεί ως μια αδιάσπαστη γεωγραφική ενότητα και συνέχεια. Αν τα νησιά του Αιγαίου Πελάγους δεν ληφθούν υπόψη κατά την οριοθέτηση και η θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου διανεμηθεί στα δύο, αυτό θα σημαίνει ότι τα εν λόγω νησιά θα ενταχθούν σε μια ζώνη τουρκικής δικαιοδοσίας, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι συνιστούν εθνικό έδαφος.

Ως εκ τούτου, μόνη νομική διαφορά που η Ελλάδα αναγνωρίζει είναι αυτή της οριοθέτησης των θαλάσσιων και υποθαλάσσιων ζωνών μεταξύ του απώτερου ελληνικού εδάφους, δηλαδή των ανατολικών ακτών των ακραίων νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, και των αντικείμενων τουρκικών ακτών της δυτικής Μικράς Ασίας.

Σε όλα τα υπόλοιπα σημεία της ελληνικής επικράτειας, δηλαδή στη θαλάσσια έκταση που εκτείνεται προ των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, δεν μπορεί να υφίσταται ζήτημα οριοθέτησης, διότι πρόκειται για ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο εδαφών που ανήκει κυριαρχικά σε ένα κράτος, δηλαδή στην Ελλάδα. Για το λόγο αυτό, η θάλασσα και ο βυθός που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα εδάφη αυτά δεν μπορεί παρά να ανήκει στην ελληνική κυριαρχία και δικαιοδοσία ή έστω να αποτελεί διεθνή ύδατα. Η άποψη αυτή, η οποία συντελεί στην αναγνώριση στις νήσους ιδίων δικαιωμάτων με αυτά που επιφυλάσσονται για τις ηπειρωτικές ακτές του παράκτιου κράτους, καταλήγει τελικά στο αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζει παρά ελάχιστη υφαλοκρηπίδα στις αντικείμενες τουρκικές ακτές, διότι οι τελευταίες έχουν απέναντί τους τα ελληνικά νησιά.

  Η Τουρκία απομακρύνεται από τα στοιχεία που ορίζουν τη συμπεριφορά μια αστικής φιλελεύθερης Δημοκρατίας και μιας χώρας του ΝΑΤΟ. Η επανένταξη των διερευνητικών διαδικασιών για χάραξη ΑΟΖ στο Αιγαίο είναι προφανώς επιβεβλημένη. Η Τουρκία συνεχίζει τις παραβάσεις, παραβιάσεις, υπερπτήσεις κ.ο.κ, και κυρίως τις ρηματικές αμφισβητήσεις απέναντι στις οποίες αντιδρά η ελληνική πλευρά με αναγνωρίσεις, αναχαιτίσεις, αντίθετες αγγελίες, διαβήματα, ρηματικές αντιδράσεις κ.ο.κ.

Ταυτοχρόνως υπάρχουν συμφωνημένα ΜΟΕ που εν μέρει εφαρμόζονται και εν μέρει παραβιάζονται από την Τουρκία. Παραλλήλως εξακολουθούν να διεξάγονται οι γύροι των διερευνητικών επαφών και, παρά τις κατά καιρούς δυσκολίες, οι πολιτικές και διπλωματικές επαφές των δυο χωρών. Συνεχίζεται η συνύπαρξή τους στο ΝΑΤΟ, ενώ η Ελλάδα μετέχει ως κράτος μέλος της ΕΕ σε όλο το πλέγμα των σχέσεων ΕΕ και Τουρκίας.

Η Ελλάδα όμως δεν προβαίνει σε ενέργειες, σε σχέση με τις θαλάσσιες ζώνες και τους φυσικούς πόρους, που μπορεί να προκαλέσουν ένταση. Η μεγάλη εικόνα μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε. Αρχής γενομένης από την αξιολόγηση της σχέσης εξωτερικής πολιτικής και χρόνου. Με στρατηγική ψυχραιμία, δηλαδή χωρίς να παρασυρόμαστε από την συγκυρία, αλλά και χωρίς να αγνοούμε τη γεωγραφία και την Ιστορία απώτερη και πρόσφατη των τελευταίων σαράντα τεσσάρων ετών. Και βεβαίως με στρατηγικό βάθος που μας επιτρέπει να βλέπουμε την αλληλουχία των πιθανών εξελίξεων και όχι μόνο την πρώτη κίνηση.

Ύστατος στόχος πρέπει να είναι η υπογραφή συνυποσχετικού για προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η επανένταξη των διερευνητικών διαδικασιών για χάραξη ΑΟΖ πρέπει να αποτελεί στρατηγικό πλάνο, στη βάση ωστόσο της δική μας εθνικής στρατηγικής αυτογνωσίας!

Ο σεβασμός και η επίκληση του διεθνούς δικαίου πρέπει να μετουσιώνεται σε πολιτικές και διπλωματικές πρωτοβουλίες οι οποίες, με τη βοήθεια και της διεθνούς δικαιοσύνης προστατεύουν μακροπρόθεσμα – ουσιαστικά και όχι ρητορικά – τα εθνικά μας συμφέροντα και διασφαλίζουν την ειρήνη και τη σταθερότητα στην περιοχή μας.

Οι Ιωάννης Α. Γλύκας και Χριστίνα Ι. Βαθειά είναι Δικηγόροι

Πηγές : Εμμανουήλ Ρούκουνας «Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο», Αναστασία Στρατή «Ελληνικές θαλάσσιες ζώνες & οριοθέτηση με γειτονικά κράτη» , Ευάγγελος Βενιζέλος «Οριοθέτηση Θαλασσίων Ζωνών και Ελληνοτουρκικές Σχέσεις»

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ