Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2020

Παναγιώτης Κ. Κουρελέας: Πρακτικά ζητήματα για την Ανώνυμη Εταιρεία από τη διεύρυνση της κατ’ έγκληση δίωξης των εγκλημάτων κατά περιουσιακών αγαθών

NEWSROOM icon
NEWSROOM
Παναγιώτης Κ. Κουρελέας: Πρακτικά ζητήματα για την Ανώνυμη Εταιρεία από τη διεύρυνση της κατ’ έγκληση δίωξης των εγκλημάτων κατά περιουσιακών αγαθών

Του Παναγιώτη Κ. Κουρελέα*

Mε τον νέο ΠΚ (και εν συνεχεία με τον πιο νέο) επήλθε σημαντική διεύρυνση της κατ’ έγκληση δίωξης ορισμένων εγκλημάτων κατά πε- ριουσιακών αγαθών ενόψει «του ατομικού χαρακτήρα των πληττόμενων έννομων αγαθών», σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση. Κατόπιν τούτου, τα βασικά οικονομικά εγκλήματα, όπως είναι η απάτη, η υπεξαίρεση και η απιστία (όταν αυτή στρέφεται άμεσα κατά πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα), διώκονται πλέον κατ ́ έγκληση.

 

Και εδώ ξεκινούν τα προβλήματα για την Ανώνυμη Εταιρεία.

Τα ερωτήματα που πλέον γεννώνται έχουν να κάνουν με το πότε ξεκινάει η τρίμηνη προθεσμία άσκησης της έγκλησης και πότε θεωρείται ότι η ΑΕ λαμβάνει γνώση της πράξης και του δράστη. Στο πρόσωπο ποίου (από όλους τους νόμιμους εκπροσώπους της ΑΕ) θα κριθεί ότι ξεκινά η τρίμηνη προθε- σμία; Τι ισχύει όταν περισσότερα πρόσωπα εκ μέρους της ΑΕ έχουν το δικαίωμα υποβολής έγκλησης ή ανάκλησης της έγκλησης βάσει καταστατικού ή απόφασης ΔΣ;

Είναι γεγονός ότι υπό το παλαιό καθεστώς η υποβολή έγκλησης από μία ΑΕ για το έγκλημα π.χ. της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας (πλέον καταργηθέν), δεν προκάλεσε προβλήματα σε σχέση με την έναρξη της τρίμηνης προθεσμίας, δεδομένου ότι αυτή συνέπιπτε με ένα ευχερώς αποδείξιμο πραγματικό γεγονός γνώσης, που ήταν π.χ. το δημοσίευμα σε μια εφημερίδα ή η απο- στολή μιας επιστολής ή η κατάθεση κάποιου δικογράφου. Άλλο παράδειγμα ήταν η περίπτωση του εγκλήματος της καταδολίευ- σης δανειστών, όπου η γνώση περί της πράξης ήταν συνήθως μεταγενέστερη της τέλεσής της, και συνέπιπτε με το χρόνο διε- νέργειας κάποιου ελέγχου από τη νομική υπηρεσία μίας Τρά- πεζας στο Υποθηκοφυλακείο κοκ. Πράγματα μάλλον απλά.

Υπό το νέο νομικό καθεστώς, ωστόσο, που η έγκληση αποτε- λεί προϋπόθεση για τη δίωξη πολύπλοκων οικονομικών εγκλη- μάτων σε βάρος ενός νομικού προσώπου, ανακύπτουν όλα τα ανωτέρω ερωτήματα, τα οποία μάλιστα ευθέως συνδέονται με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ποινικής δίωξης. Για παράδειγμα τι θα ισχύσει σχετικά με την έναρξη της τρίμηνης προθεσμίας σε μία υπόθεση απιστίας σε βάρος Τράπεζας, όταν διεξάγεται έρευνα στην οποία αναμειγνύονται πλείστες διευθύνσείς της και η οποία θα διαρκέσει αρκετούς μήνες και ούτως λαμβάνουν γνώση εκ των πραγμάτων και μάλιστα σε διαφορετικούς χρόνους αρκετά πρόσωπα;

Σύμφωνα με τις παραδοχές της νομολογίας αφετηρία της τρί- μηνης προθεσμίας, είναι η ημέρα που ο παθών έλαβε γνώση κατά τρόπο πλήρη, σαφή και συγκεκριμένο των πραγματικών περι- στατικών και κατόρθωσε έτσι να μορφώσει πλήρη γνώμη για την πράξη και τα υπαίτια πρόσωπα. Περαιτέρω ως γνώση νοείται κάτι περισσότερο από την υποψία και κάτι λιγότερο από την βεβαιότητα. Η όποια γνώση επίσης πρέπει να είναι αξιόπιστη και δεν αρκεί απλή υπόνοια ή η απλή πληροφόρηση της πράξης μέσω μίας ανώ- νυμης επιστολής.

  Στην περίπτωση ενός νομικού προσώπου, λοιπόν, το πρώτο ζητούμενο είναι το πότε αυτό έλαβε γνώση με τρόπο σαφή και ορισμένο όλων των στοιχείων της πράξης. Αυτό συνέχεται άμεσα και με το δεύτερο ζητούμενο, το οποίο είναι στο πρό- σωπο ποίου θα κριθεί ότι πληρώθηκε αυτός ο όρος. Τι ισχύει σε νομικά πρόσωπα που το ΔΣ έχει εκχωρήσει βάσει σχετικής πρόβλεψης του καταστατικού το δικαίωμα υποβολής έγκλησης και σε μεμονωμένα πρόσωπα πχ στον Διευθύνοντα Σύμβουλο ή σε άλλα μέλη του ΔΣ ή σε Διευθυντές του;

Ως γνωστόν τα πρόσωπα αυτά ενεργούν ως υποκατάστατα όργανα και ως όργανα εκπροσώπησης του νομικού πρόσω- που κατά τα άρθρα 65, 67, 68 ΑΚ. Ως τέτοια εκφράζουν πρω- τογενώς τη βούληση της εταιρείας.

Ας δούμε το έξης παράδειγμα:

Στο εργοστάσιο της εταιρείας Χ ο Διευθυντής στον οποίο έχει εκχωρηθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο η εξουσία υποβολής εγκλήσεων ανακαλύπτει ότι δρα κύκλωμα εργολάβων που υπερ- τιμολογούν συστηματικά την εταιρεία. Αντιλαμβανόμενος, όμως, ότι για τα εντάλματα πληρωμής υπογράφει κι αυτός και φοβού- μενος για τη θέση του, επειδή η εταιρεία δεν θα του συγχωρέσει την αμέλεια που επέδειξε, συνετίζει μεν τους εργολάβους, αλλά δεν αποκαλύπτει την πράξη αυτή στα κεντρικά της εταιρείας. Μετά από 4 μήνες το ΔΣ της εταιρείας από άλλη πηγή ενημε- ρώνεται για τα ανωτέρω. Είναι αργά πλέον για την υποβολή της έγκλησης από το ΔΣ, διότι το αξιόποινο έχει εξαλειφθεί με την πάροδο του τριμήνου από την γνώση της πράξης από τον Δι- ευθυντή του εργοστασίου, ή μήπως όχι; Μπορεί να υποστηρι- χθεί ότι το ΔΣ έχει αυτοτελώς δικαίωμα έγκλησης και ότι ειδικώς για το Διοικητικό Συμβούλιο η τρίμηνη προθεσμία ξεκίνησε από τότε που αυτό πληροφορήθηκε την πράξη και τους δράστες;

Το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά στα οποία το ΔΣ έχει εκχω- ρήσει την εξουσία υποβολής εγκλήσεων είναι ιεραρχικά κατώ- τερα πρόσωπα σε σχέση με το ΔΣ, δεν είναι αρκετό επιχείρημα για να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι ο χρόνος έναρξης της προθεσμίας είναι πάντοτε ο χρόνος πληροφόρησης του ΔΣ. Το ότι τα πρόσωπα αυτά είναι ιεραρχικά κατώτερα σημαίνει ότι πρέπει απλώς να ακολουθούν τις οδηγίες και να υπακούουν στις εντολές του ΔΣ, όταν αυτές υπάρχουν. Κατά τα λοιπά ενεργούν ανεξάρτητα και με σχετική αυτονομία.

Έτσι, και στο βαθμό πάντα που τα πρόσωπα αυτά είναι υπο- κατάστατα όργανα της διοίκησης και έχουν το δικαίωμα υπο- βολής έγκλησης, θα κριθεί και στο πρόσωπο αυτών η τυχόν έναρξη της τρίμηνης προθεσμίας. Το ερώτημα που γεννάται μετά ταύτα είναι αν υπάρχει αυτοτέλεια στο δικαίωμα υποβο- λής έγκλησης για κάθε ένα χωριστά από τα ως άνω δικαιού- μενα πρόσωπα κατά την έννοια του άρθρου 115 παρ. 3 ΠΚ.

ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Τυχόν παραδοχή του ανωτέρω θα οδηγούσε σε «διαιώνιση» της τρίμηνης προθεσμίας, αν κάθε δικαιούμενο προς υποβολή έγκλησης όργανο της εταιρείας πληροφορείτο για την πράξη σε διαφορετικούς χρόνους.

Ως δικαιολογητικός λόγος για το τρίμηνο της προθεσμίας προβάλλεται η ανάγκη μη παράτασης της αβεβαιότητας για το αν θα διωχθεί τελικά ή όχι μία πράξη, ανάγκη που προκύπτει από λόγους δημόσιας τάξης. Είναι προφανές ότι αν περίμενε κανείς να παρέλθει άπρακτη η τρίμηνη προθεσμία για κάθε ένα από τα δικαιούμενα προς υποβολή έγκλησης πρόσωπα, δεν θα εκπληρωνόταν η ως άνω ανάγκη.

Επίσης, εν προκειμένω δεν δύναται να θεωρηθεί ότι τυγχάνει εφαρμογής το άρθρ. 115 παρ. 3 ΠΚ, στο οποίο αναφέρεται ότι «αν δύο ή περισσότεροι έχουν δικαίωμα έγκλησης, το δικαίωμα του καθενός είναι αυτοτελές». Και αυτό, διότι στην πρόβλεψη αυτή εντάσσονται περιπτώσεις για τις οποίες ο νόμος, σύμ- φωνα με την ρήτρα του άρθρου 115 παρ. 1 ΠΚ, ρητά έχει αναγνωρίσει το δικαίωμα υποβολής έγκλησης και σε τρίτα πρό- σωπα, που δεν είναι αμέσως παθόντα από το έγκλημα. Στις περιπτώσεις αυτές επί πλειόνων δικαιούμενων προσώπων ισχύει η αυτοτέλεια του δικαιώματος της έγκλησης του άρθρου 115 παρ. 3 ΠΚ και πράγματι η τρίμηνη προθεσμία ξεκινά για κάθε ένα δικαιούμενο πρόσωπο ξεχωριστά.

Στην περίπτωση, όμως, της ΑΕ, δικαιούμενο προς υποβολή έγκλησης πρόσωπο είναι πάντοτε ένα: το νομικό πρόσωπο. Κάθε πρόσωπο στο οποίο το ΔΣ έχει εκχωρήσει την εξουσία υποβολής έγκλησης λειτουργεί ως «το αυτί και το στόμα» της εταιρείας. Επομένως, αν κάποιο από τα πρόσωπα αυτά πλη- ροφορηθεί την αξιόποινη πράξη και τον δράστη, η πληροφό- ρηση αυτή ισοδυναμεί με πληροφόρηση του δικαιούμενου προς υποβολή έγκλησης πρόσωπο, ήτοι εν προκειμένω του νομικού προσώπου και ως εκ τούτου από εκείνη τη στιγμή ξε- κινά η τρίμηνη προθεσμία. Αν η εταιρεία δεν υποβάλει έγκληση εντός της προθεσμίας αυτής, τότε επέρχεται το αποτέλεσμα του άρθρου 114 ΠΚ – εξαλείφεται το αξιόποινο της πράξης.

Είναι επίσης προφανές, ότι ο εσωτερικός νομικός σύμβουλος της εταιρείας ή ο εσωτερικός ελεγκτής, και υπό την προϋπό- θεση ότι δεν τους έχει ανατεθεί η εξουσία υποβολής εγκλή- σεων, δεν μπορεί να θεωρηθούν ως πρόσωπα η γνώση των οποίων ισοδυναμεί με γνώση της εταιρείας. Ακόμη και αν αυτά τα πρόσωπα εμπλέκονται εσωτερικά στην διερεύνηση κάποια υπόθεσης π.χ. απάτης ή υπεξαίρεσης ή απιστίας (σε βάρος της Τράπεζας), η γνώση που αποκτούν δεν σημαίνει άνευ ετέ- ρου και γνώση του νομικού προσώπου.

  Πέραν των ανωτέρω, ζητήματα προκύπτουν και στις περιπτώ- σεις της ανάκλησης της έγκλησης (άρθρο 117 νέου ΠΚ).

Είναι δυνατόν να προκύψουν παράδοξα, όπως ο ένας νόμιμος εκπρόσωπος να εγκαλεί και ο άλλος νόμιμος εκπρόσωπος να ανακαλεί (!)

Και αν το ανωτέρω φαντάζει θεωρητικό μόνον πρόβλημα, ας σκεφτούμε τι θα μπορούσε να συμβεί σε μία οικογενειακή ΑΕ (πλην όμως όχι απαραίτητα μικρή εταιρεία), που, όταν συστά- θηκε από τρία αγαπημένα τότε αδέρφια, είχε το καθένα από αυτά το δικαίωμα εκ του καταστατικού υποβολής εγκλήσεων και ανάκλησης των εγκλήσεων. Οι σχέσεις όμως με τον καιρό διαταράσσονται και έτσι ο ένας αδερφός εγκαλεί τον άλλο για υπεξαίρεση χρημάτων από το ταμείο της εταιρείας. Ο τρίτος όμως αδερφός σπεύδει να την ανακαλέσει.

Τελικά συμπεράσματα:

• Η συνήθης πρακτική των ΑΕ περί εκχώρησης του δικαιώματος υποβολής έγκλησης σε διάφορα πρόσωπα (πχ στον Διευθύ- νοντα Σύμβουλο, σε μέλη του ΔΣ, σε Διευθυντές κλπ) για λόγους ευελιξίας, ενέχει πλέον τον κίνδυνο παρέλευσης της τρίμηνης προθεσμίας, αν αποδειχθεί ότι κάποιο από τα πρόσωπα αυτά έλαβε γνώση της πράξης και του δράστη και αδράνησε. Η λύση θα μπορούσε να είναι ο σημαντικός περιορισμός του κύκλου των πρόσωπων που έχουν την εξουσία υποβολής έγκλησης.

• Σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα ανάκλησης δέον να το δια- φυλάττει η εταιρεία εντός των εξουσιών κλειστού κύκλου προ- σώπων ή και μόνον του Διοικητικού Συμβουλίου για να αποφευχθούν οι παραδοξότητες που προαναφέρθηκαν.

• Σίγουρα, η υποβολή κάποιου πορίσματος εκ μέρους της νομικής υπηρεσίας ή του εσωτερικού ελέγχου θα αποδειχθεί μία σχετικά ασφαλής πρακτική για να μπορεί να αποδείξει το νομικό πρόσωπο πότε έλαβε γνώση της πράξης.

• Οι μέχρι σήμερα νομολογιακές παραδοχές σε σχέση με το πώς ορίζεται ο βαθμός της γνώσης που απαιτείται για τη αξιό- ποινη πράξη και άρα η έναρξη της τρίμηνης προθεσμίας δεν θα μπορέσουν –φοβάμαι– να αποτελέσουν επαρκή οδηγό στις περιπτώσεις των πολύπλοκων οικονομικών εγκλημάτων.

• Το βέβαιον είναι ότι το γεγονός της παρέλευσης ή μη της τρίμηνης προθεσμίας θα αναγορευτεί πλέον σε σημαντικό αποδεικτέο ζήτημα της ποινικής διαδικασίας. Και τούτο διότι κατά κανόνα σε πολύπλοκες υποθέσεις οικονομικών εγκλημά- των σε βάρος νομικών πρόσωπων προϋποτίθεται η διενέργεια πολύμηνων εσωτερικών διαδικασιών για την διερεύνησή τους και ως εκ τούτου μεσολαβεί μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση της πράξης μέχρι την υποβολή της έγκλησης.

Μένει να δούμε πώς η νομολογία θα χειριστεί τα ανωτέρω θέ- ματα, με την ελπίδα ότι θα παραχθούν ασφαλή κριτήρια, ούτως ώστε να μην ευνοείται η παράταση της αβεβαιότητας για το εάν τελικά έχει εξαλειφθεί ή όχι το αξιόποινο μιας πράξης.

*Δικηγόρος, Μέλος ΔΣ ΕΕΠ

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο NOVA CRIMINALIA No 9/ Απρίλιος 2020)

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο στο dikastiko.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ