Σάββατο 04 Δεκεμβρίου 2021

Ιωάννης Χήνος: Δικαιοσύνη και ποσόστωση

Μέχρι σήμερα, σύμφωνα με το Ν. 3689/2008, τόσο οι υποψήφιοι για την εισαγωγή στην Ε.Σ.Δι. όσο και οι επιτυχόντες - φοιτητές σε αυτήν, αξιολογούνται με βάση μια κλίμακα από το μηδέν (0) έως το δεκαπέντε (15).

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Ιωάννης Χήνος: Δικαιοσύνη και ποσόστωση

Αφορμή του συγκεκριμένου άρθρου στάθηκε το σχέδιο νόμου που τέθηκε πρόσφατα σε δημόσια διαβούλευση με τον τίτλο «MΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ» και πιο συγκεκριμένα τα άρθρα 31 και 32.

Μέχρι σήμερα, σύμφωνα με το Ν. 3689/2008, τόσο οι υποψήφιοι για την εισαγωγή στην Ε.Σ.Δι. όσο και οι επιτυχόντες – φοιτητές σε αυτήν, αξιολογούνται με βάση μια κλίμακα από το μηδέν (0) έως το δεκαπέντε (15). Αφού τελειώσει η φοίτηση και η πρακτική άσκηση των σπουδαστών, ο εξαγωγικός βαθμός και κατά συνέπεια ο αντίστοιχος πίνακας αρχαιότητας ανά κατεύθυνση, εξευρίσκεται (άρθρο 28) με το συνυπολογισμό των βαθμών που έλαβαν κατά τις εισαγωγικές εξετάσεις στη Σχολή (με συντελεστή βαρύτητας 1), κατά το πρώτο στάδιο κατάρτισης (με συντελεστή βαρύτητας 0,3), κατά το δεύτερο στάδιο της κατάρτισης (ο μέσος όρος των βαθμών προόδου και εξετάσεων αποφοίτησης, με συντελεστή βαρύτητας 1,5) και κατά την πρακτική άσκηση (με συντελεστή βαρύτητας 1,5). Κάθε βαθμός πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας και το άθροισμα διαιρείται με τον αριθμό τέσσερα. Μεταξύ εκπαιδευομένων με τον ίδιο τελικό βαθμό, προηγείται εκείνος που έλαβε υψηλότερο βαθμό κατά το δεύτερο στάδιο κατάρτισης. Το καλό με αυτό το σύστημα, όπως και με όλες τις εξετάσεις – αξιολογήσεις όπου γίνεται χρήση αριθμητικής βαθμολογίας, είναι πως η απόδοση του κάθε ατόμου είναι ευδιάκριτη και εύκολα κατανοητή. Το 10,5 είναι μικρότερο από το 10,6 και μεγαλύτερο από το 10,4 ενώ πάντα είναι ίσο με το 10,5 (η μαγεία των μαθηματικών είναι αυτή ακριβώς: δύο αριθμοί του ιδίου συστήματος (π.χ. δυαδικό, δεκαδικό κ.τ.λ.) είναι πάντα συγκρίσιμα μεγέθη). Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρώ ότι το άρθρο 85 §3 του. 1756/1988 «Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών» πρέπει να αναμορφωθεί και η βαθμολογία να γίνει αριθμητική (τώρα, ως γνωστόν, ο επιθεωρητής αξιολογεί το δικαστικό λειτουργό ως «εξαίρετο», «πολύ καλό», «καλό» ή «ανεπαρκή»). Με το νομοσχέδιο που έχει τεθεί προς διαβούλευση, αλλάζει άρδην ο τρόπος βαθμολόγησης κατά το στάδιο της πρακτικής άσκησης και συνακόλουθα η διαμόρφωση της σειράς αρχαιότητας. Έτσι η αξιολόγηση της πρακτικής άσκησης θα αποτυπώνεται σε πίνακα κατάταξης των εκπαιδευόμενων σε πέντε ομάδες ως εξής: i) στην ομάδα 1 θα κατατάσσονται οι εκπαιδευόμενοι με την καλύτερη συγκριτικά επίδοση κατά την πρακτική άσκηση, σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί του συνόλου των εκπαιδευομένων ανά κατηγορία, ii) στην ομάδα 2 θα κατατάσσονται οι αμέσως επόμενοι, με βάση τη συγκριτική τους επίδοση, εκπαιδευόμενοι και μέχρι το εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) του συνόλου των εκπαιδευομένων ανά κατηγορία, iii) στην ομάδα 3 θα κατατάσσονται οι αμέσως επόμενοι, με βάση τη συγκριτική τους επίδοση, εκπαιδευόμενοι και μέχρι το 50% του συνόλου των εκπαιδευομένων ανά κατηγορία iv) στην ομάδα 4 θα κατατάσσονται οι υπόλοιποι εκπαιδευόμενοι, με εξαίρεση εκείνους που κατατάσσονται στην ομάδα 5, v) στην τελευταία αυτή ομάδα θα κατατάσσονται οι σπουδαστές εκείνοι των οποίων η επίδοση θεωρείται ανεπαρκής. Οι εκπαιδευτές θα αξιολογούν υποχρεωτικά το σύνολο των εκπαιδευομένων κατατάσσοντάς τους στις ανωτέρω ομάδες. Η τελική κατάταξη κάθε εκπαιδευόμενου στο στάδιο της πρακτικής άσκησης, θα προκύπτει από τον μέσο όρο των κατατάξεων όλων των εκπαιδευτών. Ακολούθως η σειρά του κάθε εκπαιδευόμενου στον αντίστοιχο πίνακα αρχαιότητας, θα προκύπτει από τους βαθμούς και την κατάταξη που έλαβε στα επιμέρους στάδια κατάρτισης ως εξής: α) αρχικά θα εξάγεται τελικός βαθμός με βάση: αα) τον βαθμό που έλαβε κατά τον εισαγωγικό διαγωνισμό, με συντελεστή βαρύτητας τρία δέκατα (0,3), αβ) τον μέσο όρο των βαθμών προόδου που έλαβε κατά τα δύο (2) επιμέρους στάδια του πρώτου σταδίου κατάρτισης, ο οποίος υπολογίζεται με συντελεστή βαρύτητας ένα δέκατο (0,1) για το πρώτο επιμέρους στάδιο και δύο δέκατα (0,2) για το δεύτερο επιμέρους στάδιο και συνολικά τρία δέκατα (0,3), αγ) τον βαθμό που έλαβε στις εξετάσεις αποφοίτησης, με συντελεστή βαρύτητας τέσσερα δέκατα (0,4), β) στη συνέχεια ο βαθμός θα πολλαπλασιάζεται με τον αντίστοιχο συντελεστή βαρύτητας και το άθροισμα των βαθμών που προκύπτει διαιρείται με το άθροισμα των συντελεστών βαρύτητας, β) Ο τελικός βαθμός κάθε εκπαιδευόμενου θα προσαυξάνεται στη συνέχεια, με βάση την κατάταξή του κατά το στάδιο της πρακτικής άσκησης ως εξής: βα) Για όσους εκπαιδευόμενους κατατάχθηκαν στην ομάδα 1, ο τελικός βαθμός πολλαπλασιάζεται με συντελεστή ένα κόμμα δύο (1,2). ββ) Για όσους εκπαιδευόμενους κατατάχθηκαν στην ομάδα 2, ο τελικός βαθμός πολλαπλασιάζεται με συντελεστή ένα κόμμα δεκαπέντε (1,15). βγ) Για όσους εκπαιδευόμενους κατατάχθηκαν στην ομάδα 3, ο τελικός βαθμός πολλαπλασιάζεται με συντελεστή ένα κόμμα ένα (1,1) και βδ) Για όσους εκπαιδευόμενους κατατάχθηκαν στην ομάδα 4, ο τελικός βαθμός δεν προσαυξάνεται (η βαθμολογία σε κάθε περίπτωση δε θα μπορεί να υπερβαίνει τον βαθμό 15).

Από μια απλή ανάγνωση των ανωτέρω, τα ερωτήματα που γεννώνται είναι εύλογα: γιατί αντικαταστάθηκε η βαθμολογία της πρακτικής εκπαίδευσης με ποσόστωση; με ποια λογική θα πρέπει να υπάρχει numerus clausus στους αρίστους κάθε εκπαιδευτικής σειράς, στους πολύ καλούς, στους καλούς κ.τ.λ.; Από ποια έρευνα προκύπτει ότι σε ένα τυχαίο σύνολο εκπαιδευμένων, οι καλύτεροι αποτελούν μόνον το 10% (γιατί όχι 11% ή 9% ή 10,5%); ποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή ποιος διαγωνισμός προβλέπει κλειστό αριθμό στη βαθμολόγηση; (π.χ. στις Πανελλήνιες εξετάσεις θεωρητικά όλοι μπορούν να βαθμολογηθούν με 20. Στα Α.Ε.Ι. – Τ.Ε.Ι. δεν προβλέπεται ποσοστό στους αριστούχους, ακόμα και αν πρόκειται για απονομή διδακτορικού τίτλου. Οι εισακτέοι στην Ε.Σ.Δι. είναι δυνατόν να ισαβαθμήσουν και γι’ αυτό υπάρχει πρόβλεψη εισαγωγής υπεραρίθμων, ακόμα και με το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο). Τα ερωτήματα αυτά δεν έχουν καθόλου θεωρητικό χαρακτήρα, αλλά άπτονται μιας πολύ σημαντικής συνέπειας που έχει η τελική βαθμολογία για τους εκπαιδευμένους: τη σειρά της αρχαιότητας η οποία θα τους ακολουθεί για όλη τη σταδιοδρομία τους (εύστοχα ένας παλαιός δικαστικός μας είχε πει σε ένα συνέδριο, όντας εκπαιδευόμενοι ακόμα στην Ε.Σ.Δι. «Η επετηρίδα είναι οδοστρωτήρας»). Η σειρά της αρχαιότητας λαμβάνεται υπόψιν στις τοποθετήσεις, τις μεταθέσεις, τις προαγωγές (τουλάχιστον έως και το βαθμό του εφέτη ή τους αντιστοίχους του), την ανάθεση της διοίκησης στα δικαστήρια και τις εισαγγελίες (ακόμα και στα δικαστήρια που προβλέπονται αρχαιρεσίες για την ανάδειξη των διοικήσεων, αυτές γίνονται μεταξύ των αρχαιοτέρων δικαστικών λειτουργών). Το πρόβλημα που δημιουργεί η διάταξη αυτή φαίνεται ξεκάθαρα στο ακόλουθο παράδειγμα:

Ο Α σπουδαστής της Ε.Σ.Δι. τελειώνει την πρακτική εκπαίδευση και κατατάσσεται από τον εκπαιδευτή Ε στην πρώτη ομάδα. Λαμβάνει τελικό βαθμό (από όλα τα στάδια) 8 ο οποίος με την προσαύξηση γίνεται 9,6 (8 * 1,2)

Ο Β σπουδαστής της Ε.Σ.Δι. τελειώνει και αυτός την πρακτική εκπαίδευση και λαμβάνει τελικό βαθμό (από όλα τα στάδια) 8. Ο εκπαιδευτής Ε ξέρει ότι ο Β αξίζει όσο και ο Α, όμως η ομάδα του 10% έχει συμπληρωθεί. Έτσι αναγκαστικά τοποθετεί τον Β στη δεύτερη ομάδα, ο οποίος με την προσαύξηση λαμβάνει 9,2 (8 * 1,15).

Σε ένα ποιο ακραίο σενάριο ο Β λαμβάνει 8,2 τελικό βαθμό. Όμως, επειδή τοποθετήθηκε στη δεύτερη ομάδα (αν και ισάξιος του Α στην πρακτική εκπαίδευση) καταλήγει με ένα 9,43, πίσω από τον Α.

Μετά ταύτα, ποια θα είναι η συμπεριφορά των εκπαιδευομένων μεταξύ τους, όταν εκ προοιμίου γνωρίζουν πως κάθε ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει συγκεκριμένο αριθμό ατόμων; Πιστεύουμε πραγματικά ότι υπό αυτές τις συνθήκες είναι δυνατόν να καλλιεργηθεί υψηλό φρόνημα και πνεύμα συνεργασίας ή καθένας θα επιδοθεί σε έναν άκρατο ανταγωνισμό, με μοναδικό στόχο να καταλάβει μία θέση στο «club» του 10%; Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί το εξής: σύμφωνα με το άρθρο 26 του Ν. 3689/2008, όπως ισχύει, «Αξιολόγηση κατά την Πρακτική Άσκηση 1. Η επίδοση των εκπαιδευομένων, κατά την πρακτική άσκηση, αξιολογείται από τον υπεύθυνο για την άσκηση δικαστικό λειτουργό, με βάση την εργασία και την προσωπικότητα του εκπαιδευομένου και ιδίως την αναλυτική και συνθετική ικανότητα, την αποτελεσματικότητα και ταχύτητα στην εργασία, την υπευθυνότητα, την ικανότητα συνεργασίας, την κοινωνική συμπεριφορά και το ήθος. Η βαθμολογική κλίμακα εκτείνεται από μηδέν έως δεκαπέντε και η βαθμολόγηση καταχωρίζεται από κάθε βαθμολογητή. Η βαθμολογία παραδίδεται ή αποστέλλεται στη γραμματεία της Σχολής κατά την ολοκλήρωση της πρακτικής άσκησης». Όμως, σύμφωνα με το άρθρο 31 §6 του νομοσχεδίου «6. Οι εκπαιδευόμενοι αξιολογούνται συγκριτικά και με βάση: α) Το ήθος, τη συμπεριφορά και τη γενική παρουσία τους στο δικαστήριο, β) την εργατικότητα και την επιμέλειά τους, γ) την επιστημονική τους κατάρτιση, δ) τη συνεργασία τους με τους εκπαιδευτές και τους άλλους δικαστικούς λειτουργούς, ε) την ικανότητα επεξεργασίας φακέλου δικογραφίας και την επιχειρηματολογία που διατυπώνουν στις διασκέψεις, κατά τις οποίες παρευρίσκονται και στ) την ικανότητα συγγραφής εισηγήσεων ή σχεδίων δικαστικών αποφάσεων ή εισαγγελικών προτάσεων ή εισαγγελικών διατάξεων ή κατηγορητηρίων ή βουλευμάτων.». Είναι φανερό ότι ενώ η ισχύουσα διάταξη αναφέρει γενικά την ικανότητα συνεργασίας του εκπαιδευομένου (δηλαδή ακόμα και με τους άλλους εκπαιδευμένους συναδέλφους του) η ρύθμιση που προτείνεται επικεντρώνεται στην ικανότητα συνεργασίας μόνον με τους εκπαιδευτές και τους άλλους δικαστικούς λειτουργούς, αγνοώντας τις σχέσεις των εκπαιδευομένων μεταξύ τους. Μα αν κάτι πρέπει να μάθει ένας σπουδαστής της Ε.Σ.Δι. είναι αυτό ακριβώς: τη σημασία της συνεργασίας με τους συναδέλφους του, με κοινό στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

Και ενώ όλα όσα γράφτηκαν έως τώρα αφορούν τους εκπαιδευομένους, ας αναρωτηθούμε πως θα κληθούν οι εκπαιδευτές να διαχωρίσουν σε κλειστές ομάδες τους βαθμολογούμενους. Ένας εκπαιδευτής είναι πρωτίστως δικαστικός λειτουργός (δικαστής ή εισαγγελέας) και έχει μάθει στη ζωή του να αποφασίζει στα πλαίσια του νόμου «ακολουθώντας τη φωνή της συνείδησής του και οδηγούμενος από την απροσωπόληπτη κρίση του», όπως πολύ ορθά επισημαίνει ο ΚΠοινΔ. Με τη ρύθμιση της ποσόστωσης ο βαθμολογητής θα αντιμετωπίσει προφανή ηθικά διλήμματα: ποιους θα πρέπει να τοποθετήσει σε κάθε ομάδα; μεταξύ δύο ίσων ποιος προηγείται; είναι συνταγματικά ανεκτή η συγκεκριμένη διάταξη;

Εν κατακλείδι, ομολογώ ότι όσο και αν προσπάθησα, δεν κατόρθωσα να αντιληφθώ ούτε το νόημα της ύπαρξης της ανωτέρω διάταξης ούτε τα θετικά που ο συντάκτης της προσδοκά να κομίσει στην Ε.Σ.Δι. και κατ’ επέκταση στο δικαστικό σώμα. Αυτό που σίγουρα σκέφθηκα είναι το πως θα μας φαινόταν αν αύριο το πρωί ένας νόμος προέβλεπε ότι κάθε ποινικό δικαστήριο σε κάθε συνεδρίαση θα εκδίδει υποχρεωτικά 35% αθωωτικές, 35% καταδικαστικές και 30% λοιπές αποφάσεις ή κάθε διοικητικό δικαστήριο θα εκδίδει υποχρεωτικά 40% αποφάσεις που θα ακυρώνουν τις διοικητικές πράξεις, 40% που θα απορρίπτουν την προσφυγή του διοικούμενου και 20% λοιπές αποφάσεις.

*Ιωάννης Χήνος, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ