Τετάρτη 01 Φεβρουαρίου 2023

Λάμπρος Σ. Τσόγκας: Εκφάνσεις ποινικής ευθύνης κατά την περιγεννητική

Όταν η ευθύνη του ιατρού κατά την περιγεννητική θεμελιώνεται εξ ολοκλήρου σε παραλείψεις του, εκείνο που πρέπει να αιτιολογηθεί πλήρως, είναι η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεών του με το επελθόν αποτέλεσμα.

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Λάμπρος Σ. Τσόγκας: Εκφάνσεις ποινικής ευθύνης κατά την περιγεννητική

Με την υπ’αριθ.401/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε απόφαση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Η αναίρεση έλαβε χώρα μετά το παραδεκτό της αίτησης του καταδικασθέντος ιατρού  γυναικολόγου για το λόγο της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής της πράξης. Έτσι ο Άρειος Πάγος έπαυσε  οριστικά την ποινική δίωξη κατά του αναιρεσίοντος για το ότι  στις 13.11.2010, όντας επιμελητής της Α΄ Μαιευτικής Γυναικολογικής του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου …, με την  ιδιότητα του γυναικολόγου παρακολουθούσε την εξέλιξη της εγκυμοσύνης της εγκαλούσας  από την αρχή της κύησης αυτής μέχρι του τοκετού, ο οποίος (τοκετός) έγινε στις 13.11.2010 στο πιο πάνω Νοσοκομείο από αυτόν. Η εξέλιξη της εγκυμοσύνης της εγκαλούσας ήταν ομαλή, χωρίς κανένα πρόβλημα, τόσο από τις διαπιστώσεις τις οποίες έκανε ο αναισερίων, όσο και από τις κατ’ επανάληψη εξετάσεις σε άλλα διαγνωστικά κέντρα. Κατά τη διενέργεια του φυσιολογικού τοκετού, για την εξαγωγή του εμβρύου από τη μήτρα, προέβη σε αναρροφητική ελαστική εμβρυουλκία , με αποτέλεσμα, από αδεξιότητά του, να προκαλέσει στο νεογνό βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων το εν λόγω νεογνό κατέληξε. Στο αποτέλεσμα του θανάτου του ανωτέρω νεογνού συνέβαλε αιτιακά ο κατηγορούμενος με την κακή χρήση της αναρροφητικής ελαστικής εμβρυουλκίας  κατά τη διάρκεια του τοκετού, από την πράξη του οποίου και μόνο προήλθε το αποτέλεσμα αυτό, καθώς από έλλειψη της δέουσας επιμέλειας και σύνεσης, που κάθε μέτριος, συνετός, επιμελής και ευσυνείδητος ιατρός της αυτής ειδικότητας όφειλε κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, αλλά και που μπορούσε λόγω των προσωπικών του δυνατοτήτων, γνώσεων και ικανοτήτων να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, δηλαδή τις βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, οι οποίες αποτέλεσαν την αιτία θανάτου του εν λόγω νεογνού. Η προαναφερθείσα απόφαση είναι χρήσιμη για την εξαγωγή των εξής συμπερασμάτων: α) Η ζωή αρχίζει κατά την έξοδο του εμβρύου στον εξωτερικό κόσμο, β) η περιγεννητική ευθύνη του γυναικολόγου όσον αφορά το νεογνό συνεέται οπωσδήποτε χρονικά με τις βλάβες κατά τον τοκετό. Για το χρονικό διάστημα όμως μεταξύ της κύησης και του τοκετού κατά το οποίο προκλήθηκε βλάβη στο έμβρυο με αποτέλεσμα κατά τον τοκετό το νεογνό να καταλήξει εφαρμογή έχει πια η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 304 νέου ΠΚ σύμφωνα με το οποίο  με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος κατά την πραγματοποίηση προγεννητικού ελέγχου μετά την εικοστή εβδομάδα της κύησης ή κατά τη διάρκεια του τοκετού και πριν από την εμφάνιση του παιδιού στον εξωτερικό κόσμο, προκαλεί με αμέλεια διακοπή της κύησης ή βαριά βλάβη στο έμβρυο, που έχει ως αποτέλεσμα τον θάνατο του νεογνού. Η διάταξη αυτή προφανώς καλύπτει το κενό στην ευθύνη κατά τον προγεννητικό έλεγχο στην κύηση που έχει ως συνέπεια βαριά βλάβη στο έμβρυο με τελικό επακόλουθο το θάνατό του, όταν πια τούτο αρχίσει να εξέρχεται στον κόσμο ως νεογνό.

Όταν η ευθύνη του ιατρού κατά την περιγεννητική θεμελιώνεται εξ αλοκλήρου σε παραλείψεις του, τότε εκείνο που πρέπει να αιτιολογηθεί πλήρως, είναι η αιτώδης συνάφεια μεταξύ των παραλείψεών του  με το επελθόν αποτέλεσμα. Ο Άρειος Πάγος με την υπ’αριθ.250/2021 απόφασή του επανέλαβε τη θέση που σταθερά έχει υιοθετήσει στο παρελθόν όταν το αποτέλεσμα προέρχεται από παράλειψη. Έτσι τόνισε ότι στα δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια, που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 365/2018, ΑΠ 521/2017, ΑΠ 35/2016). Κατά λογική συνέπεια όταν ο ιατρός αναλαμβάνει τη διαχείριση ασθενούς σε χρόνο  που με βάση τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης θεωρείται ότι πλέον είναι αργά για τον ασθενή λόγω του ότι ο ιατρός δεν   μπορεί να αποτρέψει  τη  διαδρομή  προς το αποτέλεσμα του ασθενούς δηλαδή το θάνατο ή τη σωματική βλάβη του, δεν μπορεί να υποστηριχθεί  ότι η εμπλοκή του ιατρού συνιστά όρο για το επελθόν  βλαπτικό αποτέλεσμα

Οπωσδήποτε βασικό ζήτημα στην περιγεννητική ευθύνη του γυναικολόγου μαιευτήρα αποτελεί το αν ο εν λόγω ιατρός ακολούθησε τους κοινά αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης. Τούτοι πρέπει να αποσαφηνίζονται ποιοι είναι  στην οικεία απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η παράλειψη να μνημονευτούν ποιοι ήταν οι οφειλόμενοι από τον ιατρό να ακολουθηθούν κανόνες της ιατρικής επιστήμης αποτελεί ελλειπή αιτιολογία και συνιστά λόγο αναίρεσης (σχετική είναι ως προς το ζήτημα αυτό η υπ’αριθ.1431/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου). Ειδικότερα με την προαναφερθείσα απόφαση αναιρέθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας και για το λόγο ότι “δεν παρατίθενται στην απόφαση οι επιστημονικές απόψεις, οι οποίες, κατά την κρίση του Εφετείου, ταυτίζονται με τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση, ως προς την δυνατότητα επιβίωσης των πρόωρα γεννηθέντων βρεφών και δεν διευκρινίζεται αν στην προκειμένη περίπτωση υπήρχαν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από τις επιστημονικές απόψεις για την επιβίωση των βρεφών, εφόσον είχε επιτευχθεί η γέννησή τους με καισαρική τομή, αν υπήρχε δυνατότητα αντιμετώπισης της κατάστασης των πρόωρων βρεφών και τέλος αν οι σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης των βρεφών πλησίαζαν τα όρια της βεβαιότητας, στην περίπτωση  που είχε μεσολαβήσει καισαρική τομή. Η πιο πάνω όμως απόφαση είναι ενδιαφέρουσα και το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 469 ΚΠΔ. Ειδικότερα στην οικεία υπόθεση κατηγορούμενοι ήταν δύο ιατροί για το θάνατο δίδυμων νεογνών κατά τον τοκετό με διαφορετικά περιστατικά ως προς τη θεμελίωση της ευθύνης. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η γενομένη δεκτή αναίρεση του ενός πρέπει να οδηγήσει σε επεκτατικό αποτέλεσμα για τον έτερο μη ασκήσαντα αίτηση αναίρεσης με το σκεπτικό ότι δημιουργουμένης αμφισβήτησης ως προς τα ακριβή αίτια αυτά κυρίως ως προς τη δυνατότητα αντιμετώπισης της καταστάσης της προωρότητας και τις σοβαρές πιθανότητες επιβίωσης που είχαν τα δύο νεογνά, μέχρι βεβαιότητας, αν η γέννησή τους είχε επιτευχθεί με καισαρική τομή, ο λόγος αναίρεσης δεν αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος πρώτου κατηγορουμένου ιατρού.

Όταν όμως υπάρχουν περισσότερες τεχνικές που μπορεί να ακολουθήσει με βάση τους εν λόγω κανόνες, τότε γεννάται το ερώτημα αν θεμελιώνεται ποινική ευθύνη του σε περίπτωση που επέλεξε τη μία έναντι της άλλης. Διαφωτιστική ως προς το πιο πάνω ζήτημα είναι η υπ’αριθ. 1551/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου. Τούτη  η απόφαση αφορά περίπτωση θανάτου κυοφορούμενου κατά τον τοκετό λόγω ενσφήνωσης του πρόσθιου ώμου κάτω από την ηβική σύμφυση, που παρουσίασε το βρέφος μετά τη γέννηση της εμβρυϊκής κεφαλής του. Έτσι μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι η μη εφαρμογή από τον ιατρό   άλλων γνωστών στην ιατρική βιβλιογραφία χειρισμών, όπως του κατάγματος της κλείδας του βρέφους και του χειρισμού Ζavanelli, δεν συνδέεται με αμελή συμπεριφορά αυτού και άγνοια των πραγμάτων, που όφειλε να γνωρίζει, αλλά οφείλεται στην εκτίμησή του, ότι η εφαρμογή τους δεν θα είχε επιτυχές αποτέλεσμα, καθόσον για τον πρώτο χειρισμό, δεν υπήρχε η δυνατότητα να προσεγγίσει με ασφάλεια την κλείδα του νεογνού με γυμνό χέρι, λόγω έλλειψης επαρκούς χώρου, ενώ ο δεύτερος (χειρισμός Ζavanelli) δεν επιχειρείται από τον μέσο συνετό και επιμελή μαιευτήρα, διότι αποτελεί δραματικό τρόπο εξώθησης του βρέφους με μηδαμινές πιθανότητες επιτυχίας.

Περαιτέρω στο ζήτημα της υιοθέτησης των κοινώς αναγνωρισμένως κανόνων από τον μαιευτήρα κατά τη διάρκεια του τοκετού είναι χρήσιμη και  η υπ’αριθ.782/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στην υπόθεση που αφορά η εν λόγω απόφαση αντιμετωπίστηκε το ζήτημα της εσφαλμένης εκτίμησης της κατάστασης της επιτόκου από τους ιατρούς (μαιευτήρες). Η περίπτωση αυτή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν περίπτωση άσκησης αμυντικής ιατρικής, κατά την οποία η εσφαλμένη εκτίμηση της κατάστασης της επιτόκου, οδήγησε τους ιατρούς στην εσφαλμένη απόφαση να καταλήξουν στην ανάγκη της μεταφοράς της από το Νοσοκομείο γειτονικής πόλης της Θεσσαλονίκης στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης.  Αν όμως τελικά, όπως ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι αιτιολογημένα αποφάσισε το Δικαστήριο της ουσίας,  τούτοι τηρούσαν τους κοινώς αναγνωρισμένους ιατρικούς κανόνες και επεδείκνυαν την ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή που επιβάλλεται από τους  κανόνες και την υποχρέωση τους ως εγγυητών των έννομων αγαθών της ζωής και της υγείας των υπό την φροντίδα και παρακολούθηση  ασθενών, όπως κάθε μέσος συνετός ιατρός αντιστοίχου ειδικότητας, θα απέτρεπαν το  αξιόποινο αποτέλεσμα με την άμεση διενέργεια της ολικής υστερεκτομίας στην ασθενή, που αποτελεί και το σφάλμα και συνακόλουθα την απαξία της συμπεριφοράς τους και δεν θα άφηναν να παρέλθει πολύτιμος χρόνος για να μεταφερθεί αυτή στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, κατά τον οποίον (χρόνο) επιβαρύνθηκε τόσο πολύ η υγεία της με αποτέλεσμα το θάνατο της στο ύψος των διοδίων Ν. Μαλγάρων. Μάλιστα στην περίπτωση της υπόθεσης που αναλύεται  το δικαστήριο της ουσίας έκανε ιδαίτερη μνεία στις καταθέσεις των μαρτύρων, από τις οποίες προέκυπτε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την εμπειρία να προβούν στην πιο πάνω επέμβαση. Κατά τούτο  ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι το Δικαστήριο της ουσίας ορθά και με πλήρη αιτιολογία αποφάσισε  ότι είχε μεγάλη σημασία ο χρόνος εντός του οποίου έπρεπε με βάση την κατάσταση της επιτόκου να γίνει η επέμβαση, από το χρόνο που θα μεσολαβούσε μέχρι   να εισαχθεί στη ΜΕΘ. Η ανάγκη εισαγωγής της μετά την επέμβαση στη ΜΕΘ θα κρινόταν από την μετεγχειρητική κατάσταση της υγείας της και μόνο αν αυτή κρινόταν αναγκαία για τη βελτίωση της, θα διενεργούνταν διακομιδή σε άλλο νοσοκομείο, που διέθετε ΜΕΘ. Αλλωστε σ’ αυτή την περίπτωση θα διακομιζόταν σταθεροποιημένη και όχι, όπως διακομίστηκε με ενεργό αιμορραγία. Η ανωτέρω απόφαση είναι ενδιαφέρουσα, αφού συχνά απαντάται στην πράξη η τακτική της άμεσης μεταγωγής επιτόκου από περιφερειακά Νοσοκομεία σε πιο οργανωμένα Νοσοκομεία μεγαλύτερων πόλεων προκειμένου να αποφευχθεί η αναζήτηση της ευθύνης τους για το λόγο της μη άμεσης μεταγωγής. Ωστόσο τούτο όταν γίνεται, ενώ  έπρεπε προηγουμένως να σταθεροποιηθεί η κατάσταση της ασθενούς και η ιατρική επεμβατική πράξη της σταθεροποίησης ήταν δυνατή με βάση την εμπειρία των ιατρών που αποφάσισαν την μεταγωγή της σε άλλο (μεγαλύτερο) Νοσοκομείο, είναι δυνατό να  θεμελιωθεί ευθύνη σε βάρος τους.

Ωστόσο υπάρχουν περίπτώσεις που απαιτείται άμεση μεταφορά ασθενούς σε οργανωμένο Νοσοκομείο μετά τον τοκετό, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω παρακολούθηση της ασθενούς από τον θεράποντα ιατρό. Ως προς το θέμα αυτό σχετική είναι η υπ’αριθ. 1863/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στην ανωτέρω υπόθεση ο κατηγορούμενος ως ιατρός μαιευτήρας-γυναικολόγος διενήργησε σε ιδιωτική μαιευτική κλινική καισαρική τομή σε επίτοκο που είχε εισαχθεί αυτή για τοκετό δια καισαρικής τομής, κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε ρήξη του τοιχώματος της μήτρας και αιμορραγία. Για την αντιμετώπιση τους διενεργήθηκε από τον κατηγορούμενο υφολική υστερεκτομή, κατά την οποία αφαιρέθηκε η μήτρα  και χορηγήθηκε αίμα. Μετά την ολοκλήρωση της χειρουργικής επέμβασης η ασθενής μεταφέρθηκε σε θάλαμο της κλινικής για νοσηλεία και περαιτέρω παρακολούθηση. Διενεργήθηκε δε σε αυτή περί ώρα 08:00 γενική εξέταση αίματος, τα αποτελέσματα της οποίας δηλωτικά της επιβάρυνσης της υγείας της. Παρά ταύτα, όμως, ο κατηγορούμενος, ως θεράπων ιατρός, ο οποίος παρακολουθούσε την ασθενή αποχώρησε από την κλινική, δεν διέγνωσε τον ελλοχεύοντα κίνδυνο εγκατάστασης διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης εξαιτίας της μεγάλης προηγούμενης αιμορραγίας της επιτόκου, που είναι συνήθης σε παρόμοια γυναικολογικά περιστατικά. Ο Άρειος Πάγος δέχθηκε ότι  από το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε χώρα ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15, 302 ΠΚ και η σχετική αιτιολογία ήταν ειδική με τις αναφορές ότι ο μαιευτήρας- γυναικολόγος ως ο θεράπων ιατρός της θανούσας, που ανέλαβε τη διενέργεια της καισαρικής τομής και της επακολουθήσασας υφολικής υστερεκτομής στην ίδια, ήταν αναμφισβήτητα υπεύθυνος και για τη μετεγχειρητική πορεία της ασθενούς του. Έτσι έπρεπε να λάβει υπόψη του την πιθανότητα της διάχυτης ενδοαγγειακής πήξης (η οποία όπως προειπώθηκε εμφανίζεται τόσο κατά τη διάρκεια της κύησης και λοχείας όσο και μετά από βαρύ τραυματισμό όπως εν προκειμένω είναι η υφολική υστεροκτομή) και να συνδέσει τις εργαστηριακές αιματολογικές εξετάσεις της ασθενούς  με την άσχημη κλινική της εικόνα και ενώ έτσι ήταν σε γνώση της επιτακτικής ανάγκης χορήγησης αίματος προς αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας των πηκτικών μηχανισμών της και θα μπορούσε εύκολα να διακομισθεί στο Γενικό Νοσοκομείο της πόλης δεν αποφάσισε τούτο.

Ακόμη ως προς το ζήτημα της αιτιολογίας της απόφασης για την ευθύνη ιατρού σχετική είναι η υπ’αριθ. 1063/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη σχετική υπόθεση  ο αναιρεσείων ζήτησε  την αναίρεση της απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας με τις  αιτιάσεις  ότι δεν εκτίθεται στην απόφαση: α) σε τι συνίσταται η παραλειφθείσα ενέργειά του, γιατί δηλαδή έπρεπε να προσέλθει στο νοσοκομείο και να εξετάσει τον ασθενή, αντί να αρκεσθεί στην αποδοχή της εισήγησης της συγκατηγορουμένης του και β) γιατί μπορούσε να προβλέψει το επελθόν αποτέλεσμα.  Ο Άρειος Πάγος με την πιο πάνω απόφασή του έκρινε ότι  επαρκώς προσδιορίζονται τα προαναφερθέντα στοιχεία με την παράθεση των περιστατικών και ειδικότερα ότι ο κατηγορούμενος  ότι ως  εφημερεύων ιατρός στο Νοσοκομείο, στο οποίο μεταφέρθηκε η ασθενής, είχε την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προσέλθει στο Νοσοκομείο και να προβεί στην εξέτασή της ευθύς μόλις ειδοποιήθηκε και ότι ότι οι γνώσεις του, οι ικανοτήτές του  και η πείρα του αποτελούσαν τους παράγοντες ώστε με βάση αυτά, αφού προέβαινε  στις ενδεδειγμένες ιατρικές εξετάσεις, θα προέβλεπε το αποτέλεσμα.  Επιπλέον οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν απαντήθησαν οι εκφρασθείσες κατά την απολογία του απόψεις του περί έλλειψης υπαιτιότητάς του συνεπεία της ενημέρωσής του με την λανθασμένη διάγνωση της ειδικευόμενης ιατρού, στην οποία είχε εμπιστοσύνη και της συμπεριφοράς της παθούσας, μη αποκαλύψασας το πραγματικό πρόβλημα της υγείας της, τις οποίες ήδη χαρακτηρίζει ως αυτοτελείς ισχυρισμούς περί πλάνης του και διακοπής του αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου,  κρίθηκαν επίσης αβάσιμες, διότι από τα παραπάνω αναφερόμενα περί προσωπικής του υποχρέωσης προς μετάβαση στο νοσοκομείο και εξέταση της ασθενούς ως εκ της προαναφερθείσας ιδιότητάς του, αλλά και της δυνατότητάς του λόγω της ειδικότητας που είχε, των γνώσεων και της εμπειρίας του στη διάγνωση, προκύπτει ότι επαρκείς δόθηκαν επαρκείς απαντήσεις από το Δικαστήριο της ουσίας.

Για το ζήτημα της ευθύνης ειδικού ιατρού και ειδικευόμενου ιατρού χαρακτηριστική είναι η υπ’αριθ.1484/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την οποία αν ο ειδικευόμενος ιατρός αναλάβει σοβαρό περιστατικό χωρίς τις απαιτούμενες γνώσεις και δεν ειδοποιησει εγκαίρως τον εφημερεύοντα ειδικό ιατρό για να γίνουν οι δέουσες εξετάσεις και ιατρικές επεμβάσεις θεμελιώνεται ευθύνη του ειδικευόμενου ιατρού.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο Άρειος Πάγος με την υπ’αριθ.318/2017 απόφασή του αποσαφήνισε οι ισχυρισμοί ότι το αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια άλλου, όπως και ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του φερόμενου ως υπαιτίου και του αποτελέσματος, συνιστούν άρνηση της κατηγορίας (ως αναφερόμενοι στην έλλειψη στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εξ αμελείας εγκλήματος) και δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί (αφού δεν επάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας του δράστη για καταλογισμό ούτε την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής αλλά η τυχόν δικαστική τους επιβεβαίωση οδηγεί στην αθώωσή του), αποτελούν δε απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής, που αντιμετωπίζονται με βάση τα δεκτά γενόμενα από το Δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ως αναγόμενα στην κυριαρχική του κρίση, δεν ελέγχονται αναιρετικώς αναφορικά με την εκτίμησή τους και την εσφαλμένη ή ορθή αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Επιπλέον ως προς το ζήτημα της πλήρους αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας  χρήσιμη είναι η υπ’αριθ. 97/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποίο έγινε δεκτό ότι αρκεί για την πληρότητα της αιτιολογίας, ότι η παθούσα υπέστη ρήξη της μήτρας της στο αριστερό πλάγιο τμήμα από τον τράχηλο αυτής και δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινισθεί τι προκάλεσε την εν λόγω ρήξη, αφού ευθέως το δικάσαν Δικαστήριο συνήγαγε ιατρικό σφάλμα του αναιρεσείοντος, από το τι όφειλε και μπορούσε αυτός να πράξει για την έγκαιρη διαπίστωση και τον ακριβή εντοπισμό της ενδοκοιλιακής αιμορραγίας μεγάλου βαθμού, καθώς και για την αποτελεσματική επίσχεση αυτής με την ενδεδειγμένη χειρουργική επέμβαση.

Σχετικά με την ευθύνη του αναισθησιολόγου κατά την περιγεννητική ενδιαφέρον έχει  η υπ’αριθ.1209/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με αυτή το Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν πλήρως  αιτιολογημένη η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας δεχόμενο ότι εάν ο κατηγορούμενος είχε πραγματοποιήσει την επισκληρίδιο αναισθησία με μεγαλύτερη επιμέλεια και σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης, θα είχε αποφευχθεί η δημιουργία του επισκληριδίου αιματώματος, η οποία οφείλεται στην τεχνική της επισκληριδίου αναισθησίας και ειδικότερα στον τραυματισμό κατά την παρακέντηση για την τοποθέτηση του επισκληριδίου καθετήρα. Επίσης, εάν ο κατηγορούμενος φρόντιζε να παρακολουθεί ο ίδιος την παθούσα και δεν ανέθετε την παρακολούθησή της στις μαίες της κλινικής, θα μπορούσε να διαγνώσει έγκαιρα τις επιπλοκές στην υγεία της και να μεταφέρει αυτή στο νοσοκομείο  το συντομότερο δυνατό, ώστε να επισπευσθούν τόσο οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε αυτή στο εν λόγω νοσοκομείο, όσο και η χειρουργική επέμβαση για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας της. Εξαιτίας δε της παραπάνω περιγραφόμενης αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου η ασθενής υπέστη εκτεταμένο επισκληρίδιο αιμάτωμα, υποβλήθηκε  σε πεταλεκτομή  και αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού, νοσηλεύθηκε στο νοσοκομείο  για 21 ημέρες, παρέμεινε στη συνέχεια κλινήρης για 3 μήνες και παρουσιάζει έκτοτε κινητικά προβλήματα,

Στην αναζήτηση της ιατρικής ευθύνης κατά την περιγεννητική είναι βέβαια συχνό το φαινόμενο της διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης. Ο Άρειος Πάγος με την υπ’αριθ. 1372/2017 απόφαση επεσήμανε ότι η πραγματογνωμοσύνη ως  ιδιαίτερο είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων,  πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της απόφασης, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη. Τούτο  συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της απόφασης, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές. Οφείλει όμως το Δικαστήριο, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση. Επισημαίνεται, ότι το καθήκον του δικαστικού πραγματογνώμονα περατώνεται με την παρουσίαση και ερμηνεία των προς εξέταση ευρημάτων και δεν μπορεί να επεκταθεί σε βεβαίωση  γεγονότων άσχετων προς το ανωτέρω καθήκον του, η έρευνα των οποίων ανήκει στο δικαστήριο ανάλογα με τις ανάγκες του ουσιαστικού ελέγχου της υπόθεσης. Αν, λοιπόν, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης περιέχονται, πέραν των ευρημάτων, και κρίσεις ή σχόλια περί  γεγονότων, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την τυχόν αντίθετη προς εκείνα άποψή του.

Τέλος αναφορικά με τη συνδρομή της πραγματογνωμοσύνης στη δίκαιη δίκη στις υποθέσεις ιατρικής αμέλειας είναι χαρακτηριστικά τα πορίσματα του ΕΔΔΑ όπως τούτα εκτίθενται πιο κάτω:

1ον Στην υπόθεση MAHMOOD κατά Ελλάδας Ο προσφεύγων  είναι Πακιστανός υπήκοος που ζει στην Αθήνα. Η καταγγελία του στις ελληνικές αρχές αφορούσε το θάνατο της συζύγου του   σε δημόσιο νοσοκομείο λίγες μέρες μετά τον τοκετό. Ο προσφεύγων υποστήριξε ότι αυτό οφείλονταν σε ιατρική αμέλεια.Η σύζυγος του προσφεύγοντος η οποία γέννησε το δεύτερο παιδί τους στις 5.7.2011, απεβίωσε στο νοσοκομείο στις 9.7.2011. Οι ποινικές διαδικασίες άρχισαν τον Αύγουστο του 2011. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, τον Ιούνιο του 2016, η εισαγγελία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία δικαιολογούσαν  την ποινική δίωξη του γυναικολόγου κατά το τοκετό της συζύγου του προσφεύγοντος ή οποιουδήποτε άλλου γιατρού για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεαας. Επίσης έγινε   έγινε σχετική διοικητική έρευνα από τα αρμόιδια διοικητικά όργανα, ωστόσο τούτα Σεπτέμβριο του 2012 προέβησαν στην αρχειοθετηση της υπόθεσης μη διαπιστώνοντας πειθαρχικές-διοικητικές ευθύνες  ιατρών και νοσηλευτών. Έτσι ο προσφεύγων επικαλούμενος το άρθρο 2  της ΕΣΔΑ ισχυρίστηκε ότι ο θάνατος της συζύγου του επήλθε από ιατρική αμέλεια παραπονούμενος για πλημμελή  έρευνα για τις συνθήκες του θανάτου της.Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι η κύρια έλλειψη της έρευνας σχετίζεται με τις δύο ιατρικές πραγματογνωμοσύνες που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης, ως προς τις οποίες διαπίστωσε ανεπάρκεια, επισημαίνοντας ότι ο πρώτος πραγματογνώμονας ιατρός, με χειρόγραφη έκθεση, επανέλαβε τις έγγραφες εξηγήσεις του εμπλεκόμενου στην υπόθεση γυναικολόγου και δεν τεκμηρίωσε το καταληκτικό συμπέρασμά του με κάποια αναφορά σε επιστημονικά δεδομένα με παραπομπές στη σχετική βιβλιογραφία, ενώ  ο δεύτερος πραγματογνώμονας, με δισέλιδο κείμενο, παρέπεμπε στις γνώμες των παρόντων κατά το θάνατο της γυναίκας ιατρών και στήριξε το συμπέρασμά του στη διοικητική εξέταση που διενεργήθηκε στο νοσοκομείο. Έτσι, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του δικονομικού σκέλους του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ επισημαίνονατας ότι στην καταγγελία του προσφεύγοντο ότι  ο θάνατος της συζύγου του οφειλόταν σε ιατρική αμέλεια, το εθνικό σύστημα δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς σύμφωνα με την υποχρέωση την οποία το άρθρο 2 επέβαλε στο ελληνικό κράτος.

2ον. Για τη διαπίστωση ή μη της εύλογης διάρκειας της ποινικής διαδικασίας φυσικά λαμβάνεται υπόψη  και η συμπεριφορά του προσφεύγοντος. Ενόψει του ότι  τούτο αποτελεί αντικειμενικό γεγονός, είναι αναμενόμενο ότι δεν υπολογίζεται ο χρόνος που μεσολάβησε από τη συμεριφορά του προσφεύγοντος σε βάρος  του  Κράτους (Σχετική η απόφαση ΕΔΔΑ στην υπόθεση Enker et Hofauer κατά Αυστρίας, σκέψη 68). Το ΕΔΔΑ όμως  επισημαίνει την πιο πάνω παραβίαση σε καθυστερήσεις που συνδέονται γενικά με κρατικά όργανα  και όχι αποκλειστικά με δικαστικά. Επομένως τούτο ισχύει και για τους πραγματογνώμονες που διορίζονται από το δικαστήριο για να δώσουν τα πορίσματά τους, αφού τούτοι  ελέγχονται από το δικαστήριο. Συνεπώς η καθυστέρηση που οφείλεται στους  ιατρούς πραγματογνώμονες βαρύνει το κράτος. Η υποχρέωση τήρησης του εύλογου χρόνου διάρκειας της δίκης διατρέχει όλα τα επίπεδα δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια μεγάλα χρονικά διαστήματα αδράνειας σε κάποιο στάδιο της δίκης οδηγεί σε  παραβίαση του σχετικού άρθρου της ΕΣΔΑ (6 παρ. 1) ακόμη και στην περίπτωση που  η διάρκεια της δίκης συνολικά δεν είναι υπερβολική (Σχετική η απόφαση ΕΔΔΑ στην υπόθεση Gouttard κατά Γαλλίας σκέψη 36 )

*Λάμπρος Σ. Τσόγκας, Αντεισαγγελέας Εφετών Λάρισας

Ακολουθήστε το dikastiko.gr στο Google News και δείτε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ