Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης: Σχετικά με τους περιορισμούς του δικαιώματος της συνάθροισης

Οι κανόνες, που αποτελούν το πλαίσιο λειτουργίας της πολιτείας όπως είναι οι κανόνες του Συντάγματος, λειτουργούν ιστορικά, που σημαίνει ότι οι έννοιες τους πρέπει να ερμηνεύονται και ιστορικά.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης: Σχετικά με τους περιορισμούς του δικαιώματος της συνάθροισης

Πριν διατυπώσω την άποψη μου σχετικά με το ζήτημα, που δημιουργήθηκε, θα ήθελα να επισημάνω, καταρχήν, ότι κάθε επιστημονικός διάλογος, ειδικά επί ζητημάτων που άπτονται του συνταγματικού πεδίου των ατομικών δικαιωμάτων έχει ιδιαίτερη θεσμική αξία.

Η συμμετοχή ή η πρόσκληση συμμετοχής σε έναν τέτοιο διάλογο συντελεί στην προαγωγή της Νομικής Επιστήμης, που αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις σκοπούς της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων (άρθρο 2 παρ.5 του Καταστατικού της ΕνΔΕ) και νομιμοποιεί σε κάθε περίπτωση την παρέμβαση της.

Επί της ουσίας του συνταγματικού ζητήματος:

Α. Η ερμηνεία του Συντάγματος ως ιδιαίτερου προβλήματος της ερμηνείας του δικαίου αποτελεί ένα ζήτημα ευρύτερης θεωρητικής συζήτησης στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου. Οι αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις του Συντάγματος αποτελούν όριο και μέτρο για τον κοινό νομοθέτη αποκτώντας έτσι μία νοηματική δυναμική.

Οι συνταγματικές έννοιες δεν μπορεί να αποτρέπουν την ανανέωση της αξιολογικής τάξης, που είναι πάντοτε αναγκαία μέσα στην εξελισσόμενη κοινωνική σύγκρουση. Οι κανόνες, που αποτελούν το πλαίσιο λειτουργίας της πολιτείας όπως είναι οι κανόνες του Συντάγματος, λειτουργούν ιστορικά, που σημαίνει ότι οι έννοιες τους πρέπει να ερμηνεύονται και ιστορικά.

Η ιστορική εξέλιξη, δηλαδή, επιφέρει και την αντίστοιχη εξέλιξη του νοηματικού περιεχομένου του συνταγματικού κανόνα. Περαιτέρω, η από το άρθρο 110 Σ προβλεπόμενη διαδικασία για τη θέσπιση, τροποποίηση ή κατάργηση κανόνων τυπικού Συνταγματικού Δικαίου είναι ηθελημένα πολύπλοκη, συγχρόνως, δε, και η δημιουργία των πολιτικών προϋποθέσεων για τη διαδικασία παραγωγής κανόνων τυπικού Συνταγματικού Δικαίου είναι δύσκολη (αυξημένη πλειοψηφία, παρεμβολή βουλευτικών εκλογών κλπ.).

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι συνταγματικοί κανόνες γεννιούνται με την προοπτική μιας διάρκειας πολύ μεγαλύτερης από τη διάρκεια του κοινού νόμου, ο οποίος με ευχερέστερες και ταχύτερες διαδικασίες αναπροσαρμόζεται στα μεταβαλλόμενα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα.

Όσο, όμως, πιο ευρεία είναι η εγγενής προοπτική διάρκειας ενός κανόνα δικαίου, τόση είναι η ανάγκη της νοηματικής του ευρύτητας, διότι μόνο έτσι ο κανόνας θα μπορεί να επιτρέπει την προσαρμογή της ερμηνείας του στην επερχόμενη ιστορική εξέλιξη.

Η δυναμική και η πολυμορφία του πολιτειακού βίου, που αποτελεί αντικείμενο των συνταγματικών ρυθμίσεων ξεπερνά τις δυνατότητες του συνταγματικού νομοθέτη, που είναι αδύνατο να προβλέπει τις άπειρες περιπτώσεις, που μπορεί να προκύψουν.

Γι αυτό και το Σύνταγμα περιέχει γενικούς κανόνες, που τελικά παρέχουν τα κριτήρια έτσι ώστε ο εφαρμοστής του Συντάγματος να μπορεί κάθε φορά να εξειδικεύει το νόημα τους. Αυτή η γνωστική διαδικασία της εξειδίκευσης επιτρέπει τη συναγωγή από το Σύνταγμα των ειδικών εκείνων κανόνων που μπορούν να έχουν άμεση εφαρμογή, που μπορούν δηλαδή να ρυθμίσουν το συγκεκριμένο ζήτημα, που ανέκυψε.

Εξειδίκευση είναι η δικαιοπλαστική ερμηνευτική λειτουργία, που επιτρέπει την προσαρμογή της γενικής διάταξης στις ιδιαιτερότητες της ρυθμιζόμενης από αυτήν κοινωνικής πραγματικότητας. Με τα ιδιαίτερα δομικά στοιχεία, που το χαρακτηρίζουν, το Σύνταγμα λειτουργεί ως θεμελιώδης κανόνας διαδικασίας μέσα στην οποία συντελείται και συστηματοποιείται δυναμικά η κοινωνική σύγκρουση.

Είναι νόμος πολιτικός, που σημαίνει ότι εκτός από το στοιχείο της κανονιστικής του διάστασης, της νομικής του υφής, μετέχει ταυτόχρονα στην πολιτική νομοτέλεια. Για την ερμηνευτική προσέγγιση ενός τέτοιου κανόνα με τα ιδιαίτερα αυτά δομικά χαρακτηριστικά πρέπει να θεωρηθεί ανεπαρκής η παραδοσιακή μέθοδος ερμηνείας του δικαίου (για τα ανωτέρω ζητήματα ερμηνείας των διατάξεων του Συντάγματος και τις προαναφερόμενες παραδοχές βλ. αναλυτικά Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος Α΄, Θεωρητικό Θεμέλιο σελ. 151 επ. και ειδικότερα σελ. 151 σημ.2, 152 σημ. 3 και 4, 169 σημ. 4).

Β. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 11 παρ.2 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «Μόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία.

Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευθούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως νόμος ορίζει.».

Από τη γραμματική διατύπωση της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως φέρεται, καταρχήν, ότι ο συνταγματικός νομοθέτης προβλέπει, γενικά, τη δυνατότητα απαγόρευσης των συναθροίσεων αν εξαιτίας αυτών επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια και ειδικώς σε ορισμένη περιοχή όταν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής αντιδιαστέλλοντας τους δύο λόγους απαγόρευσης.

Αναφορικά με την πρώτη περίπτωση απαγόρευσης των υπαίθριων συναθροίσεων ο συνταγματικός νομοθέτης συνδέει αυτήν με επικείμενο κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια. Είναι προφανές ότι ο όρος «ασφάλεια» συνιστά έννοια με ευρύ περιεχόμενο, ενώ στο χώρο του δικαίου (λ.χ. στο ποινικό δίκαιο) τέτοιου είδους όροι έχουν χαρακτηρισθεί ως όροι με ευρύ και γενικό περιεχόμενο και αμφισβητείται έντονα η χρήση τους στην περιγραφή λ.χ. της αντικειμενικής υπόστασης ενός ποινικού αδικήματος.

Στο πλαίσιο της ερμηνευτικής προσέγγισης της διατάξεως του άρθρου 11 παρ.2 του Συντάγματος ο όρος δημόσια ασφάλεια γίνεται αποδεκτό ότι πρέπει να συνδέεται με κίνδυνο προσβολής σημαντικών εννόμων αγαθών, όπως της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της περιουσίας ήτοι με την προσβολή εννόμων αγαθών, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα κυρίως με τη φυσική υπόσταση ενός προσώπου.

Είναι, όμως, προφανές ότι, κατά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975 και της σχετικής απαγόρευσης στη διάταξη του άρθρου 11 παρ.2 του Συντάγματος, ο συντακτικός νομοθέτης δεν μπορούσε να έχει υπόψη του την περίπτωση της εμφάνισης πανδημίας (κατάσταση που εμφανίζεται σπανίως σε βάθος ακόμη και αιώνων) ώστε να περιλάβει ρητά στην πιο πάνω απαγόρευση και την περίπτωση επικείμενου κινδύνου για τη δημόσια υγεία. Ωστόσο επέλεξε τη χρήση μιας ευρείας αξιολογικής έννοιας ήτοι τη χρήση του όρου «δημόσια ασφάλεια».

Λαμβανομένων, δε, υπόψη αφενός μεν του περιεχομένου που έχει αποδοθεί στον συνταγματικό αυτό όρο από την επιστήμη άμεσα συνδεδεμένο με την διαφύλαξη εννόμων αγαθών, που συναρτώνται με την φυσική υπόσταση του ατόμου και αφετέρου της δικαιοπλαστικής ερμηνευτικής λειτουργίας, που επιτρέπει την προσαρμογή της γενικής διάταξης στις ιδιαιτερότητες της ρυθμιζόμενης από αυτήν κοινωνικής πραγματικότητας, θεωρώ ότι οι υπαίθριες συναθροίσεις δύνανται, καταρχήν και εφόσον τηρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις, να απαγορεύονται και για λόγους επικείμενου κινδύνου της δημόσιας υγείας, που συνέχεται άμεσα με τη διαφύλαξη θεμελιωδών εννόμων αγαθών ήτοι αυτών της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας σύμφωνα και με το περιεχόμενο, που έχει προσδώσει στην έννοια της δημόσιας ασφάλειας η επιστήμη και με δεδομένο ότι σύμφωνα με τα σημερινά πάγια πορίσματα των επιστημόνων οι συναθροίσεις αποτελούν σοβαρή εστία μαζικής μετάδοσης του Covid 19.

Τέλος, σε επίπεδο ουσίας, η αντίκρουση των εκατέρωθεν απόψεων πρέπει να θεμελιώνεται, κάθε φορά, σε νομικά επιχειρήματα και οι ιδιαίτερες υγειονομικές συνθήκες, που βιώνει σήμερα η χώρα δεν αποτελούν a priori λόγο παύσης κάθε επιστημονικού διαλόγου ειδικά σε ζητήματα, που άπτονται του συνταγματικού πεδίου των ατομικών δικαιωμάτων.

Ο Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης  είναι Εφέτης, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων

Πηγή : dikastis.blogspot.com

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ